Του Άρι Γεωργίου,

Αρχιτέκτονα

 

Ένας ρυθμικός συριγμός προερχόμενος από μια λασκαρισμένη βίδα μεταξύ σούστας και πρόσθιου άξονα, συνδυασμένος μάλιστα ευπρόσδεκτα με την ανεπαίσθητη ταλάντευση εκ της κύλισης του πρώτου τροχοφόρου που με μεταφέρει, ένα μόλις χρόνο μετά την απολύτως τυχαία, πλην εν τέλει μοιραία, συνάντηση του σπερματοζωαρίου και του ωαρίου που συνέπραξαν με σκοπό την ύπαρξή μου, ως βρέφος τώρα πλέον, περίπου τεσσάρων μηνών, με εξαναγκάζει να παλεύω μεταξύ λήθαργου και εγρήγορσης ενώ αντιλαμβάνομαι μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρά μου να εναλλάσσονται μορφές κινητές και ακίνητες, όπως και μάζες εκτυφλωτικού φωτός με σκιές αέρινες και φευγαλέες. Στη λευκή οροφή της κουκούλας του κομβέρτιμπλ που εποχούμαι ανάσκελα, περί τα εικοσιτρία εκατοστά πάνω από τα μάτια μου, τρεμοπαίζουν σιωπηλά με μεγάλη φωτορυθμική ταχύτητα σχήματα ―που εξάλλου εντείνουν τη ληθαργική μου τάση―  μιας ρευστής και ασαφούς μορφολογίας. Είμαι σίγουρος, πρόκειται περί μερικής ανάκλασης του κυματισμού της επιφάνειας της θάλασσας· είμαστε στην Παραλία, μια οσμή εξάλλου, ανάμικτη μεταξύ ιωδίου και πετρελαίου, από τα καΐκια του μώλου, το επιβεβαιώνει.

Καρφώνω το βλέμμα ίσια μπροστά μου, επιχειρώ κάποια αυτοσυγκέντρωση. Κινητήρια δύναμη ώθησης της τροχοφόρου κλίνης μου, ο θείος μου. Οικεία μορφή, χαμογελαστή. Κουστουμάτος, γιορτινός, είναι τουλάχιστον Κυριακή αν όχι γιορτή, η θέα του με καθησυχάζει. Πόσω μάλλον που, αμέσως δίπλα του, πιάνει το μάτι μου εκ δεξιών, να πορεύεται ισοδυνάμως χαμογελαστή η κυρία μαμά μου με μαύρο γυαλί και λεοπαρδαλέ γουνάκι. Δυσκολεύομαι λίγο, είναι σχεδόν εκτός οπτικού μου πεδίου, ανασηκώνω μάλιστα όσο μπορώ το κεφάλι μου για να επιβεβαιώσω την παρουσία του μπαμπά μου, ευτυχώς είναι ψηλός και φαίνεται, η μαμά τον κρατάει αγκαζέ. Και πλαισιωμένη από τους δύο μυστακοφόρους πρώην συναδέλφους στον στρατό, προσφάτως σύζυγο τον ένα και παλαιόθεν αδελφό τον άλλο, περιπατεί ρωμαλέα συνδεύοντας τον πρώτο της γόνο επί της προκυμαίας, του κατεξοχήν τόπου για βόλτα των Θεσσαλονικέων. Των τυχερών κατοίκων της πόλης με την ωραιότερη παραλία των Βαλκανίων.

Για την ηλικία μου ξέρω ήδη αρκετά, φάνηκε κιόλας από τα παραπάνω. Μου διαφεύγουν εντούτοις περισσότερα· αρκετά θα τα μάθω στη συνέχεια, τα πιο πολλά πάντως θα μου μείνουν άγνωστα, ουσιαστικά θα συμβιβαστώ τσαλαβουτώντας σε ένα τέλμα ημιμάθειας.

Δεν υποψιάζομαι λοιπόν τότε πως αυτή η Παραλία δεν υπήρχε μια εκατοστή χρόνια πριν. Πού κάνανε τη βόλτα τους λοιπόν οι τυχεροί κάτοικοι της πόλης τούτης τότε; Ήταν σάμπως τυχεροί; Χώρια που λίγοι μόνο ήταν ελληνόπουλα, οι πιο πολλοί Τούρκοι και Εβραίοι, αλλά κι αυτό ακόμη δεν το ξέρω, περί άλλα εγώ τυρβάζω. Δεν γνωρίζω ακόμη ότι μόλις προ εξαετίας γερμανικά τανκς παρήλασαν στην προκυμαία και Γερμανοί βαθμοφόροι τα κουτσόπιναν στα καφεζυθοπωλεία της Λεωφόρου Βασιλέως Κωσνσταντίνου όπως τότε ήταν το όνομά της. Και ούτε βέβαια υποψιάζομαι, παρόλο το καχύποπτο της ιδιοσυγκρασίας μου, πως κάποτε στο μέλλον ενδέχεται ετούτη εδώ η παραλία να γίνει αντικείμενο σφοδρής διαμάχης περί την ιδέα για μιαν υποθαλάσσια σήραγγα κολλητά στον μώλο με σκοπό να ανακουφιστεί η οδική κυκλοφορία. Εδώ περνάει αυτοκίνητο και του σφυρίζουν τα φαντάρια «ω, ρε, κουρσάρα!». Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που δεν υποψιάζομαι: προ ολίγου μόλις, δεν είναι δυο λεπτά, τα βήματα των αγαπημένων μου συνοδών με τσούλησαν κάτω από εκείνη την οικοδομή με τα καμπύλα μπαλκόνια, τα βλέπετε επάνω δεξιά στη φωτογραφία. Στο ισόγειό της το ζαχαροπλαστείο Αχίλλειον στου οποίου την ευημερία, αργότερα, στα γυμνασιακά χρόνια, συνέβαλα δραστικά μετά των ομηλίκων μου καταθέτοντας ουχί ευκαταφρόνητο αριθμό ταλήρων έναντι μόκας-παγωτού, συχνά ως τίμημα χαμένου στοιχήματος. Στον τελευταίο της όροφο όμως, τον τέταρτο, που αργότερα κατέστη προτελευταίος μετά το πανωσήκωμα του «αέρα», δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κάτι που εν αγνοία μου  όντως συμβαίνει. Τα δύο αδερφάκια, ο Νίκος και η Φανή, οκτώ και εξι χρονώ αντίστοιχα, κυνηγιούνται ανηλεώς ανάμεσα στο σαλόνι και στα παιδικά τους δωμάτια. Όταν περνούν από το μπαλκόνι και αντιλαμβάνονται το κυριακάτικο πόπολο της βόλτας τέσσερις ορόφους υποκάτωθεν, αναρωτιούνται ποιο νάναι άραγε το νιάνιαρο που σπρώχνουν υπερήφανοι οι γονείς του, αδρανές, φασκιωμένο και εξουδετερωμένο στο καρότσι του. Ενδέχεται ωστόσο να μην αναρωτιούνται καθόλου, το πιθανότερο είναι άλλωστε να μην πήραν καθόλου χαμπάρι την τροχήλατη προέλασή μου απασχολημένοι καθώς είναι στα αναμεταξύ τους ζητήματα. Που με τη σειρά τους, τα ζητήματα, σίγουρα δεν συμπεριλαμβάνουν ούτε καθ’ υποψίαν την ύστερα από 35 χρόνια μέριμνα της Φανής να νοικιάσει το προικώον της τού τετάρτου ορόφου στον επόμενο ένοικό του.

Που, ο ένοικος, αφότου εγκαταστάθηκε, όταν δεν επιτρέπει στο βλέμμα του να πλανάται αδέσποτο με κατεύθυνση τον Όλυμπο, το στρέφει εστιασμένα προς τα κάτω για να  παρακολουθεί την πορεία των διαστημικού ντιζάιν καροτσακίων και των updated επιβατών τους που, όπως κι εκείνος πριν 62 χρόνια, έτσι και τούτοι εδώ, γεύονται για πρώτη φορά τις ανυπέρβλητες αρετές της βόλτας στην Παραλία.