Από την προκυμαία με το ιππήλατο τραμ στην … πεζοδρομημένη λεωφόρο Νίκης

του Γιώργου Αναστασιάδη

 

«[…] Ο κόσμος κατέβαινε στην προκυμαία πηχτός από τους κάτω μαχαλάδες. Φαμίλιες ολόκληρες που βγαίνουν το απόγευμα μιας άδειας Κυριακής να φτάσουν ώς τη θάλασσα, να σεργιανίσουν στην παραλία, πριν σκορπιστούν στα οικογενειακά κέντρα και στους κινηματογράφους […].»

Β. Βασιλικός

«[…] Είναι ωραία να περπατάς στην παλιά παραλία που στολίζεται από κάτι υπέροχους φανοστάτες […] και, προχωρώντας προς τα ανατολικά, να περνάς μπροστά από παλιά, πληγωμένα αλλά πάντοτε ωραία κτίρια, άρρηκτα δεμένα με τη μορφή αυτής της πολιτείας, το εστιατόριο “Όλυμπος Νάουσσα”, το ξενοδοχείο “Μεντιτερανέ” την πλατεία Αριστοτέλους, κι ακόμα από το μοναδικό εκείνο κατάστημα, το Σκοπευτήριο, που εάν είσαι καλός στο σημάδι μπορείς να θέσεις σε κίνηση ορχήστρες και […] άλογα, πουλιά και αεροπλανάκια που βγαίνουν από τις κρύπτες τους κι επάνω σε σύρματα περιφέρονται για μια αλλά αλησμόνητη στιγμή πάνω απ’ το κεφάλι σου […].»

Γ. Ιωάννου

«Θεσσαλονίκη , μάνα μου […] κάθε πρωί σε περπατώ στην παλιά παραλία σου, αγαπημένη, εκεί που στέκονταν τα τείχη σου μέχρι το 1875, στη λεωφόρο Νίκης, όπου ο ευφυής Εμπράρ είχε σχεδιάσει μια προκυμαία είκοσι πέντε μέτρα πιο μπροστά από τη σημερινή, έτσι που ο περίπατος θα γινόταν σχεδόν πάνω στα νερά του Θερμαϊκού σου. Περπατώ και αναπολώ τους ποιητές σου που σε δοξάζουν, περπατώ και ψιθυρίζω στίχους και μνημονεύω ονόματα, Αναγνωστάκη, Ασλάνογλου, Θέμελη, Κύρου, Θασίτη, Αγαθοπούλου, Μάρκο Μέσκο, Αλέξη Τραϊανό και Δημήτρη Δημητριάδη, ποιητικά αποφθέγματα του Χριστιανόπουλου, μουσκεμένα απ’ την άρρωστη αγάπη του για σένα, ενώ η βαριά υγρασία σου, χρόνια τώρα, με σιγοτρώει σαν σαράκι […].»

Θ. Κοροβίνης

Βαρέλια στην παραλία του ‘50

ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΗ

Στην παλιά παραλία δεν κατεβαίνεις πια όσο συχνά θα ’θελες και όσο βρισκόσουν τα περασμένα χρόνια ως «μετανάστης απ’ την πραγματικότητα» (Κ. Δημουλά), για να πάρεις τις αναγκαίες ανάσες της ζωής σου και να αφουγκραστείς το “αφήγημα” της προκυμαίας.

Εξακολουθείς όμως να πιστεύεις ότι όλη αυτή η φωτογενής διαδρομή στον προνομιακό χώρο, από τον Λευκό Πύργο ώς το λιμάνι, λειτουργεί, όχι μόνο ως αξιοθέατο και πηγή μνήμης αλλά και ως αναζωογονητική καταφυγή: περπατώντας δίπλα στη θάλασσα και βλέποντας από τη μια τον ορίζοντα του Θερμαϊκού (όπου κατά καιρούς αναδύεται ο Όλυμπος και τα άλλα βουνά) και από την άλλη τις πολυκατοικίες και τους Σαλονικιούς να απολαμβάνουν, πριν ή μετά το “σεργιάνι”, τον περιλάλητο πλέον φραπέ τους στα “τραπεζάκια έξω”, νιώθεις σαν να ξανασμίγεις με την πόλη και με την ψυχή σου.

Λείπουν βέβαια αρκετές από τις εμβληματικές εικόνες της παραλιακής οδού, υπάρχουν όμως όλες αυτές που αντιστέκονται στον χρόνο, φέρνοντας σου στον νου τον στίχο όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν. Άλλωστε, θυμάσαι πάντα την επισήμανση του Δ. Φατούρου: «την παραλία δεν τη χαρακτηρίζει μόνο η ιστορική διαδρομή αλλά και τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά μιας ποιότητας ζωής».1

Δεν είναι μόνο φορτωμένη ιστορία και πολιτισμό αυτή η προκυμαία. Είναι και γητεύτρα, και δεν ξέρω ειλικρινά πόσο “τρελή” είναι η σκέψη, όχι μόνο να πεζοδρομηθεί (τα γράφει πολύ καλά από το 1997 ο Σπ. Βούγιας2) αλλά και να κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο όλος ο μνημονικός τόπος. Και πού και πού να μπορούν να ανάβουνε συμβολικά ένα “κεράκι” οι πιστοί της που, είτε ως κάτοικοι είτε ως επισκέπτες, χαίρονται τόσα χρόνια αυτό το ιστορικό και γοητευτικό θαλάσσιο πρόσωπο της Θεσσαλονίκης.

 

ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ

Η παραλιακή λεωφόρος, με τη θάλασσα τόσο κοντά της, αποτέλεσε για τους ήρωες των πεζογράφων της πόλης ίσως τον πιο σημαντικό χώρο καταφυγής και ελευθερίας μέσα στην πόλη.

Ο Τρ. Κωτόπουλος3 αναλύει συγκεκριμένες αναφορές της θάλασσας και της παλιάς παραλίας στο έργο του Ν. Γ. Πεντζίκη, του Ν. Μπακόλα, του Β. Βασιλικού, του Τ. Αλαβέρα και του Γ. Ιωάννου.

Όμως, ο προνομιακός αυτός τόπος της πόλης συγκινεί ιδιαίτερα και τους ξένους συγγραφείς-επισκέπτες της Θεσσαλονίκης.

Υδατογραφία της παραλίας το 1944 ( Φ. Μ. Τσιγκάκου, Η Ελλάδα του Εd Lear από τις συλλογές της Γενναδείου, 1997)

Σε διαφορετικές εποχές καταθέτουν στα κείμενά τους ένα ενδιαφέρον “βλέμμα” για τον παλμό και το “χρώμα”της προκυμαίας.

Παραθέτω ορισμένα χαρακτηριστικά δείγματα γραφής:

  • «Υπήρχε το νερό», γράφει ο Μ. Μπυτόρ,4 «και μέσα του τα μεγάλα τσουβάλια με στρείδια που τα έβαζαν να δροσίζονται μπροστά στην είσοδο του “Όλυμπος-Νάουσα” και απ’ την άλλη μεριά του νερού υπήρχε τις περισσότερες φορές ένας θαλάσσιος ορίζων, ομιχλώδης και θαμπός, που τον ζωντανεύουν μόνο κάποιες βαρκούλες με ριγωτά πανιά στο χρώμα του χαλκού […]. Πότε πότε ένα αμερικάνικο πολεμικό πλοίο αγκυροβολούσε σε μεγάλη απόσταση τον μακρή σταχτή όγκο του […].

Υπήρχε το νερό, τύχαινε όμως από την άλλη μεριά να εμφανιστεί η θεόρατη μελωδία του Ολύμπου […].

Υπήρχε λοιπόν το νερό και κατά μήκος του αυτή η φαρδιά προκυμαία όπου κάθε βράδυ, με καλό καιρό, έβλεπες τους Έλληνες να κάνουν τον περίπατό τους στο μάκρος και στο πλάτος της απ’ το λιμάνι ώς τον Λευκό Πύργο, σ’ αυτή την προκυμαία που την κρουσσώνουν κτίρια από μπετόν- αρμέ […]».

  • «Η προκυμαία», γράφει η Μ. Τinayre,5 «εκτείνεται από τον Λευκό Πύργο ώς τις αποθήκες του Τελωνείου, σύγχρονη, περιστοιχισμένη από ψηλά σπίτια χωρίς χαρακτήρα, γεμάτη περαστικούς, αυτοκίνητα, τραμ και στρατιωτικά οχήματα, φορτηγά πλοία, ατμόπλοια και μεγάλα ιστιοφόρα, βαμμένα με τα ελληνικά χρώματα, που βρίσκονται αγκυροβολημένα κατά μήκος αυτής της προκυμαίας όπου η φορτοεκφόρτωση διεξάγεται μέσα στην οχλαγωγία και τις φωνές. Οι νησιωτικές βάρκες, οι σακολέβες (χαρακτηριστικά ιστιοφόρα τρεχαντήρια που διασφαλίζουν την επικοινωνία ανάμεσα στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου), ίδιες με καρυδότσουφλα, υψώνουν περίτρανα τα λευκά τους κατάρτια […]. Μικρές βάρκες λύνουν τα σχοινιά τους και κατευθύνονται προς τα πολεμικά πλοία […].

Στην προκυμαία τα τραμ διαδέχονται στριγκλίζοντας το ένα το άλλο και συχνά ακινητοποιούνται για ώρες λόγω βλάβης.

[…] Ολόκληρες οικογένειες Σαλονικιών που καταλαμβάνουν όλο το πλάτος του πεζοδρομίου βαδίζουν αργά αργά […] δεν ενοχλούνται από κανέναν και για τίποτε και, επειδή ακριβώς δεν πάνε πουθενά, δεν βιάζονται να φτάσουν και κάπου.

[…] Από τα μπαρ και τους κινηματογράφους με τις αλλόκοτες ταμπέλες και τις τεράστιες αφίσες ξεγλιστρούν ευωδιές μαστίχας και σπαστές μελωδίες γραμμοφώνων. Μόλις πριν είδαμε στο βάθος ενός επαρχιακού κήπου το μουσικό κέντρο με τον, περίοπτο και σε τρεις γλώσσες, τίτλο: «Το απόρθητο Βερντέν”. Τώρα αντικρίζουμε το “Μπαρ των Συμμάχων” […].

[…] Να και τα τουρκο-γερμανικού ύφους ξενοδοχεία που επιδεικνύουν με αλαζονεία τα μπαλκόνια τους και περηφανεύονται -πόσο άδικα!- ότι διαθέτουν όλες τις σύγχρονες ανέσεις”.

  • « […] Στη μαρμαρόστρωτη προκυμαία», γράφει η Β. Χίσλοπ,6 «είχαν βγει κιόλας να προϋπαντήσουν την καινούργια μέρα -επτάμιση το πρωί- κυρίες με σκυλάκια “σαλονιού”, μητέρες με καροτσάκια, γυναίκες και άντρες που έκαναν το πρωινό τροχάδην τους ή τσουλούσαν πάνω στα τροχοπέδιλά τους […]. Από τον Λευκό Πύργο ώς το λιμάνι, η πόλη σφύζει από παρελθόν και ξεχειλίζει από ανθρώπους […]. Ανάμεσα στην παραλία και την ατέλειωτη σειρά με τις παραλιακές καφετερίες, ο δρόμος έσφυζε ήδη από μια αδιάκοπη ροή οχημάτων […]. Όλα τα καθίσματα κάθε μαγαζιού κατά μήκος της λεωφόρου Νίκης κοιτούσαν προς τον γιαλό, έτσι ώστε οι πελάτες να κάθονται και να αγναντεύουν το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο ανθρώπων, αυτοκινήτων και πλοίων […]».

 

Η ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ ΣΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Το “αφήγημα” της παραλιακής λεωφόρου7 περιλαμβάνει εικόνες και στιγμές που αναδύθηκαν μέσα από τις πιο σημαντικές συναντήσεις της με την ιστορία και με τον πολιτισμό της καθημερινότητας.

(α) Πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο

Η προκυμαία των καρτ-ποστάλ αποκτά μετά το 1893 ιπποκίνητο τραμ και μετά το 1907 ηλεκτροκίνητο (οι γραμμές ξηλώθηκαν το 1926).

Για την παλιά παραλία, τη Ριχτίμ των Τούρκων, που ονομάστηκε Μπεάζ Κουλέ (Λευκού Πύργου) γράφει ο Κ. Τομανάς.8

Από το παραλιακό και διάσημο στην εποχή του ξενοδοχείο «Σπλέντιτ Παλλάς» (υπάρχουν αρκετές αναφορές σε πολλά βιβλία· βλ. ένα σύντομο χρονικό του στην εργασία του Αλ. Γρηγορίου. Η Έλενα Χουζουρη9 χρησιμοποιεί το ξενοδοχείο ως σκηνικό για το μυθιστόρημα της) ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου γράφει την 1.9.1913 προς τη μητέρα και την αδελφή του:10

«Η Θεσσαλονίκη δεν έχει την ανήσυχον και πολυτάραχον όψιν των πρώτων ημερών της καταλήψεως […]. Είναι τώρα ωραιοτάτη. Και εννοώ την παραλιακήν οδόν, η οποία είναι ευρωπαϊκή […]. Από το παράθυρό μου φαίνεται ο θαυμαστός Θερμαϊκός κόλπος, τον οποίο δεν χορταίνω να βλέπω […]».,

Ήδη από τον Νοέμβριο του 1912, η Θ. Φλωρά-Καραβία11 είχε διαπιστώσει πόσο «ωραία» ήταν η προκυμαία της Θεσσαλονίκης, «με ευπρόσωπα σπίτια, ξενοδοχεία και καφενεία κατά μήκος […]. Τα ξενοδοχεία, μέχρι του μικρότερου υπερπλήρη κόσμου».

Στα χρόνια που έχουν προηγηθεί, λειτούργησε στην προκυμαία ανάμεσα σε πολλά καφέ (ο Γ. Σταμπουλής12 γράφει για τα πρώτα καφενεία που δημιουργούνται στην παραλία κοντά στον Λευκό Πύργο) και το περίφημο «Μαζλούμ καφέ» (στη θέση όπου αργότερα χτίστηκε το «Μεντιτερανέ»). Ο Α. Ναρ μετέφρασε και διέσωσε γι’ αυτό το καφέ ένα σεφαραδίτικο τραγούδι:

 Άνοιξη στη Σαλονίκη

στου Μαζλούμ τον καφενέ

μαυρομάτα μια με ούτι

τραγουδάει τον αμανέ

[…]

Στον χώρο γύρω από το «Μαζλούμ καφέ» -αγαπημένο στέκι των Νεότουρκων- υπήρχε τότε μια “Μέκκα” της ξέφρενης διασκέδασης με καφέ αμάν, όπου μεταξύ άλλων ξεφάντωνε, νεαρός τότε, ο Κεμάλ.13

β) Στην εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (1914-1918)14 η προκυμαία θα αλλάξει ριζικά φυσιογνωμία, καθώς θα ξεχειλίσει από κόσμο ετερόκλητο, στρατιωτικά οχήματα, καράβια και νέα μαγαζιά (πολλές αποθήκες διασκευάστηκαν έτσι ώστε να λειτουργήσουν τότε ως καφέ σαντάν) και θ’ αποκτήσει και νέες ράγες για το τρένο του συμμαχικού στρατού.

Ο παραλιακός κινηματογράφος «Ολύμπια», λίγο πριν γίνει στάχτη από την πυρκαγιά του ‘17. Συλλογή Γιάννη Μέγα, Αρχείο Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα

Η τομή όμως για το ιστορικό αφήγημα της προκυμαίας θα είναι η μεγάλη πυρκαγιά του 1917,15 όχι μόνο γιατί μετατρέπει σε ερείπια, μεταξύ πολλών άλλων, δημοφιλή ξενοδοχεία, καφέ, και κινηματογράφους, αλλά και γιατί θα σηματοδοτήσει μια ανοικοδόμηση που θα διαφοροποιήσει αρκετά την εικόνα του θαλάσσιου προσώπου της πόλης.

Η παραλιακή λεωφόρος θα προλάβει, έναν χρόνο πριν, να είναι η μεγάλη “πρωταγωνίστρια” σημαιοστολισμένη στην υποδοχή του Ελ. Βενιζέλου που έρχεται για να αναλάβει την προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης.16

Η “φωτογένεια” της προκυμαίας πάντως στα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου θα κτυπήσει “κόκκινο”, όπως και η παραλία της πόλης στις περιγραφές των ξένων.17

(γ) Στην προκυμαία του Μεσοπολέμου κάνουν από το 1922 τη δική τους “κατάληψη” οι πρόσφυγες, όπως τους ξέβρασε η τραγωδία του Αιγαίου: ενδεείς και συντετριμμένοι. Την ίδια προκυμαία αποχαιρετούν οι ανταλλάξιμοι μουσουλμάνοι. Στην, καμένη από την πυρκαγιά του ’17, παραλιακή λεωφόρο αρχίζει η αμφιλεγόμενη ανοικοδόμηση. Το σκηνικό και η αίσθηση έχουν αλλάξει στυλ, όπως και η κοινωνία. Δεν είναι μόνο το εργατικό κίνημα που δίνει τον τόνο, ούτε η κρατική καταστολή για τον κόσμο που έχει βγει στις πλατείες και τους κεντρικούς δρόμους, και διεκδικεί ουσιαστικότερη δημοκρατία (Οι φωτογραφίες στο Ελεύθερο Βήμα της 1.10.1935 είναι χαρακτηριστικές: Έφιπποι χωροφύλακες με γυμνά ξίφη επελαύνουν στην παραλία εναντίον των συγκεντρωθέντων οπαδών της αβασίλευτης δημοκρατίας.7, 16

Είναι και το ” ρεζιλίκι” του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού» που περιγράφει με τη γλαφυρή, βιωματική του γραφή ο Λ. Ζησιάδης,17 όταν στην παρέλαση της 25ης Μαρτίου 1939 μια δυνατή βροχή, που έπιασε ξαφνικά, έκανε “μαντάρα” τις στολές της νεολαίας του καθεστώτος (ΕΟΝ = Εθνική Οργάνωση Νέων), με τις οποίες “μασκάρεψαν” τους μαθητές της εποχής, οι συνεργάτες της δικτατορίας. Το έζησε κι αυτό, λίγο πριν από τον πόλεμο, η παραλία…

(δ) Στα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου οι Ιταλοί, το 1940-1941, βομβαρδίζουν και την … παραλία της πόλης κι ορισμένα υπόγεια παραλιακών πολυκατοικιών μετατρέπονται σε…καταφύγια.

«Ο πόλεμος», γράφει ο Α. Σεφιχά,18 «και οι πρώτοι βομβαρδισμοί μάς βρήκαν στο σπίτι της Λεωφόρου Νίκης 41 […]. κρυβόμασταν μαζί μ’ άλλες οικογένειες στο υπόγειο της πολυκατοικίας, αφού δεν υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη πολλά καταφύγια ή, σ’ εκείνα που υπήρχαν, συνωστίζονταν τόσοι άνθρωποι, που είχαν σημειωθεί μέχρι και θάνατοι από την πολυκοσμία και το ποδοπατητό […].

Στις 9 Απριλίου 1941 γερμανικά τεθωρακισμένα διασχίζουν την προκυμαία. Ο πόλεμος τελειώνει και αρχίζει η εποχή της κατοχής και της αντίστασης. Για την κατοχική παραλία δεν έχουμε ακόμη ένα επαρκές corpus μαρτυριών. Το σχετικό φωτογραφικό υλικό εμπλουτίστηκε πρόσφατα από ένα χρήσιμο λεύκωμα, όπου μετρήσαμε τουλάχιστον 32 φωτογραφίες για την προκυμαία της κατοχικής καθημερινότητας.19

Είναι πάντως ενδεικτικές δυο εγγραφές στο χρονικό του αείμνηστου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Χαρ. Θεοδωρίδη20 (βρισκόμαστε στους πρώτους μήνες της κατοχής):

«Η ταβέρνα του Στρατή, πάνω στην παραλία, ονομαστή για το άφθονο φαγητό της και το απαίσιο βραχνό γραμμόφωνο, έγινε ένα κομψοτέχνημα σαν καζίνο Γερμανών αξιωματικών. Κατάπληξη του Θερμαϊκού να βλέπει τέτοια “ομορφιά” στην παραλία του».

«Στην προκυμαία δεν μπορούσες να περπατήσεις από τον αέρα. Ήμουν τώρα μπρος στις πιο πλούσιες, τις πιο νέες πολυκατοικίες της παραλίας, οδός Νίκης. Μπροστά σε μια πόρτα είναι πεσμένος ένας πολύ νέος άνθρωπος […]. Η φτωχολογιά φώναζε:

– Τόσα μέγαρα και δεν βρίσκεται κανείς να του δώσει ένα πιάτο φαγί;»

Ενδιαφέρουσα είναι και η πληροφορία που αντλούμε από τον Κ. Τομανά21:

«[…] Στον μεγάλο βομβαρδισμό της πόλης από αμερικανικά αεροπλάνα, τον Σεπτέμβριο του ’43, μια βόμβα έπεσε μεταξύ “Μεντιτερανέ” και “Όλυμπος Νάουσα” κι άνοιξε ένας μεγάλος κρατήρας. Οι Γερμανοί αγγάρευαν την άλλη μέρα τους διερχόμενους για να τον κλείσουν […]».

(ε) Η μεταπολεμική προκυμαία θα διαπρέψει ως τόπος βόλτας-“νυφοπάζαρου” αλλά και παρελάσεων.

Η πρώτη “παρέλαση” πάντως, λίγο μετά την “παραπεταμένη απελευθέρωση” του ’44, δεν είναι τυχαίο ότι γίνεται στη λεωφόρο Νίκης, με φόντο τον “παραλλαγμένο” Λευκό Πύργο.

Ήδη, οι Γερμανοί ναζί κατακτητές, πριν αποχωρήσουν, ανατινάζουν τον μεγάλο λιμενοβραχίονα της πόλης, καταστρέφοντας έτσι και όσα επιταγμένα καΐκια και πλοιάρια ήταν αραγμένα κατά μήκος της παραλίας.

«Χρόνια κατόπιν», γράφει ο Β. Βασιλικός,22 βλέπαμε τα σκάφη που ανατίναξαν οι Γερμανοί στο φευγιό τους ν’ αλλάζουν σχήματα μέσα στη ρηχή θάλασσα όπου είχαν βουλιάξει».

Στη θαμπή εποχή του ’50 υπήρχαν ακόμη βάρκες και καΐκια στην παραλία. Τα βλέπουμε και σε ορισμένα πλάνα της ταινίας του Γκρεκ Τάλλας Ξυπόλυτο τάγμα (γυρίστηκε στην πόλη στις αρχές της δεκαετίας του ’50).

Τη μουντή “ατμόσφαιρα” της εμφυλιοπολεμικής παραλίας ανακαλούν δύο τουλάχιστον “στιγμές”:

  • Στις 16 Μαΐου 1948, ένας βαρκάρης βλέπει να επιπλέει στα νερά του Θερμαϊκού, κοντά στον Λευκό Πύργο, μπροστά στο καφέ «Τριανόν» (μεταγενέστερα: «Αχίλλειον») το πτώμα του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζ. Πόλκ. Ο Πόλκ θεωρήθηκε ότι δολοφονήθηκε στις 8 Μαΐου το σαββατόβραδο, καθώς η παραλία ήταν γεμάτη από καΐκια με την πρύμνη στραμμένη στο πεζοδρόμιο της προκυμαίας. Όποιος θα κατέβαινε τα πέτρινα σκαλοπάτακια και θα κατευθυνόταν σ’ ένα καΐκι δεν θα κινούσε την υποψία κανενός: η παραλία της πόλης, με τον συγκεκριμένο “προσανατολισμό” της, προσφερόταν στην “ψυχροπολεμική” συγκυρία για μια καλοστημένη παγίδα.22
  • Λίγους μήνες μετά, τον Νοέμβριο του ’48, την παραλία συνταράσσει μια πολύ ισχυρή έκρηξη που έγινε στο σκάφος «Ραφαήλ» που ήταν αραγμένο μπροστά από το μέγαρο Κονιόρδου – εκεί όπου βρισκόταν μέχρι πριν λίγο καιρό το «Γκαίτε».7

(στ) Όσο για την παραλία του 21ου αιώνα, αντί πολλών, παραπέμπουμε στην ενδιαφέρουσα ματιά που περιέχεται στο βιβλίο των Λ. Ναρ – Γ. Γερόλυμπου:23

«[…] Το θαλάσσιο μέτωπο της Θεσσαλονίκης, εκατέρωθεν του Λευκού Πύργου, εξασφαλίζει τις πιο ιδανικές συνθήκες για την επαφή των κατοίκων ,όχι μόνο με τη θάλασσα αλλά με το σύνολο των φυσικών στοιχείων που ακολουθούν τον ηλιακό κύκλο σε κάθε εποχή. Όταν μάλιστα φυσάει βαρδάρης, ένα αίσθημα ευφορίας κατακλύζει τον διαβάτη που ατενίζει τα ηλιοβασιλέματα στον Θερμαϊκό και τον χιονισμένο Όλυμπο απέναντι […]. Εντυπωσιακή είναι και η μετάβαση από το απόλυτο φως της παλιάς παραλίας στους σκιερούς παράλληλους δρόμους […]».

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Πριν από 18 χρόνια, με επίκεντρο την προκυμαία, ο Διονύσης Σαββόπουλος (Ελευθεροτυπία, 28.1.1997) περιέγραψε με τον δικό του, μοναδικό τρόπο μια “γιορτή” -που ποτέ δεν “έγινε- για τη Θεσσαλονίκη του ’97 (Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης):

«[…] Περί την δύση του ηλίου, πετούν πάνω από την προκυμαία αερόστατα και αετοί, ενώ κάτω παρελαύνουν τα αθλητικά σωματεία της πόλης, με τους κραυγάτορές τους επικεφαλής, Άρης, ΠΑΟΚ κτλ. Ακολουθούν άνθρωποι-σάντουιτς με τους λογότυπους των παραδοσιακών θεσσαλονικιώτικων καταστημάτων. Έπειτα, το Κρατικό Θέατρο με σκηνικά […]. Ο κόλπος γεμίζει από τον αλιευτικό στόλο του Θερμαϊκού, εκατοντάδες σκάφη με φωτισμένες γιρλάντες στο κατάρτι. Τρία μεγάλα καΐκια δένουν με το πλάι. Στο ένα, Βούλγαροι ψάλτες τραγουδούν το τροπάριο του Μεγάλου Βασιλείου στα βουλγαρικά, στο άλλο, έξω από τον ‘Τόττη’, εβραίοι τραγουδούν σεφαραδίτικα και στο τρίτο μέρος, στον Λευκό Πύργο, Έλληνες ψάλτες ψάλλουν […]. Την ίδια στιγμή στην προκυμαία περιστρέφονται δερβίσηδες. Ελληνική είναι βέβαια η πόλη, αλλά ήταν πάντα γενναιόδωρη απέναντι στους λαούς που έζησαν εδώ. Και φτάνει η ώρα των αντιτορπιλικών. Στέλνουν με δέκα φανούς σήματα μορς “Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα το 97”. Άλλοι τόσοι από τις πολυκατοικίες απαντούν το ίδιο […]».

Παρέθεσα αυτό το χαρακτηριστικό απόσπασμα γιατί κι εγώ (λες και δεν πέρασε μια μέρα…) θα ’θελα να πιάσω το “νήμα” (χωρίς να διαθέτω βέβαια τον οίστρο του Διονύση…) και να επιχειρήσω να αναπαραστήσω, με τη δέουσα υποκειμενικότητα, την παλιά παραλία που βίωσα ιδίως στα χρόνια του ’50 και του ’60.

Ένα από τα θρυλικά καραβάκια («Λευκή»)

Ανάμεσα στα μαγαζιά που θα φρόντιζα να ξαναστήσω πρώτο πρώτο θα ’ταν το «Πτι Παλαί», το καφενείο που “έγραψε ιστορία”, για να εξασφαλίσω έτσι μια συνάντηση με τα νιάτα μου, και όχι μόνο με τον κόσμο του μπάσκετ. Μπροστά από το «Πτι Παλαί» θα είναι αραγμένα τα καραβάκια («Λευκή», «Ευδοκία», «Θεσσαλονίκη» κτλ.), έτοιμα να σε ταξιδέψουν στις ακτές της Περαίας, της Αγ. Τριάδας κτλ.

Όλα αυτά με ηχόχρωμα-λαϊκά τραγούδια του Τσιτσάνη και Θεοδωράκη, (ιδίως με τον Μπιθικώτση), αναμεμιγμένα, όπως τότε, με Έλβις Πρίσλεϊ, Πωλ Άνκα, Μπητλς κτλ.

Η αναπαράστασή μου θα προβλέπει και προβολή παλαιών ταινιών, ασπρόμαυρων και σινεμασκόπ, στο «Παλλάς» και στο «Εθνικόν» («Κεντρικόν»), που θα τα γέμιζα με κινηματογραφόφιλους (τότε τους λέγαμε: σινεματζήδες) αλλά και με μαθητές κοπανατζήδες […] σε πρωινή προβολή.

Η προκυμαία με το τραμ

Και πώς να ξαναζωντανέψεις βέβαια την αίσθηση που ένιωθες καθώς έβγαινες το βράδυ απ’ αυτά τα σινεμά και σε χτυπούσε το φρέσκο αεράκι του Θερμαϊκού (και δίπλα στο «Παλλάς» να σε πιάνουν και οι μυρωδιές από το ντονέρ της παρακείμενης ταβέρνας του Ζεϊμπέκη).

Όσο για το θερινό σινεμά «Αστόρια» (μετέπειτα «Αμιράλ»), δίπλα στο καφενείο «Αστόρια Β» (όπου έκανε το ντεμπούτο της, το ’33, η Σοφία Βέμπο), θα ’θελα να λειτουργήσει με τα μπαλκόνια γύρω του, φωτισμένα και φορτωμένα κόσμο, να δίνουν μια άλλη “ατμόσφαιρα” στην παρακολούθηση του έργου – σαν να είχες να κάνεις με δύο “οθόνες”.

Στην καμένη παραλία, κάποιος επιχειρεί να παίξει σε ένα παραπεταμένο πιάνο. Σαν σκηνή από σουρεαλιστική ταινία. (Αλέκα Καραδήμου-Γερόλυμπου, “Το χρονικό της μεγάλης πυρκαγιάς, Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 1917”, Θεσσαλονίκη 2002)

Τέλος, αν δεν μπορούσα να αναβιώσω όλα τα παλιά παραλιακά καφενεία, θα ’θελα οπωσδήποτε να ξαναστηθούν δύο καφενεία: το «Αιγαίον» και το “Ποσειδών”.

Το άρωμα του καφέ «Αιγαίον» (Νίκης και Μοντγκόμερυ) διασώζει στα χρονικά του ’80 ο Γ. Κάτος (24): «διάλεξε το καφενείο “Αιγαίον” στην παλιά παραλία, που είχε και παράδοση. Κάθισε μέσα, δίπλα στη μεγάλη τζαμαρία, μια και πάνω στο πεζοδρόμιο ήταν πιασμένα όλα τα τραπεζάκια, κι έμεινε για ώρα ξεχασμένος σαν μυγάκι στις πολύχρωμες φωτισμένες γιρλάντες του ποσταλιού που ήταν ανοιχτά στη θάλασσα, στο ύψος του πάλαι ποτέ ξενοδοχείου Μεντιτερανέ […]. Πάνω στην παραλία διάφορες παρέες απολάμβάναν ανέμελα τη βόλτα τους […]».

Μικρός βιοπαλαιστής ποζάρει στο φωτογραφικό φακό κρατώντας σε σινί το εμπόρευμά του: γλυκίσματα διαφόρων ειδών, Αρχείο ΜΜΑ

Για τον «Ποσειδώνα» γράφει ο Κ. Τομανάς (25): «Στη διασταύρωση της λεωφόρου Νίκης με την πλατεία Ελευθερίας, εκεί που πριν από την μεγάλη πυρκαγιά του 1917 ήταν το καφενείο “Κρυστάλ”, ο Σμυρνιός Νίκος Καλαμποκίδης άνοιξε το καφενείο “Ποσειδών”. Στα χρόνια του μεσοπολέμου ο “Ποσειδών” ήταν μόνιμο στέκι των ξενύχτηδων -σερβίριζε έως και πατσά-, με πρώτο και καλύτερο τον Γιάννη Βελλίδη, που έρχονταν να καπνίσει το ναργιλέ του, αφού τυπώνονταν η εφημερίδα».

Εδώ κάπου μοιάζει σαν να ξυπνάς απ’ το “όνειρο” της χαμένης παραλίας. Το ντοκιμαντέρ που θα έχει αποτυπώσει την παραλιακή λεωφόρο στις διάφορες εποχές και μεταμορφώσεις της δεν έχει βέβαια γυριστεί.

Αλλά όλες αυτές οι μνήμες και οι φαντασιώσεις της αναπαράστασης, όλες αυτές οι διασταυρώσεις του προσωπικού αφηγήματος με το ιστορικό υπόβαθρο της πόλης, όλες αυτές οι αναπαραστάσεις που υπαγορεύουν νέες έρευνες και αναγνώσεις, ας θεωρηθούν ως “πινελιές” στον “πίνακα” του διαχρονικού πολιτισμού της προκυμαίας. Αυτού του χώρου που βρίσκεται στις καρδιές και στις ιστορίες των ανθρώπων και δεν έχει ακόμη “μπαζωθεί” από τη λήθη των καιρών…

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

  1. Δ. Φατούρος, Θεσσαλονίκη. Επιβίωση ή μεγάλη πόλη, 1993.
  2. Σ. Βούγιας, Η Θεσσαλονίκη είναι μια πεταλούδα, 1998.
  3. Τρ. Κωτόπουλος, Η Θεσσαλονίκη στο έργο των Θεσσαλονικέων πεζογράφων, 2006.
  4. Μ. Μπυτόρ, Κείμενο του 1958, δημοσιευμένο στο βιβλίο “Σελίδες για την Ελλάδα του 20ού αιώνα. Κείμενα Γάλλων ταξιδευτών, επιμ. Π. Μουλλά – Β. Μέντζου, 1995 (σ. 286 επ.)
  5. M. Tinayre, Ένα καλοκαίρι στη Θεσσαλονίκη. Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1916, 2008.
  6. Β. Χίσλοπ, Το νήμα, 2011.
  7. Για τις μεταμορφώσεις της παραλίας και τους πιο χαρακτηριστικούς σταθμούς στην ιστορία της πορείας βλ. Γ. Αναστασιάδης- Ε. Χεκίμογλου, Η μάχη της μνήμης. Παραλία, Λιμάνι, Λ. Πύργος, 1997.
  8. Κ. Τομανάς, Δρόμοι και γειτονιές της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1944, 1997.

8α.Α. Γρηγορίου, Χάνια, Πανδοχεία, Ξενοδοχεία της Θεσσαλονίκης, 1875-1917, 2003.

  1. Έλ. Χουζούρη, Σκοτεινός Βαρδάρης, 2004

10.Γ. Αναστασιάδης, Ανεξάντλητη πόλη. Θεσσαλονίκη 1917-1974, 1996

  1. Θ. Φλωρά-Καραβία, Η Θεσσαλονίκη του 1912, 1991.
  2. Γ. Σταμπουλής, Η ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912, 1984, σ. 100 επ.
  3. Γ. Αναστασιάδης – Λ. Νάρ – Χ. Ράπτης, Εγώ, ο εγγονός ενός Έλληνα. Η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί, 2007 (σ. 179).
  4. Β. Κολώνας (επιμ.), Η Θεσσαλονίκη στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (1915-1918), 1989.
  5. Αλ. Καραδήμου-Γερόλυμπου, Το χρονικό της μεγάλης πυρκαγιάς Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 1917, 2002. (Βλ. και Ηλ. Πετρόπουλος, Θεσσαλονίκη, Η πυρκαγιά του 1917, 1980)
  6. Γ. Αναστασιάδης, Η Θεσσαλονίκη στις συμπληγάδες του 20ού αιώνα, 2005.
  7. Σ. Σερέφας, Η Θεσσαλονίκη εξ αποστάσεως. Βλέμματα από τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου 1914-1915. Μεταφρασμένες μαρτυρίες με εισαγωγή και σχόλια, 1991.

17α. Λ. Ζησιάδης, Θεσσαλονίκη, όσα θυμάμαι, 1991.

  1. Α. Σεφιχά, Αναμνήσεις μιας ζωής και ενός κόσμου, 2010.
  2. Η Θεσσαλονίκη κατά τη Γερμανική κατοχή. Συλλογή φωτογραφιών. Βύρωνα Μήτου, 2014.
  3. Χ. Θεοδωρίδης, Ο χειμώνας του 1941-42. Χρονικό της κατοχής, 1980.
  4. Κ. Τομανάς, Χρονικό της Θεσσαλονίκης, 1921-1944, (1996).
  5. Γ. Αναστασιάδης, Παντού στη Θεσσαλονίκη σε βρίσκει η Ιστορία. Προσεγγίσεις στην πόλη της ιστοριογραφίας και της λογοτεχνίας (1912-1974), 2014.
  6. Λ. Ναρ- Γ. Γερόλυμπος, Θεσσαλονίκη 1912-2012. Το μέλλον του παρελθόντος, 2013.
  7. Γ. Κάτος, Η Αγία Αλητεία. 1997.
  8. Κ. Τομανάς, Τα καφενεία της παλιάς Θεσσαλονίκης. 1990.