Μέγαρο Λόγγου Ιστορική και Αρχιτεκτονική τεκμηρίωση

των Βασιλικής Μάσεν, Γιώργου Παυλίδη, Πηγής Σαρβάνη

αρχιτεκτόνων

 

“…Υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ του να βλέπεις ένα κτίριο χωρίς να κρατάς μολύβι, και να το βλέπεις σχεδιάζοντάς το. Ακόμα και εκείνο που είναι το πιο οικείο στα μάτια μας γίνεται εντελώς άλλο αν βαλθείς να το σχεδιάσεις· αντιλαμβάνεσαι ότι το αγνοούσες, ότι δεν το είχες δει αληθινά”.

               Βαλερύ Πωλ, Όραση και σχεδίαση, στο Κείμενα για την τέχνη, Εκδόσεις Νεφέλη

Λεπτομέρεια όψης. Πηγή: Γ. Τσουκαλάς.

Το οικείο για τους Θεσσαλονικείς “Κόκκινο Σπίτι” το αντιληφθήκαμε μέσα από την μελέτη αποκατάστασής του. Κατανοήσαμε ότι η υπόστασή του δεν εμπεριέχεται μόνο στην υλική του δομή αλλά και στο γεγονός της άφθαρτης μαρτυρίας του απέναντι στους ανθρώπους και σ’ εκείνη τη δυναμική που συνδέει τις ξεχασμένες εποχές μ’ αυτές που ακολουθούν και θα ακολουθήσουν.

Το Μέγαρο Ιωάννη Λόγγου, γνωστό σαν «Κόκκινο Σπίτι», είναι ένα από τα σημαντικότερα νεότερα μνημεία της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα κτίριο των πρώτων χρόνων της ανοικοδόμησης της πόλης μετά την πυρκαγιά. Το αρχιτεκτονικό του ύφος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα unicum βυζαντινίζοντος εκλεκτικισμού που αποτέλεσε μέσω κοινωνικής προβολής και όρισε το μέτρο της προσωπικής επιθυμίας των ιδιοκτητών για διαφοροποίηση, διάκριση και υπεροχή (Εικ.1).

Πέρα όμως από την εξωτερική όψη εξίσου σημαντικό τεκμήριο για κοινωνική ανέλιξη αποτελεί η τυπολογία των κατόψεων αλλά και ο πλούσιος εσωτερικός διάκοσμος του Μεγάρου. Η εγγραφή του κτιρίου στη συλλογική μνήμη του τόπου το καθιστά ένα μοναδικό τοπόσημο για την πόλη.

Η μελέτη ανοικοδόμησης του κέντρου της πόλης μετά την πυρκαγιά του 1917 αποτυπώνει τις αρχές που αφορούν τη σχέση των μνημείων με τον αστικό ιστό και προτείνει τις νέες μορφολογικές κατευθύνσεις[1].

Ο αστικός χώρος επαναπροσδιορίζεται και ιεραρχείται σε σχέση με τα μνημεία του. Η τοπική βυζαντινή παράδοση της πόλης αποτελεί πηγή έμπνευσης για την προτεινόμενη αρχιτεκτονική μορφολογία.

Το Μέγαρο Λόγγου.

Οι άξονες του νέου ρυμοτομικού σχεδίου όρισαν το νέο πολεοδομικό πλέγμα πέριξ του βυζαντινού ναού. Ο ναός της Αγίας Σοφίας που διασώθηκε από την πυρκαγιά καθιερώνεται ως το σύμβολο της πόλης. Η Αγία Σοφία σε συνδυασμό με την πλατεία και τα κτίρια που την πλαισιώνουν ορίζουν τον τόπο συγκέντρωσης για εορτασμούς και επετείους που αφορούν την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Το «Κόκκινο Σπίτι» δεσπόζει σε κάθε φωτογραφική λήψη ιστορικών γεγονότων που διαδραματίζονται στην πλατεία, έως και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (Εικ.2). Μέχρι σήμερα είναι αποτυπωμένο στη συλλογική μνήμη ως ένα από τα σημεία αναφοράς του κέντρου της πόλης, και ένα από τα χαρακτηριστικότερα νεότερα μνημεία του παραδομένου αστικού περιβάλλοντός της.

Το Μέγαρο Λόγγου δεσπόζει στην πλατεία Αγίας Σοφίας. Πηγή: Καρτ ποστάλ, edition photo Lykides – Salonique, σ.33, χωρίς χρονολογία πιθανότατα γύρω στο 1930.

Ιστορικά

Το “Μέγαρο Λόγγου” χτίστηκε για λογαριασμό του Ιωάννη Κωνσταντίνου Λόγγου και της συζύγου του Θωμαής Καραμπέρη. Ο Ιωάννης Λόγγος αγόρασε το 1923 στο νοτιοδυτικό τμήμα της πλατείας Αγίας Σοφίας, το οικόπεδο αρ.6 του οικοδομικού τετραγώνου 5 στον περιζήτητο Τομέα της πυρίκαυστου ζώνης[2].

Το νέο σχέδιο για την πόλη προέβλεπε για την περιοχή αυτή να αποδοθεί σε υπηρεσίες και κατοικίες υψηλού και μεσαίου εισοδήματος[3].

Το Μέγαρο Λόγγου στην πλατεία Αγίας Σοφίας. Σχέδιο πρόσοψης του κτιρίου

Εσωτερική άποψη οροφοδιαμερίσματος 3ου ορόφου, κουζίνα.

Ο Ιωάννης Λόγγος ήταν μέλος της γνωστής ομώνυμης οικογένειας κλωστοϋφαντουργών από την Νάουσα. Και άλλα μέλη της οικογένειας Λόγγου δραστηριοποιούνται στην αγοροπωλησία οικοπέδων προσδοκώντας την αποκόμιση κέρδους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Γρηγόριου Δ. Λόγγου που συμμετέχει δυναμικά με αγοροπωλησίες στην ανερχόμενη κτηματαγορά της πυρίκαυστου[4]. Ανήκουν όλοι στην ομάδα των Ναουσαίων εμπόρων και βιομηχάνων που μαζί με τους υπόλοιπους Μακεδόνες έμπορους, καθόρισαν τη φυσιογνωμία της αστικής τάξης της Θεσσαλονίκης την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Ο Ιωάννης Λόγγος υπήρξε δραστήριο μέλος της βιομηχανικής κοινότητας της πόλης συμμετέχοντας ενεργά στην πολιτική ζωή[5]. Η σύζυγός του, Θωμαή Καραμπέρη, ήταν κόρη καπνέμπορου. Μάλιστα η προίκα της Θωμαής Καραμπέρη κάλυψε μεγάλο μέρος του κόστους κατασκευής του κτιρίου[6].

Κεντρικό κλιμακοστάσιο. Πηγή: Γ. Τσουκαλάς.

Όταν το ζεύγος αποφάσισε να εγκατασταθεί στο κέντρο της πόλης μετά την πυρκαγιά ήταν ήδη σχετικά μεγάλης ηλικίας. Στόχος ήταν να στεγαστεί η οικία Λόγγου – Καραμπέρη στο προνομιακό διαμέρισμα του τελευταίου ορόφου και οι εμπορικές δραστηριότητες του ιδιοκτήτη στα καταστήματα του ισογείου. Τα διαμερίσματα του 1ου και 2ου ορόφου προορίζονταν για εκμετάλλευση.

Ο Ιωάννης Λόγγος πέθανε λίγα χρόνια μετά τη κατασκευή του μεγάρου, στην Ελβετία[7], και λίγο αργότερα, έφυγε από τη ζωή και η σύζυγός του Θωμαή. Μετά τον θάνατο των ιδιοκτητών, κληρονόμοι ήταν οι συγγενείς της Θωμαής Καραμπέρη[8]. Ωστόσο, το ακίνητο περιήλθε στον Στέργιο Μίσσιου[9], το 1934, με αναγκαστικό πλειστηριασμό λόγω της αρχικής υποθήκευσης του ακινήτου στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα[10]. Το ακίνητο παρέμεινε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Μίσσιου μέχρι και το 2014.

Το Μέγαρο Λόγγου

Το «Μέγαρο Λόγγου» κατασκευάστηκε το 1926-28 βάση της οικοδομικής άδειας υπ’ αριθμό 1253/09-1925 και δύο μήνες αργότερα δόθηκε καθ’ ύψους επέκτασης (Εικ.3). Την κατασκευή ανέλαβε η «Ανώνυμος Οικοδομική Εταιρεία Νέων Χωρών» η οποία ήταν ιδιαίτερα δραστήρια στην πόλη την περίοδο της ανοικοδόμησης[11]. H εταιρεία ιδρύθηκε το 1924 με έδρα τη Θεσσαλονίκη και υπήρξε μία από τις πρώτες ανώνυμες οικοδομικές εταιρείες[12].

Εσωτερική άποψη οροφοδιαμερίσματος 3ου ορόφου, σαλοτραπεζαρία.

Το κτίριο, κατά τον μελετητή Βασίλη Κολώνα, κατασκευάστηκε σύμφωνα με τη μελέτη του Ιταλού αρχιτέκτονα L. Gennari, όπως αναφέρεται στο «Θεσσαλονίκη 1912-2012 – Η Αρχιτεκτονική μιας Εκατονταετίας»[13]. Ωστόσο, στο λεύκωμα της Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Θεσσαλονίκης με τίτλο «Τα Νεώτερα Μνημεία της Θεσσαλονίκης»[14], ο μελετητής Νώντας Πετρίδης αναφέρει ότι το κτίσμα σχεδιάστηκε για τον Ι. Λόγγο από τον Π. Στάη, μηχανικό της “Ανώνυμης Οικοδομικής Εταιρείας Νέων Χωρών».[15]

Εσωτερική άποψη διαμερίσματος 1ου ορόφου, γωνιακό δωμάτιο.

Περιγραφή του κτιρίου

Δεν είναι γνωστές οι αισθητικές προτιμήσεις των ιδιοκτητών και ο βαθμός στον οποίο αυτές συνδιαμόρφωσαν το πομπώδες, με αναφορές σε ένα ακαθόριστο βυζαντινό παρελθόν, ύφος του κτιρίου. Ωστόσο η σωζόμενη αρχιτεκτονική μελέτη των όψεων διαφοροποιείται από το υλοποιημένο έργο, γεγονός που υπονοεί ότι ορισμένες επιλογές αποτέλεσαν πιθανότατα προσωπικές επιθυμίες του ιδιοκτήτη και αυτοσχεδιασμούς κατά την κατασκευή.

Το κτίριο αποτελεί δείγμα εκλεκτικισμού της όψιμης περιόδου με ασαφείς αναφορές σε βυζαντινίζοντα πρότυπα. Πρόκειται για μια σκηνογραφική αντίληψη της αρχιτεκτονικής σε σχέση με τη σημαίνουσα θέση που καταλαμβάνει το κτίριο, απέναντι από το ναό της Αγίας Σοφίας, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της πόλης (Εικ. 4, 5)

Στις προσόψεις του κτιρίου κυριαρχεί η έντονη πλαστικότητα και ο διακοσμητικός φόρτος. Ωστόσο τα τυχόν βυζαντινίζοντα στοιχεία απέχουν πολύ από τη γλώσσα του νεοβυζαντινού στυλ. Σε ένα βαθμό το κτίριο ενσωματώνει την προβληματική των μορφολογικών κατευθύνσεων του Hébrard, απομακρύνεται ωστόσο πολύ από αυτές σε ένα ιδιαίτερα εξατομικευμένο ύφος.

Λεπτομέρεια όψης, διακρίνεται το κόκκινο σταμπωτό κονίαμα σε απομίμηση συμπαγούς πλίνθου. Πηγή: Γ. Τσουκαλάς.

Οι κύριες όψεις διαμορφώνονται επί των οδών Αγίας Σοφίας και Ερμού. Βασικό στοιχείο του ρυθμού των όψεων είναι η χρήση των τοξωτών ανοιγμάτων, που υπερτονίζονται από ανάγλυφα κυμάτια (Εικ.6). Η αλληλουχία των ανοιγμάτων, διακόπτεται από τις πυργοειδείς προεκβολές των κεντρικών τμημάτων των όψεων και του καμπυλόμορφου σαχνισιού, στην ακμή του κτιρίου (Εικ.7). Για το σύνολο του πλήρους στις εξωτερικές τοιχοποιίες επιλέχθηκε επένδυση σταμπωτού κοκκινόχρωμου κονιάματος, σε απομίμηση συμπαγούς πλίνθου, για ανάδειξη δομικής υλικότητας, επί της οποίας προβάλλονται ευκρινώς όλα τα κοσμητικά, γλυπτικά στοιχεία σε απομίμηση υπόλευκης πέτρας (Εικ.8). Βυζαντινού τύπου κιονόκρανα και επίκρανα, κορινθιακού τύπου κιονόκρανα και άλλα ασαφούς ρυθμολογικής προέλευσης δημιουργούν ένα ιδιότυπο είδος επάλληλων ρυθμών (ordres superposés).

Σε αντίθεση με τις προσόψεις οι όψεις προς τον ακάλυπτο χώρο χαρακτηρίζονται από μορφολογική λιτότητα και αποκλειστική μέριμνα για κάλυψη λειτουργικών αναγκών.

Συνοψίζοντας, η ασυνήθιστη πρόσοψη για τα δεδομένα της Θεσσαλονίκης προβάλλεται στην πλατεία της Αγίας Σοφίας με πομπώδες ύφος, λόγω της ζωηρής πλαστικής επεξεργασίας της και του διακοσμητικού της φόρτου σε άμεσο διάλογο με το βυζαντινό μνημείο.

Το αρχιτεκτονικό ύφος του κτιρίου ικανοποιούσε τις ανάγκες των ιδιοκτητών για προβολή και επίδειξη τόσο με τον πλούτο της φορμαλιστικής επεξεργασίας όσο και με την εφαρμογή νεωτερισμών και ανέσεων. Το κτίριο διέθετε πλήρη ηλεκτρική εγκατάσταση συνεχούς ρεύματος και λεβητοστάσιο για κεντρική θέρμανση και ζεστό νερό.

Τυπολογία κατόψεων

Το περίγραμμα της κάτοψης είναι σχήματος Γ. Το κτίριο αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, ημιώροφο, τρεις ορόφους. Η κεντρική είσοδος του κτιρίου είναι χωροθετημένη στο κέντρο της Ν.Α πλευράς (οδός Αγίας Σοφίας), που οδηγεί στο κεντρικό κλιμακοστάσιο.

Άνοψη 1ου ορόφου, διάταξη οροφογραφιών.

Άνοψη 3ου ορόφου, διάταξη οροφογραφιών και ανάγλυφου διακόσμου.

Σε καθένα από τους δύο πρώτους ορόφους είναι χωροθετημένα δύο διαμερίσματα διαφορετικού μεγέθους. Οι δύο όροφοι είναι τυπικοί (Εικ 12). Η οργάνωση του εσωτερικού χώρου των διαμερισμάτων των δύο πρώτων ορόφων, δεν δίνει την αίσθηση της άνεσης, όμως εξασφαλίζει πολύ καλή θέα προς την πλατεία (Εικ.13, Εικ. 14). Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι υπάρχει πρόβλεψη για δυνατότητα συνένωσης των δύο διαμερισμάτων. Οι βοηθητικοί χώροι οργανώνονται ορθολογικά και περιλαμβάνουν κουζίνα, αποθήκη και χώρους υγιεινής (Εικ. 15).

Επί του τρίτου ορόφου είναι χωροθετημένο το οροφοδιαμέρισμα του ιδιοκτήτη. Προς χάριν συμμετρίας το διαμέρισμα έχει δύο θύρες εισόδου, η μία οδηγεί στους επίσημους χώρους και η άλλη στους ιδιωτικούς χώρους του διαμερίσματος (Εικ. 16). Το διαμέρισμα είναι ιδιαίτερα ευρύχωρο με μεγάλη σαλοτραπεζαρία, δεύτερο καθιστικό και γραφείο προς τη θέα της πλατείας (Εικ. 17 18, 19). Τρία μεγάλα δωμάτια με θέα προς την οδό Ερμού συμπληρώνουν τους κύριους χώρους. Οι βοηθητικοί χώροι είναι ευάριθμοι και περιλαμβάνουν κουζίνα, πλυσταριό, θερμοστάσιο, αποθήκες, χώρο διαμονής προσωπικού και χώρους υγιεινής (Εικ. 20).

Κατασκευαστική δομή

Από κατασκευαστική άποψη το κτίριο βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα σε παλαιότερους τρόπους δόμησης που κληρονόμησε η τεχνολογική ανάπτυξη του 19ου αιώνα και στο πρωτοποριακό για την εποχή τρόπο δόμησης με χρήση οπλισμένου σκυροδέματος. Ο υβριδικός χαρακτήρας της κατασκευής γίνεται αντιληπτός από το μεικτό δομικό σύστημα που χρησιμοποιήθηκε και αποτελεί συνδυασμό φέρουσας τοιχοποιίας και στοιχείων από οπλισμένο σκυρόδεμα.

Εσωτερικός διάκοσμος

Εσωτερικά το Μέγαρο Λόγγου έχει πλούσιο ζωγραφικό και ανάγλυφο διάκοσμο. Οι διακοσμημένοι χώροι των δύο πρώτων ορόφων έχουν ζωγραφικό διάκοσμο ενώ στον τρίτο όροφο υπάρχει συνδυασμός ζωγραφικού και ανάγλυφου διακόσμου (Εικ.21, 22).

Εσωτερικός ζωγραφικός διάκοσμος. Υπάρχουσα κατάσταση και σχέδιο αρχικής μορφής

Εσωτερικός ζωγραφικός διάκοσμος. Υπάρχουσα κατάσταση και σχέδιο αρχικής μορφής

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο εσωτερικός ζωγραφικός διάκοσμος του κτιρίου παρότι εντάσσεται στην γενική κατηγορία art nouveau είναι επηρεασμένος περισσότερο από τα γεωμετρικά και στυλιζαρισμένα μοτίβα της Secession της Αυστρίας, χωρίς να λείπουν και περισσότερο νατουραλιστικά θέματα που απηχούν κλασικιστικές επιρροές. Σε κάθε περίπτωση όλες οι οροφογραφίες διακρίνονται από λιτές συνθέσεις, παστέλ αποχρώσεις και συμμετρική διάταξη παρόλο που βασικό χαρακτηριστικό της art nouveau είναι η πλήρης ελευθερία και η ηθελημένη ασυμμετρία. Στις συνθέσεις επικρατούν στυλιζαρισμένα ανθικά και φυτικά θέματα που αποτυπώθηκαν με χρήση στένσιλ στον γενικό σχεδιασμό και “ελεύθερο χέρι” στις λεπτομέρειες σκίασης και απόδοσης όγκου (Εικ.23-27).

Εσωτερικός ζωγραφικός διάκοσμος. Υπάρχουσα κατάσταση και σχέδιο αρχικής μορφής

Ανάγλυφος διάκοσμος υπάρχει στην είσοδο του μεγάρου, στα πλατύσκαλα εισόδου και στο κλιμακοστάσιο καθώς και στους επίσημους χώρους του οροφοδιαμερίσματος του 3ου ορόφου. Πρόκειται για γύψινες υπόλευκες διακοσμήσεις, υψηλής ποιότητας, σχεδίου και τεχνικής (Εικ.28).

Η είσοδος του μεγάρου δεν είναι ιδιαίτερα ευρύχωρη, αίσθηση η οποία αντισταθμίζεται με τον πλούσιο ανάγλυφο διάκοσμο στους τοίχους και στην οροφή (Εικ. 29). Η ίδια διακοσμητική λογική, απλουστευμένη, συνεχίζεται στο κλιμακοστάσιο και στα πλατύσκαλα των ορόφων.

Στον 3ο όροφο, στους χώρους όπου φιλοξενείται το σαλόνι και η τραπεζαρία, ο περίτεχνος ανάγλυφος διάκοσμος είναι κλασικιστικού ύφους, όπου στυλιζαρισμένα λογχόμορφα φύλλα εναλλάσσονται με γεωμετρικά κοσμήματα.

Το Μέγαρο Λόγγου σήμερα

Το 1983 το Υπουργείο Πολιτισμού αναγνωρίζοντας την ιστορική και καλλιτεχνική σπουδαιότητα του Μεγάρου Λόγγου, χαρακτήρισε το κτίριο ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο[16]. Το 2014 το κτίριο πέρασε στην ιδιοκτησία της εταιρείας Atlantis Pak Properties B.V. με στόχο να στεγαστούν τα γραφεία της εταιρείας στους ορόφους και καταστήματα στο ισόγειο. Η μελέτη αποκατάστασης και επανάχρησης εκπονήθηκε κατά τη διάρκεια 2014-2017 και σήμερα υλοποιείται. Συντελεστές μελετών: Αρχιτεκτονική Μελέτη-Επίβλεψη: Γ. Παυλίδης, Π. Σαρβάνη, Β. Μάσεν, αρχιτέκτονες μηχανικοί, συνεργάτες: Α. Παπαδημητρίου, Ε. Χατζηελευθεριάδου, αρχιτέκτονες μηχανικοί. Στατική μελέτη: Γ. Πενέλης, Γρ. Πενέλης, πολιτικοί μηχανικοί, συνεργάτες: Η. Παρασκευόπουλος, Σ. Στεφανίδου, πολιτικοί μηχανικοί, Μελέτη Η/Μ: Δ. Σιδηράκης, συνεργάτης: Ε. Σιώη, αρχιτέκτονας μηχανικός. Μελέτη συντήρησης καλλιτεχνικού διακόσμου: Δ. Καπιζιώνης, Ε.Β. Φαρμακαλίδου, συντηρητές έργων τέχνης. Γενική επίβλεψη έργου: Γ. Παυλίδης. (Εικ.30)

*ΠΗΓΕΣ ΣΧΕΔΙΩΝ – ΕΙΚΟΝΩΝ

Όλα τα σχέδια, αποτύπωσης, κατόψεων, λεπτομερειών, διακόσμου καθώς και το σύγχρονο φωτογραφικό υλικό του κτιρίου, εσωτερικά και εξωτερικά, αποτελούν προσωπικό αρχείο των συγγραφέων. Παυλίδης Γ., Σαρβάνη, Π., Μάσεν, Β., Μελέτη αποκατάστασης ιστορικού διατηρητέου Μνημείου, Μέγαρο Λόγγου, Εργοδότης: Atlantis Pak Properties B.V, Απρίλιος 2015.

[1] Καραδήμου – Γερόλυμπου, Α., Η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του 1917, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1995.

[2] Τίτλος ιδιοκτησίας, Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης τόμος ΚΓ, αρ.231, 16-6-1923

[3] Καραδήμου – Γερόλυμπου, Α., σ.156.

[4] Τίτλοι ιδιοκτησίας Γρηγορίου Δ. Λόγγου και Ζαφείρη Κ. Λόγγου, Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, διάφορες εγγραφές.

[5] Προφορική μαρτυρία Ελένης Δανιηλίδου το γένος Καραμπέρη.

[6] ό.π.

[7] ό.π.

[8] Τίτλο ιδιοκτησίας, Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης τόμος ΠΣΤ αρ.445, 19-7-1934

[9] Ο Στέργιος Μίσσιου, κτηματίας, ήταν μέλος της οικογένειας Μίσσιου από το Νυμφαίο Φλώρινας.

[10] ό.π. σημ. αρ. 7.

[11] Για όλα τα καταγεγραμμένα έργα της Ανώνυμης Οικοδομικής Εταιρείας Νέων Χωρών βλ. αρχείο Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης.

[12] ΦΕΚ 207/28-8-1924

[13] Κολώνας, Β., Θεσσαλονίκη 1912-2012 – Η Αρχιτεκτονική μιας Εκατονταετίας, εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2012.

[14] 4η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, Νεώτερα Μνημεία της Θεσσαλονίκης, Υπουργείο Πολιτισμού, Υπουργείο Βόρειας Ελλάδας, Θεσσαλονίκη, 1985..

[15] το κτίριο δεν μπορεί να αποδοθεί με απόλυτη βεβαιότητα σε κάποιον συγκεκριμένο αρχιτέκτονα ή μηχανικό, δεδομένου ότι η υπογραφή στο σχέδιο της όψης είναι δυσανάγνωστη και δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να το αποδεικνύει. Η ιστορική έρευνα στο σημείο αυτό παραμένει ανοιχτή.

[16] ΦΕΚ 393/15-6-83