του Γιώργου Σκαμπαρδώνη,

Δημοσογράφου-συγγραφέα

Μέχρι τα δέκα μου δεν είχα φάει λουκουμάδες. Είχα δει, βέβαια, τους είχα λαχταρήσει – αλλά ποτέ δεν τους είχα γευτεί. Κι όταν στα δέκα μου βγήκαμε μια φορά οικογενειακώς, (ο πατέρας έλειπε εκτός – δούλευε σε τυροκομεία) το ζήτησα επίμονα απ’ το μπαμπά μου και μας πήγε στη «Γαρδένια». Πλατεία Ελευθερίας με παραλιακή. Λουκουμάδες απερίγραπτοι – ακόμα έχω την γεύση τους στον ουρανίσκο. Ήταν και η πρώτη φορά που εξεστράτευσα σε αυτά τα μέρη, τα μυθικά της πόλης. Μετά, παλικαράκι, τα οργώναμε όλα αυτά – ψαρεύαμε σκουπίδια και αθερίνες απ’ την προκυμαία, καταρχήν, με δόλωμα μαύρο σκουλίκι, στα δεκαέξη, κέφαλους με μπασμό, ή με σαλαγκιά. Μετά άρχισα να μπαίνω στον μύθο του δρόμου: το λιμάνι, με τα παλιά πορνεία, δίπλα στον Ερυθρό Σταυρό, οι Αμερικάνοι με το «Σαρατόγκα» και τα «Παλμάλ», η ταβέρνα «Κεφαλλονιά» όπου όταν –σπάνια- είχαμε λεφτά τρώγαμε ψαράκι. Όλη η παραλιακή διαδρομή, η βόλτα, οι φωτογραφίες (να φαίνεται στο βάθος ο Λευκός Πύργος) το αμαρτωλό ξενοδοχείο «Σέρρες», στο στενό, τα «Μπουζούκια του Σταυράκη» εκεί που ήταν μετά η «Ολυμπιακή». Στο επιφανές κατάστημα της μνήμης, το «Όλυμπος- Νάουσα», μπήκα πρώτη φορά δευτεροετής φοιτητής. Πολιτισμός, κομψότης και ύφος της παλιάς Λεωφόρου των Εξοχών. Έξοχο παστίτσιο. Πιο εδώ ήταν το κατάλευκο «Μεντιτερανέ», όπου κατέλυσε περί το ‘ 48 ο Μ. Καραγάτσης κι άκουσε στο μπάρ- ρέστοραν να παίζουν το «Stormy Weather». Στο ίδιο περίφημο πιάνο «Μπαρούξ» (παραγωγή Μόναχο, 1905) όπου έπαιξε μετά κι ο Μάνος Χατζιδάκις και τώρα το έχει ο Σάκης Παπαδημητρίου. Η παραλιακή είναι ο άξονας της μνήμης κάθε Θεσσαλονικέως. Η πόλη χωρίς αυτήν, χωρίς την θάλασσα, θα ήταν ένα μεγάλο Κιλκίς. Η πόλη είναι η φτωχομάνα Εγνατία, αλλά είναι κατεξοχήν η παραλιακή: από αυτήν προκύπτει η κράση, η δομή, η διαστολή, η πληγή, η όραση, ή οντότητα της Θεσσαλονίκης. Η ιδιοσυχνότητά της. Να μην θυμηθώ την «Λευκή» και την «Ευδοκία» και πέσω σε λυρισμούς. Τα ψάθινα καπέλα και το ρόζ σωσίβιο σε στιλ πάπιας της αδερφής μου. Την φουφούλα της. Τον πατέρα μου, δίπλα μας στο καραβάκι, να καπνίζει σκεφτικός αγναντεύοντας την οριζόντια – τα δάχτυλά του κατακίτρινα από τα «Ματσάγγος». Ξερόβηχε. Να μην θυμηθώ το «Σκοπευτήριο» και το αεροπλανάκι που πετούσε πάνω απ’ τα κεφάλια μας σε περίπτωση ευστοχίας. Η παραλιακή – κάθε βήμα και μια ψηφίδα ακόμα κι αυτών που δεν ζήσαμε, αλλά βρήκαμε ψάχνοντας μετά: το «Πατέ» καμένο απ’ την πυρκαγιά του ‘17, το Στάιν, πιο πάνω, τα παραλιακά θεατράκια «Ζεύς» και «Έντεν» του 1890, μετά, ο βασιλιάς να μπαίνει στην πόλη από εκεί, την Λεωφόρο Νίκης, σε ζωγραφιές του Κενάν Μεσαρέ. Στρατεύματα της Αρμέ Ντ’ Οριάν, Ινδοκινέζοι, οι στρατηγοί Σαράιγ και  Ντ’ Εσπεραί. Το Μακεδονικό Μέτωπο. Κατόπιν πολιτικές συγκεντρώσεις του διχασμού και αργότερα τα γερμανικά άρματα μάχης με αναπεπταμένα σημαιάκια να σέρνονται με τις ερπύστριες προς τον δόλιο Λευκό Πύργο. Εικόνες σκοτεινές της Κατοχής, κι ο Τόττης της εφηβείας μας να μαθαίνω εκ των υστέρων πως ήταν επιταγμένος, αρχηγείο της Γκεστάπο. Κάθομαι, πάλι, σήμερα, στο μαγαζί που κάποτε ήταν η παλιά «Γαρδένια» με τους λουκουμάδες. Τώρα είναι πιο σύγχρονο μπαρ, με τραπεζάκια έξω. Αγναντεύω εντός μου, βλέποντας έξω. Μια γριά πόλη που αρνείται να πεθάνει και αστραφτογεννιέται διαρκώς. Εφτάψυχη Θεσσαλονίκη. Όλες οι αρρώστιες του ντουνιά πέρασαν από δω. Το μεγαλείο και η αχρειότητα. Η μικρότητα και η δόξα. Μνήμη ασυμμάζευτη, οδυνηρή. Κι όλα χάριν της παραλιακής – χωρίς αυτήν, η πόλη δεν θα είχε σημασία. Θα ήταν χωρίς libido. Αχρείαστη. Είμαι στη «Γαρδένια», απογεματάκι, και βλέπω, από άλλες εποχές, τα υπέροχα αγόρια και κορίτσια που κάθονται, τώρα, αμέριμνα παρεάκια, στην κόψη του κράσπεδου της παραλίας, μέσα στο λιμάνι ως κάτω στον φάρο. Πίνουν μπίρες. Ησυχάζουν. Τα πόδια τους αιωρούνται πάνω απ’ το νερό. Να  βλέπουν, άραγε, απ’ όλα αυτά που πέρασαν και που θα ‘ρθούν; Βλέπουν τις σκιές, τις στολές,  τα αόρατα σκάφη που γλιστρούν μπροστά τους; Ακούνε την μακρινή, ακατανόητη οχλαγωγία των εποχών; Δεν ξέρω. Πάντως, σίγουρα, κάποιοι απ’ αυτούς τους νέους, θα τα βρούνε όλα αυτά, σιγά-σιγά-, και θα τα νοηματοδοτήσουν αποξαρχής.