του Λέων Ναρ

 

Βιβλιοπωλείο Μόλχο (Φωτογραφία: Άρης Γεωργίου)

Σκέφτομαι πολλές φορές τι κοινό είχαν τα τρία βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης, τα οποία έκλεισαν σχετικά πρόσφατα· τι ήταν αυτό που τα ταύτισε με τη νεότερη ιστορία της πόλης. Σίγουρα, είχαν λανσάρει, το καθένα με τον τρόπο του, μια ιδιότυπη μορφή πολιτισμού, που αργότερα μάλιστα έγινε μόδα: τον πολιτισμό… της συνομιλίας, της πραγματικής επαφής του δημιουργού με τον αναγνώστη. Και στους τρεις χώρους το ευπώλητο συνέπλευσε δημιουργικά με το καινοτόμο, το κλασικό παντρευόταν αρμονικά με το καινούργιο, το “προϊόν” δεν υπέκυπτε στυγνά στους νόμους της αγοράς και του εφήμερου. Αισθητική και όραμα, φιλία και οικειότητα, ήταν τα στοιχεία που εξασφάλισαν καθολική αποδοχή και γενικευμένη επιδοκιμασία στους Σολομών Μόλχο, Μανώλη Μπαρμπουνάκη και Παναγιώτη Ραγιά, οι οποίοι μας χάρισαν, για δεκαετίες ολόκληρες, πολύτιμες συναναστροφές, εκπέμποντας, πάνω απ’ όλα, αισθητική. Και οι τρεις διαμόρφωσαν τις καλύτερες προϋποθέσεις τόσο για τον πνευματικό δημιουργό ―που βρήκε ένα ιδανικό στέκι, έναν χώρο όπου μπορούσε αφενός να κουβεντιάσει τόσο για την πολιτική και για την τέχνη, να συζητήσει για τις καινούργιες εκδόσεις― όσο και για τους αναγνώστες, που είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν τα αγαπημένα τους βιβλία σε ιδιαίτερα ελκυστικές συνθήκες.

Βιβλιοπωλείο Μόλχο (Φωτογραφία: Άρης Γεωργίου)

Ο «Μόλχο», στην Τσιμισκή, ήταν το παλαιότερο βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης (ιδρύθηκε το 1888 από τον Ισαάκ Μόλχο) και αποτέλεσε την κατεξοχήν πνευματική “θύρα” της ευρωπαϊκής κουλτούρας στη Θεσσαλονίκη, μια και ήταν το μοναδικό βιβλιοπωλείο που, για ολόκληρες δεκαετίες, έφερνε ξένα, κυρίως γαλλικά, βιβλία αλλά και τον ευρωπαϊκό Τύπο σε ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα. Ανοιχτό πάντα σε νέες ιδέες, δεν κινήθηκε στα παραδοσιακά, προδιαγεγραμμένα πλαίσια· τόλμησε, ρίσκαρε και αποτελεί πλέον μέρος της πολιτιστικής ιστορίας της χώρας. Όσο για μένα, έχει χαραχτεί οριστικά στη μνήμη μου ο χαρακτηριστικός ήχος από τις τριζοκοπούσες ξύλινες σκάλες που σε οδηγούσαν στο ανώγειο του καταστήματος. Παράδοση, ανανέωση ή μήπως κατακτημένη σοφία και διάθεση για καινοτομία, ποιο ήταν το μυστικό της επιτυχίας; Στην πολιτιστική πολιτική υπάρχει πάντα το δίλημμα ποιο είναι το κατάλληλο προϊόν που πρέπει να προσφερθεί: η υψηλή, και άρα όχι εύληπτη τέχνη, που παράγει καινούργιες αισθήσεις και εμβαθύνει τις υπάρχουσες; Ή μήπως ένα προϊόν που απλά θα διασκεδάσει τους καημούς του πολύ κόσμου; Ο «Μόλχο» κατάφερε να κάνει να συγκλίνουν οι δύο αυτές συνιστώσες, προσφέροντας ένα σύνολο που το χαρακτήριζε η υψηλή ποιότητα.

Το βιβλιοπωλείο «Ραγιάς» συντρόφευσε από το 1960 χιλιάδες Θεσσαλονικείς στο ταξίδι τους στον κόσμο του βιβλίου. Στην αρχή, σε ένα κατάστημα που ο ιδρυτής του Παναγιώτης Ραγιάς διατηρούσε επί της οδού Τσιμισκή 41 από το 1958 και κατόπιν, από το 1993, στην οδό Ερμού 44, εκεί όπου τα σκήπτρα πήραν οι δύο κόρες του, Ουρανία και Σοφία. Είτε στην Τσιμισκή είτε στην Ερμού, ο χώρος ήταν ένα πραγματικό στέκι, οι θαμώνες αποτελούσαν μια παρέα. Από το βιβλιοπωλείο της Τσιμισκή πέρασε όλος ο πνευματικός κόσμος της πόλης, ο Μοσκώφ, ο Χριστιανόπουλος, ο Πεντζίκης, ο Καζαντζής, ο Βαρβιτσιώτης, ο Μέσκος, ο Μάρκογλου. Δεν υπήρχε Θεσσαλονικιός που να χρειάστηκε κάποιο παλιό ή σπάνιο βιβλίο και που να άκουσε ή να μην είπε τη φράση: «στον “Ραγιά” πήγες; Αν δεν το έχει ο “Ραγιάς”, μην ψάχνεις αλλού, δεν πρόκειται να το βρεις πουθενά». Ήταν πάντα… υπόγειος ο «Ραγιάς», και στην Τσιμισκή και στην Ερμού. Μικρή η είσοδος, σκέψου ότι, για να κινηθούν ταυτόχρονα δύο άνθρωποι που πήγαιναν αντίθετα, έπρεπε να πλαγιάσουν το σώμα τους. Θυμάμαι τη διάλεξη του Χριστιανόπουλου, το 1999 πρέπει να ήταν. Η ιστορία της λογοτεχνίας στη Θεσσαλονίκη πριν από το 1912 και τα πρώτα χρόνια μετά. Την εξέδωσε σε βιβλίο ο Ραγιάς, μαζί με μελέτες για τον Σολωμό και τα παλιά βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης. Συνολικά, τέσσερα κομψά μικρά βιβλία. Η ατμόσφαιρα ήταν κατανυκτική, δεν ζεις πουθενά τέτοιο κλίμα σήμερα: συγγραφείς, διανοούμενοι, αναγνώστες, περαστικοί που επιδίωκαν την καθημερινή επαφή, την ενημέρωση, την κουβέντα και την ανταλλαγή απόψεων.

Βιβλιοπωλείο Μπαρπουνάκης (Φωτογραφία: Αρδαμάνης)

Ανθρωποκεντρική ανάπτυξη είχαμε και στον «Μπαρμπουνάκη», εκεί όπου κυρίως η προσωπικότητα του Μανώλη Μπαρμπουνάκη ήταν ο πόλος έλξης πολλών δημιουργών της χώρας. Ο Κατράκης, η Καρέζη με τον Καζάκο, ο Φρέντυ Γερμανός, ο Κυρ, ο Θεοδωράκης και πόσοι άλλοι γεύτηκαν τις τσικουδιές και άκουσαν τις μαντινάδες – κέρασμα του Μανώλη για την τιμή που του έκαναν να μπουν στο μαγαζί του. Ο Μανώλης Μπαρμπουνάκης είχε έρθει το 1954 στη Θεσσαλονίκη, ως αντιπρόσωπος των εκδόσεων Γκοβόστη, αρχικά. Το 1964 δημιούργησε το πρώτο του βιβλιοπωλείο στην πλατεία Αριστοτέλους στον αριθμό 4, λίγο πιο πάνω από το «Ολύμπιον», εκεί όπου βρισκόταν μέχρι να κατεβάσει οριστικά τα ρολά πριν από μερικά χρόνια. Το ταξίδι του Μανώλη περιλάμβανε αρκετούς σταθμούς, όπου ανακατεύονταν βιβλία, εξώφυλλα, συγγραφείς, μα και πιστοί αναγνώστες που καθημερινά κατέκλυζαν το «Κατώι», έναν χώρο «δέκα σκαλιά κάτω από τη γη» ― εξ ου και το παρατσούκλι που τον συνόδεψε για δεκαετίες, «ο βιβλιοπώλης της υπόγας»… Το «Κατώι του Βιβλίου», ο υπόγειος παράδεισος του Μπαρμπουνάκη, άνοιξε το 1980, ανεβαίνοντας την οδό Αριστοτέλους, διασχίζοντας κάθετα την Τσιμισκή, στη δεξιά πλευρά. Εκεί, πάντα δίπλα στον Μπαρμπουνάκη, έβλεπες και τον διάσημο παπαγάλο Κάρλος να χορεύει. Ο Κάρλος, σήμα-κατατεθέν του βιβλιοπωλείου, έζησε κοντά στον αφεντικό του εικοσιένα ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 2001. Ο Μπαρμπουνάκης βρισκόταν πρωί-βράδυ στο «Κατώι», εκεί ήταν το πρυτανείο του. Εκεί υποδεχόταν τους φίλους του, εκεί τους κερνούσε την τσικουδιά του. Έτσι αντιλαμβανόταν τον ρόλο του βιβλιοπώλη, να υποδέχεται τον αναγνώστη, να τον κερνάει, να του πιάνει κουβέντα. Στο «Κατώι», η αναζήτηση ενός βιβλίου διανθιζόταν από τις φωνές του Κάρλος, υπήρχαν όμως και οι γάτες, που έκοβαν βόλτες στους διαδρόμους. Υψηλή παράδοση ποιότητας και ομορφιάς και εδώ, αλλά και στις εκδόσεις του Μπαρμπουνάκη, με τις οποίες απέδειξε, μαζί με τον αδερφό του Μπάμμη, ότι το εκτόπισμα ενός εκδοτικού οίκου δεν αντιστοιχεί απαραίτητα στον αριθμό των τίτλων που έχει να επιδείξει, αλλά στο ειδικό βάρος του κάθε τίτλου, καθώς αυτό μάλιστα μπαίνει στη διαδικασία του χρόνου.

Και για τους τρεις βιβλιοπώλες πάντως (Μόλχο, Ραγιά, Μπαρμπουνάκη), μου έρχεται στον νου αυτό που περιγράφει υπέροχα ο Ντεκρεσέντο στο βιβλίο του Οι Προσωκρατικοί. Έναν υποδηματοποιό του προηγούμενου αιώνα, που παρακολουθούσε τον τρόπο με τον οποίο περπατούσε ο πελάτης του, προκειμένου να του φτιάξει σωστά τα παπούτσια, γιατί πίστευε ότι ένα υγιές κεφάλι πρέπει να στηρίζεται σε υγιή πόδια… Έτσι, ή «υποδηματοποιεία» μετατρεπόταν σε μια μορφή τέχνης. Μια τέτοια τέχνη έγινε και η «βιβλιοφιλία» των τριών σπουδαίων βιβλιοπωλών. Κλείνω με μια μαντινάδα του Μπαρμπουνάκη, που μου κολλάει γάντι με το περιεχόμενο του κειμένου:

Έσβησ’ ο λύχνος κι η νυχτιά
μας σκέπασαν σκοτάδια
ψάχνουμε φως μα πουθενά
δε δείχνουν τα σημάδια

[Μαντινάδες Α΄, σελ. 31]