Σμιλεύοντας το ιστορικό προφίλ της

του Γιώργου Αναστασιάδη

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που

γνωρίσαμε. Αλλότριο πλήθος έρπει

τώρα στις λεωφόρους.

Μ. Αναγνωστάκης

Η οδός Εθνικής Αμύνης είναι […]

σαν μια πόλη που έχει μαζέψει στα

πεζοδρόμιά της όσα κάνουν την

πολιτεία και μια κοινωνία ανθρώπων.

Γ. Χειμωνάς

Εθνικής Αμύνης: Οδός ονείρων και οδύνης

Η σημερινή Εθνικής Αμύνης δεν είναι βέβαια «ο δρόμος που γνωρίσαμε». Δεν είναι όμως μόνο αυτός που φαίνεται: Μια γκρίζα, απρόσωπη, κεντρική λεωφόρος της σύγχρονης Θεσσαλονίκης. Στη συλλογική μνήμη, στη συνείδηση και στη λογοτεχνία της πόλης, αυτός ο υπεραιωνόβιος δρόμος εγγράφεται ως μία οδός με έντονη και πληθωρική ιστορική προσωπικότητα.

2. Η νέα λεωφόρος Χαμιδιέ με το ιππήλατο τραμ προς το τέλος του 19ου αιώνα. Στο βάθος το Δημοτικό Νοσοκομείο (Η Δύση της Ανατολής, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).

Η λεωφόρος εξακολουθεί να προσελκύει την έρευνα και τον λόγο μελετητών και δημοσιογράφων. Σ’ αυτό το χρήσιμο και ενίοτε γοητευτικό «ταξίδι» στους τόπους, τους ανθρώπους, τα κτίρια και τις εικόνες της μνήμης προσεγγίσαμε τον δρόμο ως χώρο όπου εμπλέκονται το δημόσιο (δικαστήρια, Στρατιωτική Λέσχη, Φρουραρχείο, Κρατικό Θέατρο κτλ.) και το ιδιωτικό (καφενεία, ταβέρνες, θέατρα, κινηματογράφοι, εμπορικά μαγαζιά, αρχοντικά σπίτια κτλ.), ιχνηλατώντας τον ως «θέαμα» και ως μνημοδόχο τόπο όπου η Ιστορία έχει αφήσει ανεξίτηλα «σημάδια» και κοιτάσματα καθημερινού πολιτισμού. Μπορούμε έτσι να κατανοήσουμε ορισμένες από τις πιο εντυπωσιακές μεταμορφώσεις της πόλης (από την εποχή των εστιατορίων και των καφενείων με τα «τραπεζάκια έξω» ώς τον οριοθετημένο από τα βάναυσα τροχοφόρα και το ανελέητο τσιμέντο των εργολάβων  της αντιπαροχής δρόμο).

Παράλληλα, μπορούμε, ακόμη και μέσα από θρύψαλα και σπαράγματα, να αναδείξουμε το χρώμα, το πνεύμα και το νεύμα μιας εποχής, συνεισφέροντας έτσι σε μια αναπαράσταση με «ήχο και φως» του ιστορικού προφίλ ενός χαρακτηριστικού δρόμου της πόλης.

Αν η φρικαλέα εποχή μάς έχει περιτυλίξει εδώ και αρκετά χρόνια, είναι καιρός να ξεπεράσουμε τις αδράνειές μας (έστω κι αν πολλοί πιστεύουν ότι  ήδη «η πόλις εάλω»).

Να ξαναπερπατήσουμε με γνώση και επίγνωση πλέον τη λεωφόρο Εθνικής Αμύνης· να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε τις σημασίες της, τις μαρτυρίες της και τις απουσίες της· να αξιοποιήσουμε τα μηνύματα που εκπέμπει, ακόμη και στους αγριεμένους καιρούς μας, η ανίχνευση και η «αφήγηση» μιας λεωφόρου που έχει τόσα να μας «πει» για το ιστορικό και πολιτιστικό υπόβαθρο της Θεσσαλονίκης.

 

1. Η οδός Εθνικής Αμύνης στον Πολιτιστικό χάρτη της πόλης, εκδ. Ιανός, φιλοτεχνημένο από τον ζωγράφο Κ. Παλιάν ( 1995).

Εισαγωγικά

Οι δρόμοι δίνουν στην πόλη την ταυτότητά της, την προσωπικότητά της, το άρωμά της, αλλά οι μνήμες τους ξεθωριάζουν κάθε μέρα και πιο πολύ. Ωστόσο, η ζωή της πόλης ριζώνει στους δρόμους της, στις πλατείες της, στις γειτονιές της.

Το να ανακαλύπτεις και να αναδεικνύεις την ιστορική φυσιογνωμία ενός δρόμου δεν σημαίνει μήπως πως έτσι είναι σαν να ξαναδίνεις στους πολίτες τη θέση τους μέσα στην πόλη και να ανανεώνεις τη σχέση τους με το πολιτιστικό υπόβαθρό της; Βρίσκεται άραγε μόνο στον χώρο της ουτοπίας για τη Θεσσαλονίκη το εγχείρημα (που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι, στα χρόνια του ’80) να γεμίσουν τα σημεία συμβολής των κεντρικών δρόμων με αφίσες, ντοκουμέντα και δημόσιες και ιδιωτικές φωτογραφίες, τραβηγμένες πριν από πολλά χρόνια;

Με την αξιοποίηση του corpus που σχηματίζουν οι λογοτεχνικές και χρονογραφικές αναφορές, οι φωτογραφίες, οι μαρτυρίες, οι μνήμες και τα βιώματα για την οδό Εθνικής Αμύνης, μπορείς να δεις μ’ άλλα μάτια τη γενέθλια πόλη της σύγχρονης ιστορίας, αποκαλύπτοντας τόπους της που κάποτε «σημαίναν».

Μπορείς έτσι να εκπολιορκήσεις πτυχές από το ανθρώπινο μυστήριο, τη συλλογική περιπέτεια των Θεσσαλονικέων, και να δώσεις ερεθίσματα για νέες ανιχνεύσεις.

Η Μπουλβάρ Χαμιδιέ (Λεωφόρος του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ) ήταν ο πρώτος, μετά την κατεδάφιση των ανατολικών τειχών, δρόμος μεγάλων ευρωπαϊκών προδιαγραφών, (με πεζοδρόμια, δεντροστοιχίες κτλ.), που χαράχθηκε στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα.

Στις μέρες μας είναι ένας από τους ελάχιστους οδικούς άξονες που χωρίζει συμβολικά την πόλη σε ανατολική και δυτική, και συνδέει την Άνω Πόλη με το «ιστορικό κέντρο» της Θεσσαλονίκης. Αρχίζει από το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας και καταλήγει ουσιαστικά στον Λευκό Πύργο και τη θάλασσα του Θερμαϊκού (ένα μικρό κομμάτι της φαίνεται καθώς κατηφορίζεις τη λεωφόρο).

Η Εθνικής Αμύνης έχει βιώσει και μπορεί να αφηγηθεί μια διαδρομή πλούσια σε συναντήσεις με την Ιστορία. Αυτό το πληθωρικό και ποικιλόμορφο απόθεμα της συλλογικής μνήμης θα πρέπει να κάνει κτήμα του όχι μόνο ο φιλίστωρ αλλά και ο σημερινός ανυποψίαστος διαβάτης που δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να φανταστεί το συγκεκριμένο ιστορικό βάθος και βάρος που κρύβει η σύγχρονη λεωφόρος με τα τροχοφόρα και τις απρόσωπες πολυκατοικίες.

 

Η ονομασία της οδού και οι «περιπέτειες» της

Είναι πρώτα πρώτα χαρακτηριστικές οι περιπέτειες της οδού με τις συχνές αλλαγές της ονομασίας της, ιδίως πριν τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

3. Η λεωφόρος Χαμιδιέ στις αρχές του 20ού αιώνα

Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε:

(α) Τον Λ. Ζησιάδη και το σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο του Συμεών ο πρόσφυγας (σ. 93):

«Πήρανε πεζή οι τέσσερις την κάθοδο για τη Βασιλίσσης Σοφίας, όπως για τρίτη φορά είχε μετονομαστεί η Εθνικής Αμύνης, λόγω αλλαγής της κυβέρνησης και εκτροπής της πολιτικής μας προς τα δεξιότερα [(σ. δική μου: Είμαστε στα 1934). Σ’ αυτόν τον δρόμο, στα παλιά διοικητικά τουρκικά κτίρια, ήταν μαζεμένες όλες οι δικαστικές εξουσίες της πόλης […]»]

(β) την επισήμανση του Ηλ. Πετρόπουλου (: Η ονοματοθεσία οδών και πλατειών, 1995, σ. 166):

«[…] Όλες οι ονοματοθεσίες οδών, εδώ και εκατόν τόσα χρόνια, οφείλονται σε εξωτερικές ή εσωτερικές πιέσεις».

Η ίδια η Μπουλβάρ Χαμιδιέ, «αφηγείται»:

  • Το 1908 οι Νεότουρκοι με ονόμασαν «Λεωφόρο της Ενώσεως»
  • Το 1910 ο Δ. Βαρδουνιώτης γράφει για μένα («Η εν Θεσσαλονίκη Λεωφόρος Χαμιδιέ», Εθνικόν Ημερολόγιον Κ. Σκόκου, 1910):

«Η λεωφόρος Χαμιδιέ είναι μια μεγαλοπρεπεστάτη οδός, ένθεν και ένθεν της οποίας υψώνονται πολυτελή και κομψότατα, ευρωπαϊκής οικοδομικής, μέγαρα. Ο συνοικισμός αυτός, όστις εγένετο προ 25, περίπου, ετών, ουδέν έχει το τουρκικόν. Κατοικείται υπό Ελλήνων και κατά πάσαν δείλη περιδιαβάζουσι εκεί αι ωραίαι Θεσσαλονικίδες, αι δροσεραί κόραι των Ελλήνων, γι’ αυτό και ονομάζεται οδός Ελληνίδων. Εις την νέαν λεωφόρον εδόθη το όνομα του Σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ και εις τας οικοδομάς της η ονομασία ‘βασιλικά μέγαρα’».

  • Εξαιτίας των προξενείων που βρίσκονταν στην ανατολική κυρίως «όχθη» μου, με αποκαλούσαν και Λεωφόρο Προξένων.

Διαβάζουμε στο βιβλίο της Ν. Κοκκαλίδου-Ναχμία, (Παλιά Θεσσαλονίκη και ιστορική διαδρομή της Δ.Ε.Θ., Θεσσαλονίκη, 1996, σ. 114):

«Η Βικτωρία Φιλιππίδου, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Μπουλβάρ Χαμιδιέ, θυμάται (το 1978): Στον δρόμο αυτόν συγκεντρωνόταν όλη η διεθνής κοινωνία. Εδώ καθόταν ο πασάς της Θεσσαλονίκης, ο διοικητής, στην παλιά Φοιτητική Λέσχη.

»Από το ύψος της οδού Μανουσογιαννάκη και κάτω ήταν τα προξενεία. Στο Μέγαρο Αγγελάκη, όπου πριν χρόνια στεγάστηκε η Δημαρχία, ήταν το Γαλλικό Προξενείο. Πιο πάνω ήταν το Ρουμανικό Προξενείο […]. Το Σερβικό Προξενείο ήταν απέναντι από τη Δημαρχία. Στην Εισαγγελία Πρωτοδικών, κατεδαφισμένη μετά τον σεισμό του ’78, καθόταν η οικογένεια του μηχανικού Ράζη, που είχε γυναίκα την Κλεοπάτρα, μια από τις ωραιότερες κυρίες της Θεσσαλονίκης. Τη μεγαλύτερη κίνηση παρουσίαζε το Ιταλικό Προξενείο, στη γωνία της Β. Σοφίας – Τσιμισκή.

Κάθε Κυριακή έρχονταν τα παιδιά του ιταλικού σχολείου και τραγουδούσαν κάτω από τα παράθυρα. Το κτίριο που έγινε Φρουραρχείο ήταν το Αγγλικό Προξενείο και στο Ειρηνοδικείο στεγαζόταν το Αυστριακό Προξενείο […]. Ο δρόμος των Προξένων, της κοσμικότητας. Από εκεί περνούσαν οι αμαζόνες της εποχής με τ’ άλογά τους και τα φανταχτερά τους ντυσίματα […]. Το αρχοντολόι κυκλοφορούσε πάντα με τα δικά του αμάξια και οι αμαξάδες με ημίψηλα και γάντια. Άλλωστε, και το τραμ που περνούσε από κει δεν στερούνταν πολυτέλειας […]».

5. Η προπολεμική οδός Βασ. Σοφίας, πριν ολοκληρωθεί η ανέγερση του κτιρίου της ΧΑΝΘ. Εντυπωσιάζουν τα καταστήματα στη σειρά στην ανατολική πλευρά (Γ. Αναστασιάδης – Ευ. Χεκίμογλου, Τσιμισκή, Αγ. Σοφίας, Διαγώνιος, 1997).

ΤΟ ΔΗΜΑΡΧΕΙΟ

Σύμφωνα με την καταγραφή του Αν. Στεφανίδη («Εγκαίνιον Δημαρχείου Θεσσαλονίκης», 12.10.2009):

«[…] Αμέσως μετά την πυρκαγιά, οι υπηρεσίες του Δήμου στεγάστηκαν προσωρινά στο κτίριο του Παρθεναγωγείου Δούκα, ιδιοκτησίας της οικογένειας του δημάρχου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Αγγελάκη, στη γωνία της οδού Εθνικής Αμύνης και Μανουσογιαννάκη.

Το δημαρχιακό μέγαρο (στεγάστηκε από το 1927 έως το 1931 στην οδό Εγνατίας) θα εγκατασταθεί και πάλι στην οδό  Εθνικής Αμύνης, όπου μετά ανεγέρθηκε το κτίριο της Σχολής Τυφλών «Φάρος».

[Πριν από τον «Φάρο» λειτουργούσε στον χώρο αυτόν το οικοτροφείο της «Ζωής», όπου θυμάται ότι διέμενε, ως πρωτοετής φοιτητής το 1954, ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Ν. Ματσούκας ― βλ. το βιβλίο του Μισού αιώνα έργα και όνειρα στο Α.Π.Θ., 2003].

 

ΣΤΑΘΜΟΙ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ

  • Το 1912, μετά την απελευθέρωση, ονομάστηκα ―ανεπισήμως;― «Βασιλέως Κωνσταντίνου». Οι δημοσιογράφοι και πολλοί άλλοι συνεχίζουν να με αποκαλούν «Μπουλβάρ Χαμιδιέ».
  • Το 1916, μετά το κίνημα της Εθνικής Αμύνης, μετονομάστηκα σε «οδό Εθνικής Αμύνης». Διαβάζουμε στο βιβλίο του Γ. Σταμπουλή, (Θεσσαλονίκη ευδαίμων Βαβυλών, 1996, σ. 152):

«Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1916 έφτασε στην πόλη μας με το  ατμόπλοιο «Έρνεστ Σιμόν» η Μεραρχία Αρχιπελάγους, για να τεθεί στη διάθεση της Επαναστατικής κυβέρνησης Βενιζέλου. Μεταξύ των αξιωματικών ήταν και ο ανθυπολοχαγός Τάσος Μουμτζής […], ο αξιωματικός που άλλαξε την ονομασία της […] σε Εθνικής Αμύνης.

»Βρισκόμουν ―θυμάται ο Τ.Μ.― στην ταβέρνα του Πρεβεδουράκη [: «Λαβύρινθος»] και έπινα το κρασί μου κοντά στην πόρτα. Πάνω από το κεφάλι μου βρισκόταν μια ταμπέλα που έγραφε «οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου». Κάποιος φωνάζει να κατέβει […]. Ένας Κρητικός τσολιάς της ανακτορικής φρουράς των Αθηνών, επαναστάτης κι αυτός, βλέποντας πως παρόλο το ύψος του δεν την φτάνει, αρπάζει εμένα, χωρίς να ξέρει βέβαια ότι είμαι αξιωματικός, και στο τάκα τάκα με καθίζει στον ώμο του. Ξεκόλλησα την ταμπέλα και το τι έγινε δεν περιγράφεται […]. Έτσι, με συμφωνία όλων, η οδός αυτή ονομάστηκε “οδός Εθνικής Αμύνης”».

Παραθέτω και την «εκδοχή» Κ. Τομανά (Οι ταβέρνες της παλιάς Θεσσαλονίκης, 1991, σ. 27):

«Στην οδό Εθνικής Αμύνης, εκεί που βρίσκεται το κτίριο της Ε.Μ.Σ., ήταν ένα μεγάλο στενόμακρο παράπηγμα, όπου ο Γ. Πρεβεδουράκης εγκατέστησε μια αποθήκη κρασιών […]. Οι δουλειές άνοιξαν όταν ήρθαν στη Σαλονίκη τα στρατεύματα της Ανατολικής Στρατιάς. Μετά το κίνημα της Εθνικής Αμύνης, την ταβέρνα κατέλαβαν εξ εφόδου οι Έλληνες και απώθησαν τους ξένους στα ταβερνεία της παραλίας και της Εγνατίας.

Ένα βράδυ, πάνω στο φόρτε του γλεντιού, βγαίνει έξω ένας ανθυπολοχαγός, ανεβαίνει στην πλάτη ενός φαντάρου, κατεβάζει την πινακίδα […] και βάζει στη θέση της ένα στρατσόχαρτο όπου ήταν γραμμένο με κιμωλία: «Οδός Εθνικής Αμύνης». Ήτανε τα βαφτίσια της Μπουλβάρ Χαμιδιέ».

Ήδη το «έδαφος» για την «αποκαθήλωση» και τη νέα ονομασία είχε προετοιμαστεί κατά κάποιο τρόπο και από τον Τύπο της Θεσσαλονίκης: Ενδεικτικό είναι το δημοσίευμα που αλιεύσαμε από την εφ. Μακεδονία (1916).

«Σήμερα, ότε ολόκληρος η εθνική δράσις συνεκεντρώθη εις την Λεωφόρον Σουλτάν Χαμίτ, δεν είναι τραγελαφικόν να φέρει ακόμη το όνομα εκείνου διά τον οποίον ακριβώς ηγέρθη ολόκληρον το Έθνος μας; […] Και αφού φέρει το όνομά του ο μόνος άξιος λόγου δρόμος της Θεσσαλονίκης, […] νομίζομεν ή ότι πρέπει να φύγουν από εκεί τα γραφεία της εθνικής δράσεως ή να μετατραπεί η ονομασία της […]».

  • Το 1920, μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου, η λεωφόρος μετονομάστηκε σε «Βασιλέως Κωνσταντίνου», μετά το ’22 πάλι σε Εθνικής Αμύνης και αργότερα […] πήρε την ονομασία «Βασιλίσσης Σοφίας», που διατήρησε μέχρι και το 1983, οπότε, με την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου (δημαρχία Θ. Μαναβή) υπ΄ αριθμ. 282, μετονομάστηκε και πάλι: Εθνικής Αμύνης. [Οφείλω αυτήν την πληροφορία στον αγαπητό συνάδελφο Σωτ. Καπετανόπουλο. Στο βιβλίο του για την ονομασία των δρόμων της Θεσσαλονίκης, που βρίσκεται εδώ και χρόνια υπό έκδοση, μπορεί να βρει ο αναγνώστης πληρέστερα στοιχεία.]

Πάντως, στην Εφημερίδα των Βαλκανίων, (11.12.1922) διαβάζουμε:

«Εις την χθεσινήν συνεδρίασιν του Δημοτικού Συμβουλίου απεφασίσθη η αποκατάστασις της ονομασίας των οδών εις τας παλαιάς τοιαύτας: Συνεπώς, η λεωφόρος Β. Κωνσταντίνου θα λέγεται Εθνικής Αμύνης».

11. Η δυτική πλευρά της λεωφόρου Χαμιδιέ.

Το τμήμα της οδού από το Σιντριβάνι ώς το κοιμητήριο της Ευαγγελίστριας

Μια ξεχωριστή προσέγγιση αξιώνει το βόρειο τμήμα της λεωφόρου (από το Σιντριβάνι ώς το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας), όπου και το ιστορικό κτίριο της Φιλοσοφικής του Α.Π.Θ. και η πλατεία του Χημείου (μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’50 το γήπεδο του Ηρακλή).

Από την άλλη πλευρά: το προσφυγικό νοσοκομείο (: «Γ. Γεννηματάς») και το μόνο άγαλμα της λεωφόρου (: Τσάμης Καρατάσος).

Σ’ αυτό το κομμάτι, που έχει τη δική του ιστορία, μας φαίνεται ότι η λεωφόρος αναπνέει καλύτερα, υπάρχει και λίγο πράσινο ενώ δεν υπάρχει ούτε μία πολυκατοικία.

(Αναφορές στη λογοτεχνική τοπογραφία αυτού του τμήματος της οδού Εθν. Αμύνης βλ. σε Γ. Αναστασιάδης, Το Πανεπιστημίο Θεσσαλονίκης αφηγείται την ιστορία του, 1926-1973 (2003). Παραθέτω ενδεικτικά ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Ιωάννου, Το δικό μας αίμα:

«[…] Από τα κάγκελα με τη σαλκιμιά και τους κισσούς (του κεντρικού κτιρίου) πιανόμασταν κι εμείς, όταν στον εμφύλιο περνούσαν καθημερινά, το απόγευμα ιδίως, πλήθος κηδείες με στρατιωτικές μουσικές και βηματισμό, τραβώντας για την Ευαγγελίστρια […]»).

 

Τα πρώτα «βήματα της … Χαμιδιέ»

Όλα θ’ αρχίσουν στη δεκαετία του 1879-1889: Με το άνοιγμα των ανατολικών τειχών από την «πύλη της Καλαμαριάς» (: Σιντριβάνι)* ώς τον «Πύργο του αίματος» (Λευκό Πύργο), και με τις εργασίες που βρήκαν χίλιες δυσκολίες, γιατί έπρεπε να υπερπηδηθούν εμπόδια και κυρίως η ανασκαφή των νεκροταφείων, που είχαν έκταση μέχρι τη σημερινή οδό Φιλικής Εταιρείας (τότε Χισάρ) […]. Με την άνοδο του Χαμίτ στον θρόνο, η λεωφόρος ονομάστηκε Χαμιδιέ, προς τιμήν του Σουλτάνου […].

«Μετά την επιχωμάτωση, στη λεωφόρο τοποθετήθηκαν κυβόλίθοι και στα πεζοδρόμια πλάκες από γρανίτη διαφόρων διαστάσεων.

Στα κράσπεδα φυτεύτηκαν πυκνά δέντρα, τα γνωστά βρωμόδεντρα, που από τα φύλλα τους πρωταρχίσανε οι νεαροί της εποχής το κάπνισμα.

Λίγο αργότερα άρχισε ένας οργασμός ανοικοδόμησης κατά μήκος της λεωφόρου Χαμιδιέ και κτίστηκαν τα όμορφα κτίρια, τα σουλτανικά, όπως λέγονταν, τα δικαστήρια, τα προξενεία κτλ.». (Γ. Σταμπουλής, Θεσσαλονίκη, ευδαίμων Βαβυλών, 1997).

Αυτή η μετάβαση από τη «Γενή Ισκελέ Τσαντεσσί» (λεωφόρος Νέας Αποβάθρας) στην Μπουλβάρ Χαμιδιέ είναι και η πρώτη (μετά την κατασκευή της προκυμαίας) σχεδιασμένη επέκταση της Θεσσαλονίκης, όπως επισημαίνει η Αλ. Καραδήμου-Γερόλυμπου (Μεταξύ Ανατολής και Δύσης, 2004), η οποία και μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες: «Με σχέδια αρχιτεκτόνων από την Κωνσταντινούπολη κτίζεται μια σειρά από κομψές κατοικίες, οι οποίες γρήγορα γίνονται ανάρπαστες από τους Θεσσαλονικείς. […] Εκτός από τα κτίσματα που έμειναν στην πρόσφατη ιστορία της Θεσσαλονίκης ως «τα σουλτανικά». Η περιγραφή των εγκαινίων του Σιντριβανίου από την εφ. Φάρος (23.9.1881) αποτυπώνει τη μετάβαση από την παραδοσιακή στην εκσυγχρονισμένη – εξωραϊσμένη πόλη.

Όπως σημειώνει ο Ευ. Χεκίμογλου  (Ευ. Χεκίμογλου-Ε.Danacioglu, Θεσσαλονίκη πριν από 100 χρόνια. Το μετέωρο βήμα προς τη Δύση, 1998, σ. 38):

«[…] Η περιοχή (όπου  σχεδιάστηκε η οδός Χαμιντιέ) είχε ιδιόρρυθμο ιδιοκτησιακό καθεστώς. ανήκε κατά ένα μέρος στον δερβίσικο τεκέ που στεγαζόταν στην πύλη της Καλαμαριάς, στη σημερινή οδό Μελενίκου, και κατά το υπόλοιπο στο βακούφι του Λευκού Τεμένους (Ακτσά Μετζίτ) και σε μία μη κατονομαζόμενη χριστιανική κοινότητα (πιθανόν της μονής της Αγ. Αναστασίας ή την εκλείψασα μονή του Αγ. Παντελεήμονος). […] Τα κτίρια της νέας οδού που άρχισαν να ανεγείρονται το 1889 ανήκαν στο σουλτανικό ταμείο […]».

Ο Κ. Τομανάς (Οι κάτοικοι της παλιάς Θεσσαλονίκης, 1992, σ. 112) υποστηρίζει ότι η Μπουλβάρ Χαμιδιέ εγκαινιάστηκε το 1892, και με την ευκαιρία αυτή πλούσιοι Σαλονικοί κι άλλοι Έλληνες από το Μοναστήρι, την Κοζάνη, τη Βέροια, τη Νάουσα και άλλες πόλεις της Μακεδονίας, έχτισαν στην ανατολική πλευρά της καινούργιας λεωφόρου όμορφα νεοκλασικά σπίτια. Δημιουργήθηκε έτσι μια καθαρά ελληνική γειτονιά, τα Βασιλικά, με δρόμους* που πήραν, μετά το 1912, τα ονόματα Δαγκλή, Διαλέττη, Ντ’ Εσπεραί, Μανουσογιαννάκη, Δ. Μαργαρίτη».

Το «αφήγημα» της οδού Εθνικής Αμύνης

Το «αφήγημα» της οδού Εθνικής Αμύνης σφραγίζουν ορισμένες χαρακτηριστικές στιγμές από τις συναντήσεις της με την Ιστορία:

  • 1911, 7 Ιουνίου: Ο Σουλτάνος Μεχμέτ Ρεσάτ επισκέπτεται την Θεσσαλονίκη [Βλ., αντί πολλών: Γ. Μέγας, Εκατό χρόνια από την επίσκεψη του σουλτάνου Μεχμέτ Ρεσάτ στη Θεσσαλονίκη (1911-2011), 2011]. «Μας είπαν στο σχολείο» ―γράφει στο Μακεδονικό Ημερολόγιο ο Ν. Σφενδόνης― «ότι θα μας παρατάξουν στην Μπουλβάρ Χαμιδιέ, για να δούμε τον Σουλτάνο που θα περάσει με τη χρυσή καρότσα[…]. Στη διασταύρωση της Χαμιδιέ με τη σημερινή Μανουσογιαννάκη, ο Σουλτάνος έστρεψε το πρόσωπό του προς το μέρος μας και μας έκανε έναν τεμενά, ανταποκρινόμενος έτσι στις ιαχές μας […]».
  • 1912, Σάββατο 27 Οκτωβρίου: Μεγάλος ενθουσιασμός για την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη. Στην οδό Χαμιδιέ ―και σ’ όλη τη Θεσσαλονίκη― ατμόσφαιρα γιορτής. Το καφενείο «Πρόοδος» (στη συμβολή Εθνικής Αμύνης και Δ. Μαργαρίτη, μετέπειτα «Λεχρίτες» ― βλ. παρακάτω), που από πολύ νωρίς είχε κρεμάσει μια τεράστια ελληνική σημαία, δέχτηκε μια χωρίς προηγούμενο κοσμοσυρροή και πρόσφερε δωρεάν όλα τα είδη που διέθετε. Θραύση έκανε προπάντων η μπύρα».

* Η Ζ. Ποζέλι, Ο V Poselli της Θεσσαλονίκης 2002, διασώζει μνήμες για ορισμένες οικογένειες που αγόρασαν τα δίπατα σπίτια της Χαμιδιέ.

  • 1913: Μέχρι τον σεισμό του 1978 έως την κατεδάφισή τους, μπορούσες να δεις σ’ ορισμένα σουλτανικά κτίρια της οδού Χαμιδιέ, ιδίως σ’ αυτό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών, σημάδια από τις σφαίρες του ελληνικού στρατού που αιχμαλώτισε κατά την σύρραξη του 1913 τους Βούλγαρους που δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν την πόλη όταν διατάχθηκαν να φύγουν απ’ αυτήν.
  • Από το 1907 τη Χαμιδιέ διέσχιζε πλέον το ηλεκτροκίνητο τραμ που ερχόταν από το Ντεπό.

Δεν είχε περάσει ένας χρόνος από την ημέρα της απελευθέρωσης και διαβάζουμε στη Νέα Αλήθεια (25.8.1913):

«Προχθές όλα τα ρυμουλκά και τα ρυμουλκούμενα τραμ σταμάτησαν κατά μήκος της λεωφόρου Χαμιδιέ και η συγκοινωνία διεκόπη 2 ώρες, διότι εχάλασε το καζανάκι ενός τραμ».

  • 1917: Το φθινόπωρο, λίγες εβδομάδες μετά την καταστροφική πυρκαγιά, η οδός Εθνικής Αμύνης ―όπως και η προκυμαία και η λεωφόρος των Εξοχών (Β. Όλγας)― είναι χωματόδρομος. Η Εταιρεία Υδάτων Θεσσαλονίκης όφειλε να την καταβρέχει τακτικά το καλοκαίρι. Στις 21 Οκτωβρίου 1917 η Εταιρία απευθύνεται προς τον δήμαρχο Κ. Αγγελάκη, ζητώντας την ανάλογη πληρωμή της για το κατάβρεγμα. [Βλ. Θεσσαλονίκη 1917-1967. Η ταυτότητα της πόλης μέσα από το Δημοτικό Αρχείο, ΚΙΘ, 1995, σ. 35].

 

Βιβλιοπωλεία, θέατρα και καφενεία

  • «Τα παραπήγματα της Εθνικής Αμύνης» ―θυμάται ο Κ. Τομανάς (Οι ταβέρνες της παλιάς Θεσσαλονίκης, 1991, σ. 71)― «όπου οι Σύμμαχοι εγκατέστησαν τα γραφεία των εφημερίδων που κάηκαν στην πυρκαγιά του 1917, διατηρούνταν μέχρι το 1932, όταν κατεδαφίστηκαν για να γίνει η διάνοιξη της οδού Πολωνίας (κατόπιν Πρ. Νικολάου και σήμερα Αλ. Σβώλου). Στο πρώτο παράπηγμα, δίπλα στο καφενείο του Μήττα, στεγάστηκε το βιβλιοπωλείο του Μιχάλη Τριανταφύλλου». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να θυμηθούμε:

(α) Τον Μ. Κανδυλάκη και τα όσα γράφει για την εφ. Πάλη στο βιβλίο του Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης, 1912-1923, τ. Β΄, 2000, σ. 225 επ. Ο Μ.Κ. παραθέτει στη σ. 229, φωτογραφία του χαρτοπωλείου- βιβλιοπωλείου Μ. Τριανταφύλλου με τη λεζάντα «Το βιβλιοπωλείο του Τριανταφύλλου όπου ήταν και τα γραφεία της εφ. “Πάλη”».

(β) Τον Γ. Βαφόπουλο, που γράφει (στο βιβλίο του Σελίδες Αυτοβιογραφίας, τ. 1):

«Εκεί κοντά στο Σιντριβάνι, στην οδό Εθνικής Αμύνης, είχε στηθεί σε μια παράγκα το άλλοτε μεγάλο βιβλιοπωλείο του Μιχαήλ Τριανταφύλλου. Και στεκόμουν ώρα πολλή στη βιτρίνα του και θαύμαζα τα βιβλία και διάβαζα με τη σειρά όλους τους τίτλους […]».

Στο τελευταίο (παράπηγμα) [συνεχίζει ο Κ. Τομανάς (ό.π.)] στεγάστηκε η Ένωση Μοναστηριωτών και το φαρμακείο του Δεξίππου Αντωνιάδη. Δίπλα σ’ αυτό ο Αλφρέντο Μουρατόρι, γιος του Σαλβατόρε, ιδρυτή της εφ. Verita (Αλήθεια), που θα την αγοράσει αργότερα ο Γιάννης Κούσκουρας, άνοιξε το πολυτελέστατο ζαχαροπλαστείο «Ντορέ», επιπλωμένο σε βιεννέζικο στυλ. Συγκέντρωνε τα βράδια δικούς μας και ξένους αξιωματικούς, μπον βιβέρ και δικές μας και αλλοδαπές κυρίες του κόσμου και του ημικόσμου. […]

Τα τραπεζάκια του «Ντορέ» φιλοξενούσαν την ημέρα τους δημοσιογράφους των πάνω από είκοσι ελληνικών και ξένων εφημερίδων που εκδίδονταν τότε στη Σαλονίκη.

Ο Γάλλος δημοσιογράφος Ζυλ Ρατώ, ο Αύγουστος Θεολογίτης, ο Χαρ. Βαμβακάς, ο Γιάννης Πετσόπουλος, ο Νίκος Μάνος, ο Νίκος Καστρινός, ο Αλ. Βουτυράς, ο Γιάννης Μπήτος, και πολλοί άλλοι έγραφαν τα άρθρα τους στο «Ντορέ» και τα πήγαιναν για εκτύπωση στο μοναδικό τότε τυπογραφείο του Γιάννη Κούμενου, στην οδό Εθνικής Αμύνης, απέναντι από τη Στρατιωτική Λέσχη.

(Ο Τομανάς ισχυρίζεται ότι στο «Ντορέ» ήπιε το καφεδάκι του το 1924 και ο διαβόητος λήσταρχος Φ. Γιαγκούλας, για να ρεζιλέψει έτσι αυτούς που τον κυνηγούσαν στα βουνά ― έναν χρόνο μετά, το 1925, θα εξοντωθεί από απόσπασμα χωροφυλακής.)

Η πλατεία Ι. Δέλλιου

Ο Στρ. Σιμιτζής (ό.π.) θυμάται την πλατεία «Ιω. Δέλλιου». «Η άπλα της», γράφει, «και η απουσία αυτοκινήτων την έκαναν ιδανική για κόντρα στο ποδόσφαιρο […]. Δέσποζαν τα μέγαρα των δικηγόρων Ν. Δερεχάνη, Παγώνη κ.ά. Το μέγαρο Δερεχάνη κατά την κατοχή είχε επιταχθεί από τους Γερμανούς, που είχαν εγκαταστήσει εκεί την υπηρεσία Organization Todt του μηχανικού. Το υπόγειο το είχαν διαμορφώσει σε καταφύγιο, το μεγαλύτερο και πιο άρτια οργανωμένο στα Βαλκάνια, με τηλεφωνικό κέντρο, ηλεκτρογεννήτρια, ένα πραγματικό φρούριο. Όμως, το είχαν για δική τους χρήση και  δεν επέτρεπαν την είσοδο στους Έλληνες κατά τη διάρκεια του βομβαρδισμού. Πριν από τον πόλεμο το υπόγειο λειτουργούσε ως εντευκτήριο του Α.Σ. «Μελιτεύς» και της Ε.Ο.Ν. του Ι. Μεταξά. Η πλατεία και η ευρύτερη γειτονιά (οδός Β. Σοφίας) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πιάτσα καταστημάτων με είδη στρατού, πιλοποιεία και ραφεία […]». Στο σουλτανικό κτίριο (στο σημείο όπου σήμερα έχει ανεγερθεί η Δημοτική Βιβλιοθήκη και στα μεταπολεμικά χρόνια υπήρχε γκαράζ αυτοκινήτων της Αστυνομίας) στεγάστηκε μετά την πυρκαγιά το Κρατικό Ωδείο.

Απέναντι από το «Ντορέ», στη συμβολή των οδών Εθνικής Αμύνης και Δεσπερέ, βρισκόταν το παλιό θέατρο «Νέα Σκηνή».

Ο Γ. Βαφόπουλος (ο.π.) θυμάται ότι το ’χαν επιτάξει για την ψυχαγωγία του στρατού, και ένας θίασος […] έδινε κάθε μέρα θεατρικές παραστάσεις. Τις Κυριακές έπαιζαν την «Γκόλφω» και την «Εσμέ την Τουρκοπούλα» […]. Τις καθημερινές παρίσταναν δύο μονόπρακτες κωμωδίες. […]

»Μία Κυριακή, καθώς στεκόμουν και θαύμαζα το πρόγραμμα, δεν ξέρω πώς, βρέθηκα μπερδεμένος ανάμεσα στους φαντάρους και προωθήθηκα μαζί τους ώς την πλατεία του θεάτρου. Ένας καινούργιος κόσμος ανοιγότανε τώρα μπροστά μου. Ανακάλυπτα το θέατρο […]. Το απόγευμα της άλλης μέρας ξαναβρέθηκα μπρος στην είσοδο της Νέας Σκηνής. Με χαρά μου διαπίστωσα πως δεν ήταν δύσκολο να γλιστρήσω μέσα μαζί με τους φαντάρους. Όταν βρέθηκα στον εξώστη, είδα πως δεν ήμουν ο μοναδικός λαθροθεατής […]».

  • «Όταν το 1920 ήρθε στη Θεσσαλονίκη ο Ελευθέριος Βενιζέλος» ―γράφει ο Γ. Βαφόπουλος (ό.π.)― «για τον προεκλογικό του λόγο, όλοι οι θαυμαστές του εκείνη την ημέρα το σκάσαμε από το σχολείο. Μίλησε από ένα μπαλκόνι της οδού Εθνικής Αμύνης, εκεί ακριβώς πού βρίσκεται σήμερα η Στρατιωτική Λέσχη. Τα στελέχη του κόμματος, προβλέποντας την αποτυχία της συγκέντρωσης, είχαν διαλέξει επίτηδες το στενό εκείνο μέρος […].

»Την επόμενη Κυριακή ήρθε στην πόλη ο Δ. Γούναρης. Μίλησε από το μπαλκόνι του Ταχυδρομικού Παραρτήματος στην πλατεία του Λευκού Πύργου, εκεί όπου υψώνεται σήμερα το θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών […]».

  • Για το ύφος και την καθημερινότητα της οδού Βασ. Σοφίας (Εθν. Αμύνης) στην επόμενη εικοσαετία (1920-1940), μέχρι να φτάσουμε στην κήρυξη του β΄ παγκόσμιου πολέμου, χρειάζεται ειδική έρευνα κυρίως στις εφημερίδες της εποχής. Σημαντικές πληροφορίες για τα κτίρια και τα πρόσωπα που συνδέθηκαν με την οδό Εθνικής Αμύνης, βρίσκουμε στο βιβλίο του Κ. Τομανά Δρόμοι και γειτονιές της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1944 (1997).

 

Η οδός στην περίοδο της κατοχής (1941-1944)

Μας λείπουν πάντως πολλές ψηφίδες από την εικόνα της λεωφόρου στην κατοχική περίοδο (1941-1944), όταν η οδός κλήθηκε από τη συγκυρία να επιτελέσει ρόλους που μέχρι τότε τής ήταν άγνωστοι…

Ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο της πόλης Χαρ. Θεοδωρίδης (Ο χειμώνας του 1941-42) διασώζει θραύσματα από την αίσθηση και τη μορφή του δρόμου στα κατοχικά χρόνια:

«20 Δεκεμβρίου 1941: «Κατεβαίνω, τρεχάλα τον κατήφορο από το Πανεπιστήμιο στον Λευκό Πύργο […]». Στο περίπτερο της αρχής της οδού Εθνικής Αμύνης ένας πελάτης αγοράζει την Απογευματινή […]».

»24 Δεκεμβρίου 1941: Πήρα τον κατήφορο της Εθνικής Αμύνης […]. Κατασταλάξαμε σε μια μικρή ταβέρνα, νεοανοιγμένη, ένα στενόμακρο ξεχαρβαλωμένο μαγαζί σε μία παμπάλαια οικοδομή της οδού Εθνικής Αμύνης, που είχε ξεφύγει την κατεδάφιση από την ιταλική μπόμπα. Αντίκρυ ένα παλιό κτίριο, που τελευταία χρησίμευε σαν Στρατιωτική Λέσχη, είχε  δεχτεί μια από τις γενναιότερες μπόμπες και η στέγη του έγειρε με περίεργο τρόπο, έτσι που ο κόσμος στεκόταν και την κοίταζε και οι Γερμανοί την φωτογράφιζαν […]».

»22 Γενάρη 1942: Η οδός Εθνικής Αμύνης από τον Λευκό Πύργο και τη θάλασσα ίσαμε το νεκροταφείο ξανοίγεται εμπρός μου κάτασπρη στο χιόνι […]. Την ώρα που θαλασσοδέρνομαι ανάμεσα στην παλιά Φοιτητική Λέσχη και τα σαραβαλόσπιτα που χρησιμεύουν για Εισαγγελίες και Εφορίες, στο  Σιντριβάνι μια  φωνή με προφταίνει. Είναι το πλανόδιο γερμανικό ραδιόφωνο […]. Αραγμένο στην ανοιχτοσύνη δεξιά από το Σιντριβάνι μπρος στο φρέσκο εξάμβλωμα: το Άσυλο του Παιδιού».

Από την ταβέρνα «Φωληά» (έναντι του Φρουραρχείου) στην κατοχική Β. Σοφίας πέρασε και ο Β. Τσιτσάνης. Σε σχετική διαφήμιση στην εφ. Νέα Ευρώπη διαβάζουμε: «Όλοι στη Φωληά, έναρξης 24.4.1943, για να γιορτάσουμε πανηγυρικώτατα την Πασχαλιά με αρνιά, κοκορέτσια, κόκκινα αυγά και με αγνά ποτά […] με τον πασίγνωστον δαιμόνιον Τσιτσάνη και με τιμές λαϊκές […]».

Μικρά κομμάτια από το παζλ της οδού στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια αντλούμε από τις εφημερίδες της εποχής και από τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου. Είναι πάντως προφανές ότι χρειάζεται μια συστηματική ανίχνευση για να αναπλάσουμε την ατμόσφαιρα στη λεωφόρο σ’ αυτά τα ζοφερά και κρίσιμα χρόνια.

  • Ιούλιος 1946: Η εφημερίδα Το Φως (7 Ιουλ.) γράφει:

«[…] Κάπου στην αρχή της οδού Εθνικής Αμύνης […] βλέπουμε να σώζονται γραμμένες στους τοίχους οι διάφορες γερμανικές διαταγές, για να μας θυμίζουν τη γερμανική βαρβαρότητα».

  • Αύγουστος 1946: Με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής (17 Αυγ.), προωθείται στο πλαίσιο του «εκσυγχρονισμού» της πόλης «η ριζική ανακαίνισις του σκυρωτού οδοστρώματος» της οδού Βασ. Σοφίας (από Λευκού Πύργου μέχρι Νεκροταφείου Ευαγγελιστρίας)
  • Φεβρουάριος 1947: Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Χρ. Κωνσταντίνου απευθύνει προς τον Άγγλο ταξίαρχο «παράκληση», σε αυστηρό ύφος, να αλλάξουν δρομολόγιο τα τεθωρακισμένα του αγγλικού στρατού ώστε να μην καταστρέφονται οι νέες ασφαλτοστρώσεις, όπως π.χ. αυτή της οδού Βασ. Σοφίας.

[Βλ. Κ.Ι.Θ., Η ταυτότητα της πόλης μέσα από το Δημοτικό Αρχείο, ό.π., σ. 42 και 53]

6. Στην οδό Βασ. Σοφίας στα χρόνια του ’50 δεσπόζει το μέγαρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Δεν έχει κτισθεί ακόμη η Στρατιωτική Λέσχη (Β. Κολώνας, Θεσσαλονίκη 1912-2012: Η αρχιτεκτονική μιας εκατονταετίας, 2012).

Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (Κ.Θ.Β.Ε.)

  • Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στην αρχή της οδού Εθνικής Αμύνης, σηματοδοτεί έναν σταθμό στη θεατρική ιστορία της πόλης, αλλά ταυτόχρονα και την εποχή της αντιπαροχής και της άγριας ανοικοδόμησης, που, σε συνδυασμό με την αύξηση των τροχοφόρων, θα κάνει αγνώριστη και την οδό Εθνικής Αμύνης – όπως και τις άλλες μεγάλες αρτηρίες της πόλης. Ταυτόχρονα, όλη αυτή η περίοδος – από το ’50 ώς το ’78, όταν θα κατεδαφιστούν με τον σεισμό τα παλιά δικαστήρια, είναι διάστικτη από τα βιώματα των παιδιών και των εφήβων που μεγαλώσαν, έπαιξαν και έζησαν σ’ αυτόν τον δρόμο (βλ. παρακάτω).

Για το Κρατικό Θέατρο είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα από τον Β. Βασιλικό  (Εκτός των τειχών, 1966, σ. 69 επ.):

«Είδα με έκπληξη και ταραχή δίπλα στον Λευκό Πύργο το καλιμάρμαρο οικοδόμημα του θεάτρου τελειωμένο. Δεν πίστευα στα μάτια μου γιατί ―κι αυτό είναι δύσκολο να το καταλάβει όποιος  δεν έζησε την δεκαετία ’50-’60 στη Θεσσαλονίκη― επί δέκα χρόνια συνεχώς το βλέπαμε να χτίζεται και τελειωμό να μην έχει. Για μας τους νέους τότε είχε γίνει το άγχος της εφηβείας μας. Γι’ αυτό και απόρεσα όταν το είδα από ψηλά περίπου ολοκληρωμένο […]».

[Αυτό που θυμόμαστε εμείς, τα παιδιά της εποχής, ήταν ότι από τα υπόγεια τού υπό ανέγερση κτιρίου έβγαινε συνεχώς θαλασσινό νερό.]

[Για το θέατρο της Ε.Μ.Σ. και τη Λέσχη Αξιωματικών Φρουράς Θεσσαλονίκης βλ., αντί πολλών, Χρ. Ζαφείρης, Θεσσαλονίκης Εγκόλπιον, 1987, σ. 52.]

  • Για το κτίριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών (Ε.Μ.Σ.) έχεις γράψει στο κείμενο «‘Σύμβολα’ της πόλης», Θεσσαλονικέων Πόλις, τχ. 7, 2009, σ. 62 επ.

Ενδεικτικό είναι το παρακάτω απόσπασμα:

«[…] Στο χρήσιμο λεύκωμα για το χρονικό της Ε.Μ.Σ., που εκδόθηκε το 2007, ο Ν. Ι. Μέρτζος και ο Κ. Πλαστήρας καταγράφουν την διαδρομή της Ε.Μ.Σ. από το 1939 ώς το 2007 και παραθέτουν φωτογραφίες και ντοκουμέντα.

Ο θεμέλιος λίθος του κτιρίου τέθηκε μέσα στη δίνη του Εμφυλίου Πολέμου: 8 Φεβρουαρίου 1949. Το κτίριο, που δέσποζε τότε στην περιοχή του, εγκαινίασε στις 18.11.1951 ο βασιλιάς Παύλος.

Στη μνήμη σου έχουν χαρακτεί:

Η αίθουσα διαλέξεων, ιδίως στα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, σε πολλές εκδηλώσεις και όχι μόνο σ’ ομιλίες. (Στη δεκαετία του ’90, π.χ., ο Μίκης Θεοδωράκης έδωσε σ’ αυτόν τον χώρο μια μικρή αλλά αξέχαστη συναυλία… Στα χρόνια του ’50 και του ’60 πέρασαν από την ίδια αίθουσα, όχι μόνο αρκετοί από τους επιφανείς καθηγητές του Α.Π.Θ. και διακεκριμένα μέλη της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη» αλλά και κορυφαίοι πολιτικοί, όπως π.χ. ο Π. Κανελλόπουλος.

Η Βιβλιοθήκη και το Αναγνωστήριο της Ε.Μ.Σ. έχουν κάτι το υποβλητικό, ενώ η θέα από τα μεγάλα παράθυρα προς τη θάλασσα του Θερμαϊκού εξακολουθεί να σαγηνεύει. Το «Φουαγιέ», που λειτούργησε στα χρόνια του ’60 στον μεγάλο ανοικτό εξώστη του κτιρίου, συγκέντρωνε τότε τη φοιτητική νεολαία και ένα μέρος από την «αφρόκρεμα» της πόλης.

Στην καρδιά των Θεσσαλονικέων το κτίριο της Ε.Μ.Σ. εξακολουθεί να συμβολίζει ένα σημαντικό πνευματικό προπύργιο της πόλης».

 

Η Εθνικής Αμύνης του Γιώργου Ιωάννου

Η οδός Εθνικής Αμύνης, χρησιμεύει ως «σκηνικό» στην αφήγηση του Γ. Ιωάννου για την αποφράδα ημέρα της 21ης Απριλίου 1967 (α) και για τα βιβλία του Στ. Τσίρκα που πουλιούνται έξω από το Στρατοδικείο (β).

(α) Γράφει ο Γ. Ιωάννου («Ο πρόεδρος Ταμέλης», Εφήβων και μη, 1982, σ. 46):

«Στις 21 Απριλίου 1967 το πρωί στη Θεσσαλονίκη ήταν ήλιος και ωραίος καιρός […]. Βλέπω στην Εγνατία μια σειρά θωρακισμένα […]. Ανύποπτος προχωρώ διαβάζοντας τη Μακεδονία. Κατεβαίνω την Εθνικής Αμύνης. Κοντά στον Λευκό Πύργο, έξω από τα δικαστήρια, συναντώ έναν δικηγόρο γνωστό μου, δεξιό στα φρονήματα. «Να δεις προκλήσεις που κάνουνε, του λέω για να τον πικάρω, να σκάσεις στα γέλια – Θέλουν να σταθούν ώρα έξω από το Πανεπιστήμιο και για να το δικαιολογήσουν, απλώσανε κάτω τις αλυσίδες από ένα τάνκ που δήθεν χάλασε». Αυτός με κοίταξε για λίγο και μετά «Την κάνανε» μου λέει. «Ποιαν κάνανε» του λέω. «Τη δικτατορία. Πιάσανε τους υπουργούς, τον Κανελλόπουλο, όλους». «Αμάν μια καρέκλα ….» του λέω, «λίγο νερό». Με πάει στο άθλιο καφενείο των δικαστηρίων. Υπήρχε σούσουρο εδώ και πολύ πήγαινε-έλα».

(β) (Φυλλάδιο 5-6, 1982, σ. 55):

«Στη δικτατορία απαγορεύτηκαν μαζί με πολλά άλλα βιβλία και οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρ. Τσίρκα […]. Πολλά βιβλιοπωλεία, μικρά ιδίως, δεν τις είχαν αποσύρει γιατί η χουντική διαταγή έλεγε «Ακυβέρνητες Πολιτείες» ενώ τα βιβλία στο εξώφυλλο έγραφαν με μεγάλα χρωματιστά γράμματα «Η Λέσχη», «Αριάγνη», «η Νυχτερίδα», και με πολύ μικρότερα στο πάνω ζωνάρι: «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Πού να καταλάβει λοιπόν ο ακατατόπιστος βιβλιοπώλης ή ο τρισχειρότερος σ’ αυτά χωροφύλακας ότι αυτοί οι τόμοι είναι που λέγονται Ακυβέρνητες Πολιτείες.

Μήνες και μήνες έβλεπα τα βιβλία του Τσίρκα να ξεθωριάζουν στην προθήκη ενός μικρού βιβλιοπωλείου  στην προέκταση Τσιμισκή και Εθνικής Αμύνης, απέναντι ακριβώς από το Στρατοδικείο, που μοίραζε τότε αφειδώς ποινές αλλά αυτό δεν το έβλεπε. Του το είπα του Τσίρκα: «Τα βιβλία σου πουλιούνται έξω από το Στρατοδικείο». Και γελάσαμε πάρα πολύ».

4. Η διαμόρφωση της νέας οδού Χαμιδιέ. Φωτογραφία του 1890-1893 (Ευ. Χεκίμογλου – E. Danacioglou, Θεσσαλονίκη πριν από 100 χρόνια. Το μετέωρο βήμα προς τη Δύση, 1998).

Ψηφίδες βιωματικής μνήμης

Ήσουν πολύ τυχερός που η ζωή σου συνδέθηκε τόσο στενά με τη λεωφόρο Εθνικής Αμύνης: γεννήθηκες σ’ ένα διώροφο σπίτι με αυλή στον αριθμό 31, στην Βασιλίσσης Σοφίας, πολύ κοντά στον κινηματογράφο «Μακεδονικόν», και έζησες εκεί τα πρώτα 28 χρόνια της ζωής σου. Οι πρώτες εικόνες που θυμάσαι συνδυάζουν τη γειτονιά όπου παίζατε κρυφτό, πετροπόλεμο κ.τ.π., με την κίνηση και τον θόρυβο ενός κεντρικού δρόμου που τον διασχίζουν αυτοκίνητα, λεωφορεία, κάρα κτλ.

Μπορείς λοιπόν να συνεισφέρεις ορισμένες ψηφίδες βιωματικής μνήμης ― (κάποτε και για τους «τόπους» που δεν μνημονεύονται εδώ: Στρατιωτική Λέσχη, κινηματογράφο Αριστοτέλειο και Αλέξανδρος κ.ά.)· όταν θα έρθει ο καιρός των απομνημονευμάτων, ίσως να γράψεις πιο πολλά. Ανακαλείς έτσι εικόνες και στιγμιότυπα:

1) Από τη Φοιτητική Λέσχη, που ήταν ακριβώς απέναντι από το σπίτι σου και έβλεπες στο ημιϋπόγειο τους φοιτητές να εξασκούνται στην… ξιφασκία.

9. Η Φοιτητική Λέσχη στην οδό Βασ. Σοφίας (1945).

Αργότερα διάβασες (Γ. Καφταντζής, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στον καιρό της κατοχής, 1998) ότι η Φοιτητική Λέσχη στην οδό Εθνικής Αμύνης 34 εγκαινιάστηκε στις 12.1.1930 και στα χρόνια της κατοχής μεταφέρθηκε προσωρινά στο υπόγειο της Λέσχης Κυνηγών, και από κει στο παλιό θέατρο του Λ. Πύργου, και το καλοκαίρι του ’44 στην οδό Στρατηγού Καλλάρη 3. Οι Γερμανοί έκαναν το νεοκλασικό κτίριο της Φοιτητικής Λέσχης στην Εθνικής Αμύνης εντευκτήριο, με έπιπλα σε στυλ βαυαρικό, που τα εγκατέλειψαν όταν έφυγαν».

«Η Φοιτητική Λέσχη» ―θυμάται ο Β. Νέτας (Ελευθεροτυπία, 9.3.1982) «στεγαζόταν σ’ ένα άθλιο κτίριο της οδού Εθνικής Αμύνης, στο ημιϋπόγειο της οποίας είχε παραχωρηθεί ένα δωμάτιο για να στεγαστεί η Φοιτητική Ένωση, η συνδικαλιστική μας οργάνωση».

2) Από την ταβέρνα «Λεχρίτες», στη συμβολή της Β. Σοφίας με τη Δ. Μαργαρίτη. Θυμάσαι αμυδρά, καθώς μάζευες καπάκια από μπύρες στα χαλίκια της μεγάλης αυλής, τους θαμώνες να  γλεντάνε με τις γλυκές πενιές από τους λαϊκούς οργανοπαίκτες της εποχής και να «προγκάρουνε» τον… «τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου», τον παλαβό Μιχαήλ Αγγελόπουλο (υποψήφιο και σε βουλευτικές εκλογές, με «χορηγό» τον εκδότη της Μακεδονίας Ι. Βελλίδη).

[Για την ταβέρνα των Λεχριτών γράφει ο Κ. Τομανάς (Οι ταβέρνες της παλιάς Θεσσαλονίκης, 1991, σ. 31 επ.)

«Ο Κώστας Βαντσάρλας είχε την ταβέρνα του στην οδό Νοσοκομείων, απέναντι από τη βόρεια πύλη του στρατόπεδου του Γ.Σ.Σ. Στην αρχή της κατοχής […] μετέφερε την ταβέρνα στην οδό Εθνικής Αμύνης, στο παλιό καφωδείο του Δ. Σαραγιώτη «Η Πρόοδος». Στην ταβέρνα συγκεντρώνονταν τα βράδια οι Λεχρίτες της Θεσσαλονίκης («Λεχρίτης» στη γλώσσα του λαού σημαίνει ευτελής και τιποτένιος). Δεν ξέρουμε γιατί οι γλεντζέδες αυτοί διάλεξαν αυτόν τον όχι και τόσο τιμητικό χαρακτηρισμό […]. Στους τοίχους της ταβέρνας υπήρχαν σχέδια με μπεκρήδες, ταμπέλες με άρθρα του κανονισμού του «σωματείου» και διφορούμενα ελευθερόστομα ρητά (π.χ. «Απ’ το νερό πνίγηκαν πολλοί απ’ το κρασί κανένας» κ.ά.). Κάθε χρόνο οι Λεχρίτες γιόρταζαν την Κυριακή του  Ασώτου στην ταβέρνα με τρικούβερτο γλέντι […] κτλ.».

3) Από το Α΄ Γυμνάσιο Θηλέων: όταν σχολούσαν οι μαθήτριές του, γέμιζε η Βασ. Σοφίας με μπλε ποδιές. Και πού να ξέραμε τότε που παίζαμε μπάλα στην αυλή του σχολείου ότι το Α΄ Γυμνάσιο Θηλέων λειτούργησε από το 1919 και είχε κτιστεί στον χώρο όπου πρώτα είχε «γράψει ιστορία» το καφενείο «Παρθενών» (βλ. παρακάτω).

(α) Για το σχολείο της, το Α΄ Γυμνάσιο, γράφει η Σ. Κόρτη-Κόντη (Στάση Ευζώνων, 2010).

8. Α΄ Γυμνάσιο Θηλέων (1919-1960).

«Το σχολείο μου στεγάζεται σ’ ένα παλιό κτίριο στην οδό Βασ. Σοφίας […]. Μια μεγάλη επιγραφή στο μπαλκόνι γράφει Α΄ ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΘΗΛΕΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ. ΕΤΟΣ  ΙΔΡΥΣΕΩΣ 1919.

Λένε ότι το κτίριο ήταν παλιά σπίτι, που στο ισόγειό του υπήρχε καφενείο. Το ισόγειο είχε μεγάλες τζαμαρίες που βλέπαν στον δρόμο και στην αυλή δυο άλλα πατώματα […].

Η διαδήλωση για την Κύπρο βρήκε την τάξη μου στο μάθημα των Γαλλικών. Οι φοιτητές που κατέβηκαν από το Πανεπιστήμιο έπεσαν μ΄ όλο το βάρος τους επάνω στη σιδερένια αυλόπορτα φωνάζοντας:

«Ελληνοπούλες, ελάτε μαζί μας»

Και κατάφεραν να την ανοίξουν. Πώς να μην ανταποκριθείς σ’ ένα τέτοιο κάλεσμα; Η κ. Σουζάνα δεν μπόρεσε να μας σταματήσει, όταν μερικές σηκωθήκαμε, είπαμε αντίο και φύγαμε. Ήμασταν Ελληνοπούλες, ήμασταν πατριώτισσες, ενωθήκαμε με το πλήθος των φοιτητών που φώναζαν συνθήματα και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τη Βασ. Σοφίας […]».

[Για το Α΄ Γυμνάσιο Θηλέων έχει γράψει το 2008 ένα χρήσιμο βιβλίο ο Δ. Αθ. Κοσμάς, συμβάλλοντας στην έρευνα της εκπαιδευτικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης].

(β) Το καφενείο «Παρθενών» – γράφει ο Κ. Τομανάς (Τα καφενεία της παλιάς Θεσσαλονίκης, 1990, σ. 20) ήταν πολυτελέστατο […]. Οι εφημερίδες, ελληνικές και ξένες, ήταν περασμένες σε ειδικά πλαίσια από μπαμπού, που έκαναν ευκολότερο το διάβασμά τους και δυσκολότερη την κλοπή τους.

Στο πίσω μέρος του καφενείου ήταν η αίθουσα σφαιριστηρίου, όπου έπαιζαν με τις ώρες μπάτσικα (είδος παιχνιδιού στο μπιλιάρδο, που κρατούσε ώρες) οι βασταγμένοι νεαροί της εποχής. ανάμεσά τους ήταν ο Κλεομένης Χατζηνικολάου και ο νεαρός… Κεμάλ. Ύστερα από χρόνια, ο πρώτος θα γίνει πρόεδρος του ‘Θερμαϊκού’ και ο άλλος πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας».

4) Από το καφενείο «Νέος Παρθενών», που κατεδαφίστηκε το 1965, για να γίνει η διάνοιξη των οδών Ντ’ Εσπερέ και Αλεξ. Σβώλου.

Σύμφωνα πάλι με τον Κ. Τομανά (ό.π.)

7. Το καφενείο «Παρθενών» του Π. Νέδου ήταν στο ισόγειο του σπιτιού με τα δύο μπαλκόνια. Με το βέλος, το καφενείο η «Πρόοδος» ― από το 1941 ταβέρνα του Λεχριτών. (Φωτογραφία του 1914. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του Κ. Τομανά, Τα καφενεία της παλιάς Θεσσαλονίκης, 1990).

«Το καλοκαίρι του 1933 στη μεγάλη αίθουσα θεάτρου «Νέα Σκηνή», που στα 1920 έγινε κινηματογράφος (Το «Πανελλήνιον») και στα 1922 στέγασε πολλές προσφυγικές οικογένειες, ο Ανδροκλής Χάλαρης άνοιξε καφενείο που το ονόμασε «Νέος Παρθενών». Το καφενείο έπαιξε σπουδαίο ρόλο στους φοιτητικούς αγώνες, γιατί εκεί σύχναζαν φτωχοί επαρχιώτες φοιτητές που δεν διέθεταν χρήματα για να νοικιάσουν δωμάτιο με θέρμανση […]. Στη θαλπωρή και στη ζέστη απ’ τη μεγάλη θερμάστρα που έκαιγε στη μέση του καφενείου, άλλοι διάβαζαν από σημειώσεις Αστικό Δίκαιο και άλλοι, φοιτητές της Φυσικομαθηματικής, έλυναν προβλήματα απάνω στα μάρμαρα των τραπεζιών. Στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, απάνω στα τραπέζια απλώνονταν χάρτες και οι «στρατηγοί του καφενείου» παρακολουθούσαν την εξέλιξη των επιχειρήσεων στα διάφορα μέτωπα. Στις φοιτητικές απεργίες, τότε που οι πανεπιστημιακές αρχές έκλειναν τη φοιτητική λέσχη, οι φοιτητές γέμιζαν το καφενείο και άκουγαν από το πατάρι τις ανακοινώσεις της απεργιακής επιτροπής (σε μία απ’ αυτές, το ’35, συμμετείχε και ο Γιάννης Τσιριμώκος, ο μετέπειτα συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, Γιάννης Μαρής […]. Ο «Νέος Παρθενών» δεν έπαψε να λειτουργεί και στην Κατοχή, μόνο που η πελατεία του ήταν πια διαφορετική: νεαροί σαλταδόροι […] κτλ.».

  • Το καφενείο «Παρθενών» [θυμάται ο Στρ. Σιμιτζής (Κάποτε στη Θεσσαλονίκη, 2001, σ. 21)] «στη γωνία της οδού Β. Σοφίας και Ντ’ Εσπερέ, ήταν αυτό που δέσποζε στη γειτονιά. Στον δροσερό και ευχάριστο κήπο του, οι θαμώνες απολάμβαναν τον καφέ τους, που ψήνονταν στη χόβολη, αλλά και την πρέφα τους στα παραδοσιακά τραπεζάκια με τη μαρμάρινη επιφάνεια. Δίπλα ακριβώς ήταν το παρκάκι του Δήμου. Ένας μικρός αλλά σημαντικός πνεύμονας πρασίνου, που αργότερα, ως δια μαγείας, εξαφανίστηκε […]».
  • Ο Αιμ. Δημητριάδης (Φοίνιξ Αγήρως, 1994, σ. 53) σκιτσάρει το καφενείο «Πάνθεον», που ήταν, όπως γράφει, «στην αρχή της Εθνικής Αμύνης αριστερά (κατεβαίνοντας από το Σιντριβάνι), και λειτούργησε ως κέντρο φιλολογικό των Σαλονικέων». Το βιβλίο του Αιμ. Δημητριάδη αναφέρεται στη Θεσσαλονίκη του 1925-1935. (Το καφενείο «Πάνθεον» δεν μνημονεύεται πάντως ούτε από τον Κ. Τομανά ούτε από τον Γ. Σταμπουλή).

5) Από τις μάζες των φιλάθλων που γέμιζαν ασφυκτικά τη λεωφόρο όταν κατηφόριζαν μετά το ματς, σούρουπο Κυριακής, από τα γήπεδα του ΠΑΟΚ (Σιντριβάνι) και Ηρακλή (Πλ. Χημείου).

6) Από τους υπόδικους που «προσάγονταν» πεζοί με χειροπέδες, συνοδεία αστυνομικών οργάνων, θλιβερή πομπή προς τα δικαστήρια, πιο κάτω από το σπίτι σου.

(Τα δικαστήρια τα έβλεπες εξ αποστάσεως, καθώς κατηφόριζες για τον Λευκό Πύργο και το πάρκο. Μικρός, θυμάσαι μια προσφυγική [;] οικογένεια να μένει στο ισόγειο της Εισαγγελίας σαν σκηνή βγαλμένη από την ταινία Η δίκη, του Όρσον Ουέλες, βασισμένη στο βιβλίο τού Κάφκα.  Από το ’68, φρέσκος πτυχιούχος Νομικής, «ασκούμενος δικηγόρος», μπήκες στα ενδότερα: και στην αίθουσα του Πρωτοδικείου, όπου από τα μεγάλα παράθυρα μπορούσες να δεις το γήπεδο της ΧΑΝΘ να σφύζει από ζωή και να δημιουργεί έτσι έντονο κοντράστ με την «πένθιμη» ατμόσφαιρα μέσα στο δικαστήριο. Τα γράφει πολύ καλά ο Γ. Ιωάννου για τα  δικαστήρια στο πεζογράφημά του «Τα κελιά» («Για ένα φιλότιμο»). Είναι προφανές ότι τις εικόνες αυτές τις έχει αντλήσει απ’ αυτές τις αίθουσες των δικαστηρίων στην οδό Εθνικής Αμύνης.

Μια από τις λίγες θετικές μνήμες που διατηρώ από αυτό τον χώρο είναι η συνάντησή μου με τον αξέχαστο πεζογράφο Τ. Καζαντζή, στο ―χαμένο σήμερα― γωνιακό καφενείο των δικηγόρων. (Έμπαινες και από την οδό Εθν. Αμύνης.)

7) Από τους παιδικούς αγώνες ποδοσφαίρου και «μπάσκετ» με μικρές μπάλες στα πεζοδρόμια και στις αυλές  των χαμηλών σπιτιών.

8) Από την κλινική Παπαθεοφίλου, λίγο πιο κάτω από το σπίτι σου. Στα σκαλοπατάκια που υπήρχαν δίπλα στην είσοδό της, θυμάσαι να κάθεσαι με τις ώρες, να ξεφυλλίζεις αθλητικά περιοδικά (Αθλητικά Χρονικά, Σπορ) και να κουβεντιάζεις με την παρέα σου.

9) Από τα παρτέρια με τους πυράκανθους στα φαρδιά πεζοδρόμια, που σήμερα έχουν απελπιστικά στενέψει, ενώ τότε χωρούσαν και τραπεζάκια από το γωνιακό γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο.

10) Από τις προεκλογικές πολιτικές συζητήσεις στο καφενείο «Ζάππειον», όπου αργότερα και «φλιπεράκια». Εδώ περνούσες μερικές από τις ατέλειωτες ώρες της εφηβικής μοναξιάς.

11) Από την πρωτοπόρο «λογία» Μερόπη Τσιώμου–Βασιλικού (1897-1979): Γράφεις στο κείμενο που της αφιέρωσες στο βιβλίο Ανεξάντλητη πόλη, Θεσσαλονίκη 1917-1974, 1996, σ.182 επ.

«Από το 1956 και μετά, η Μερόπη Τσιώμου-Βασιλικού εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα της γωνιακής πολυκατοικίας στην Εθνικής Αμύνης και Δ. Μαργαρίτη, δίπλα στον κινηματογράφο Μακεδονικόν.

Δεν ήξερες τότε, και είσαι γι’ αυτό ασυγχώρητος, ότι η ώριμη και συμπαθητική κυρία που συναντούσες τακτικά στην πόρτα της συγκεκριμένης πολυκατοικίας και ζητούσε με το τρυφερά επιτακτικό της ύφος να μαθαίνει για την «πρόοδο» των σπουδών σου ήταν η Μερόπη Τσιώμου-Βασιλικού. Δηλαδή ο άνθρωπος-ζωντανή ιστορία που είχε τόσα να σου πει για τόσα πολλά πρόσωπα και πράγματα της Θεσσαλονίκης και του καιρού της. Χάθηκε έτσι μια από τις πολλές ευκαιρίες για να διασωθεί τότε, από «πρώτο χέρι», ένα μέρος από το «παραμύθι» και την ιστορική διαδρομή της πόλης».

12) Από το «εστιατόριο» «Πέρδικα», εκεί όπου είναι σήμερα ο εκδοτικός οίκος-βιβλιοπωλείο Σάκκουλα, και από τα δυο σαντουϊτσάδικα με τζουκ-μποξ, που έπαιζαν Μίκη Θεοδωράκη στα φοιτητικά σου χρόνια.

13) Από την ταβέρνα «Μπούκη», όταν ορισμένα καλοκαιρινά βράδια μέσα στην πρασινάδα άκουγες και φχαριστιόσουν πιτσιρικάς τα τραγούδια του Σουγιούλ, παιγμένα από τους κιθαρωδούς και τον ακορντεονίστα της ορχήστρας.

Ο Κ. Τομανάς (Ταβέρνες, ό.π., σ. 28) γράφει:

«Η ταβέρνα του Μπούκη ήταν στην οδό Εθνικής Αμύνης κάτω από την Τσιμισκή, εκεί που σήμερα βρίσκεται μια μάντρα αυτοκινήτων. […] Έτρωγαν και συζητούσαν εκεί άνθρωποι των γραμμάτων,  όπως ο δικηγόρος και λογοτέχνης Πέτρος Αξιώτης, ο δημοσιογράφος Τάκης Οικονομίδης, ο καθηγητής Π. Σπανδωνίδης, ο Γ. Δέλλιος, ο Γ. Βαφόπουλος. Όπως έλεγε και ο Στρ. Μυριβήλης, που τότε ερχόταν συχνά στη Σαλονίκη και συμμετείχε στα φιλολογικά βραδινά, «η άνευ λόγων τράπεζα φάτνης ού διαφέρει». Όταν γκρεμίστηκαν τα προσφυγικά που ήταν στο πίσω μέρος της ταβέρνας, ο Μπούκης διαμόρφωσε τον καινούργιο χώρο σε αρκετά μεγάλο κήπο, όπου λειτουργούσε τα καλοκαίρια η ταβέρνα. Η ταβέρνα του Μπούκη καταστράφηκε στον σεισμό».

14) Από την ταβέρνα-ουζερί «ο Μπάτης»

Σύμφωνα με τον Κ. Τομανά (ό.π.)

«[…] Στην οδό Εθνικής Αμύνης, δίπλα στο σημερινό ζαχαροπλαστείο «Μπράβο», ένας πρόσφυγας από τη Δράμα άνοιξε στην αρχή της κατοχής ένα ταβερνάκι, όπου σύχναζαν πολλοί δικηγόροι και δικαστικοί.

Τα βραδάκια σύχναζε εκεί μια παρεούλα από φοιτητές, μέλη της Αντίστασης και νεοσσούς της λογοτεχνίας. Η συντροφιά περιελάμβανε τον Μ. Αναγνωστάκη, τον Γ. Καφταντζή (τον Σερραίο Μαλέα), τον Θ. Φωτιάδη, τον Π. Θασίτη, τον Κλ. Κύρου […]. Εκεί μπήκαν οι βάσεις για την έκδοση του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα […]».

 

Ο κινηματογράφος «Μακεδονικόν»

15) Από τον κινηματογράφο «Μακεδονικόν». Δεν βρίσκεται βέβαια επί της οδού Εθνικής Αμύνης, αλλά πολύ κοντά της, στη διασταύρωση των οδών Δ. Μαργαρίτη και Φ. Εταιρείας. Στις καρδιές και στις ψυχές χιλιάδων φοιτητών και φίλων του κινηματογράφου, το σινεμά «Μακεδονικόν» είναι συνυφασμένο με την ταυτότητα και τη διαδρομή της οδού Εθνικής Αμύνης, εδώ και τουλάιστον 60 χρόνια. Το «Μακεδονικόν» ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1951 ως κινηματογράφος β΄ προβολής αλλά συνήθως με εκλεκτό πρόγραμμα: έπαιζε ταινίες που είχαν προβληθεί πριν από δύο εβδομάδες στα «Διονύσια», στα «Τιτάνια» κ.α. Σήμερα είναι μια από τις ελάχιστες παλιές κινηματογραφικές αίθουσες που διασώθηκαν και εξακολουθεί ανακαινισμένη να λειτουργεί.

Όπως γράφεις στο βιβλίο σου Σινεμά ο Παράδεισος (2000), σ. 114 επ.:

«Στο ‘Μακεδονικόν’ ένιωθες σαν στο σπίτι σου. Και μήπως δεν ήταν το δεύτερο σπίτι σου; Το καπνιστήριό του ήταν δίπλα στην αυλή του παλιού σπιτιού. Η κουζίνα του διαμερίσματός σας αργότερα έβλεπε πάνω ακριβώς από την ταράτσα του, όπου λίγο έλειψε να διαμορφωθεί και το θερινό «Μακεδονικόν».

«Από τις 2 η ώρα έπιανες «στασίδι» στο «Μακεδονικόν», τον πρώτο καιρό στον στενόχωρο εξώστη με τα άβολα καθίσματα από καδρόνι και μετά στη μικρή αλλά τόσο οικεία πλατεία.

«Το «Μακεδονικόν» σε «μεγάλωσε». Σου πρόσφερε παρηγοριά, γνώση και τέρψη. Του οφείλεις πιο πολλά από ό,τι σε κάθε άλλο κινηματογράφο. […]

»Ένας Θεός ξέρει πώς τα κατάφερνες να τρυπώνεις σχεδόν κάθε βράδυ λίγα λεπτά πριν τελειώσει η αξεπέραστη ταινία «Μερικοί το προτιμούν καυτό», που τότε είχε χαλάσει κόσμο, για να συμμετάσχεις στο γέλιο που έπεφτε σ’ όλη την κατάμεστη, ιδίως από φοιτητές, αίθουσα με τη γνωστή ατάκα της τελευταίας  σκηνής: «Κανείς δεν είναι τέλειος!».

Την άνοιξη, όταν άνοιγαν οι διπλανές πόρτες επί της οδού «Φιλικής Εταιρείας» για να αεριστεί η αίθουσα, έβγαινες, έπαιζες, για λίγο κρυφτό ή μπάλα με τα παιδιά στον αυλόγυρο της παρακείμενης εκκλησίας του Αγ. Αντωνίου, του προστάτη των τρελών, και μετά έμπαινες πάλι μέσα στο σινεμά, για να δεις το φιλμ «Το πλοίο των τρελών».

Και βέβαια, τότε δεν μπορούσες να ξέρεις ότι στον ίδιο χώρο όπου είχε κτιστεί το «Μακεδονικόν (που στον πόλεμο λειτούργησε και  ως καταφύγιο) υπήρξε, μετά την πυρκαγιά το ’17, ένα θέατρο, που έδωσε μια άλλη ζωή, μια άλλη υπόσταση στη γειτονιά. Ήταν το «Πάνθεον», και όποιος ξεφυλλίσει το βιβλίο του Κ. Τομανά Το θέατρο στην παλιά Θεσσαλονίκη θα πληροφορηθεί για τις παραστάσεις και τους θιάσους που πέρασαν απ’ αυτή τη θεατρική σκηνή μέχρι να χτιστεί, στη δεκαετία του ’30, η Τεκτονική Στοά:

«Αμέσως μετά την πυρκαγιά του 1917 […], οι Απέργης, Ιμπροχώρης, κ.α. έκτισαν το θέατρο «Πάνθεον», που γνώρισε μεγάλες δόξες κατά τα δεκαπέντε χρόνια της ζωής του.

Στο «Πάνθεον» ανέβηκαν οπερέτες, μουσικές παραστάσεις, έργα βουλεβάρτου και από τη σκηνή του πέρασαν σημαντικοί ηθοποιοί όπως ο Αιμ. Βεάκης, η Κυβέλη κ.ά. Στις 10 Φεβρουαρίου του 1927 η Μαρία Κοτοπούλη – (γράφει ο Κ. Τομανάς, ό.π., σ. 117) «λάμπρυνε το σαραβαλιασμένο Πάνθεον […]». Είναι μία από τις τελευταίες αναλαμπές του θεάτρου.

* Για το Σιντριβάνι βλ. Σάκης Σερέφας – Άρις Γεωργίου, Η Θεσσαλονίκη του Εξέλσιορ, σ. 18.