Μια ψηφιακή δράση επαναφοράς άγνωστων μνημείων στην καθημερινή ζωή και μνήμη των κατοίκων της Θεσσαλονίκης

των Κώστα Κωτσάκη και Ελευθερίας Θεοδωρούδη

Εικόνα 5. Ο Ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης. Αναπαράσταση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σε προηγούμενο τεύχος του Θεσσαλονικέων Πόλις (τ. 18/41, 2012) είχε δημοσιευθεί άρθρο μας για τα μνημεία της πόλης που βρίσκονται στα υπόγεια των σύγχρονων κτιρίων και παραμένουν απρόσιτα και άγνωστα στους περισσότερους κατοίκους και στους πολλούς πλέον επισκέπτες.  Η σχέση της πόλης με τη μακρά ιστορία της είναι δύσκολη: υπερηφανεύεται για τις θετικές στιγμές, αλλά αποστρέφει το βλέμμα στις δυσάρεστες ή τις ενοχλητικές, ιδιαίτερα όταν η φυσική παρουσία του παρελθόντος στέκεται εμπόδιο στα σχέδια του παρόντος, μικρά ή μεγάλα, ιδιωτικά ή δημόσια. Αυτή είναι η περίπτωση των «εν υπογείῳ» διατηρούμενων μνημείων: σημαντικά για την ιστορία της πόλης, όχι όμως σημαντικότερα από την εκμετάλλευση της αστικής γης και της τεράστιας υπεραξίας της. Η λύση της διατήρησης κάτω από τα κτίρια είναι στην ουσία ένας συμβιβασμός της πολιτείας, της αποκλειστικά υπεύθυνης κατά τον νόμο για την προστασία των μνημείων, που αναβάλλει την αντιμετώπιση του προβλήματος, ελπίζοντας σε καλύτερες προοπτικές στο μέλλον. Τελικά, τα μνημεία αυτά ξεχνιούνται και από την πολιτεία και από τους κατοίκους.

Δεν είναι,  βέβαια, εδώ ο κατάλληλος χώρος να συζητηθεί αυτό το σύνθετο ζήτημα στις πολλές και διαφορετικές του διαστάσεις. Όποιες και αν είναι οι γνώμες που διατυπώνονται, παραμένει γεγονός ότι η συγκεκριμένη πρακτική έχει δημιουργήσει ένα δίκτυο αρχαιολογικών θησαυρών, μια υπόγεια, αρχιτεκτονικά τεκμηριωμένη, αρχαία Θεσσαλονίκη.[1] Από την άποψη αυτή, φαίνεται ότι ο συμβιβασμός ήταν προτιμότερος από την οριστική καταστροφή, μοίρα που επιφυλάξαμε στα παλιά κτίρια της Θεσσαλονίκης. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι απαραίτητο να παραμένουν τα «εν υπογείῳ» ξεχασμένα στη σημερινή τους αφάνεια, κρυμμένα κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια των ανυποψίαστων περαστικών στους δρόμους του ιστορικού κέντρου. Υπάρχουν, άραγε, ελκυστικοί τρόποι για να πάψουν να είναι μνημεία αόρατα, απρόσιτα και βουβά, απόντα από τη συλλογική μνήμη, από όσα οι κάτοικοι γνωρίζουν ή αφηγούνται, και από όσα οι επισκέπτες μαθαίνουν για την πόλη;[2]

[1] Βλ. Μισαηλίδου-Δεσποτίδου Β. (επιμ.), Θεσσαλονίκη, η κρυμμένη πόλη. Αρχαιότητες διατηρημένες σε υπόγεια. ΙΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Θεσσαλονίκη 2012. Ο ενιαίος κατάλογος της τότε ΙΣΤ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων περιλαμβάνει 301 αρχαιότητες, χωρίς να κάνει διάκριση ανάμεσα σε αρχαιότητες σε υπόγεια, ορατές αρχαιότητες, και αρχαιότητες που δεν κρίθηκε ότι χρειάζεται να διατηρηθούν εν υπογείῳ και απλά καταχώθηκαν κάτω από τα θεμέλια των σύγχρονων κατασκευών.

[2] Ουσιαστική πρόταση προς ανάλογη κατεύθυνση ανάδειξης μικρών μνημείων που διακόπτουν «ενοχλητικά» τον καθημερινό αστικό ιστό της πόλης αντιπροσωπεύει το πρόγραμμα διαμόρφωσης δέκα αρχαιολογικών χώρων στη Θεσσαλονίκη. Οι καινοτομικές προτάσεις του προγράμματος δεν βρήκαν ανταπόκριση στη γενικά άτολμη και συντηρητική αρχαιολογική διοικητική μηχανή. Βλ. Αστρεινίδου Π. –  Σημαιοφορίδης Γ. (επιμ.), Η άγνωστη πόλη. Διαμορφώσεις 10 αρχαιολογικών χώρων στη Θεσσαλονίκη. Untimely Books, Αθήνα 1997.

ΑΟΡΑΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ, ΨΗΦΙΑΚΗ ΜΝΗΜΗ

H δράση «Αόρατα μνημεία – ψηφιακή μνήμη» πραγματοποιήθηκε στις Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς από τις 24 Σεπτεμβρίου έως τις 2 Οκτωβρίου του 2016 στη Θεσσαλονίκη. Η δράση σχεδιάστηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος NEARCH, ενός προγράμματος με στόχο την εξερεύνηση νέων δρόμων για την επικοινωνία αρχαιολογίας και κοινού, πέρα από τις καθιερωμένες παρουσιάσεις στα μουσεία, τις διαλέξεις και τα επιστημονικά δημοσιεύματα που απευθύνονται στους ειδικούς.[1] Στο πνεύμα αυτό, τα «αόρατα» μνημεία της Θεσσαλονίκης προσφέρονται ως ιδανικό πείραμα επαναφοράς της παρουσίας των μνημείων στην καθημερινή ζωή και τη μνήμη των κατοίκων.[2]

Το πρώτο, και κρίσιμο, μέρος αυτού του πειράματος ήταν να πείσουμε τους κατοίκους να εμπλακούν με τα μνημεία και τις ιστορίες τους. Είχαμε την ιδέα να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες της κινητής τηλεφωνίας και των ψηφιακών κοινωνικών δικτύων. Τα κινητά τηλέφωνα (smartphones) και οι ψηφιακές πινακίδες (tablets) είναι ευέλικτα καθημερινά εργαλεία που έχουμε σχεδόν πάντα μαζί μας. Με την εύκολη πρόσβασή τους στο διαδίκτυο από οποιοδήποτε σημείο ανοίγουν δυνατότητες που οι συμβατικές στατικές επιγραφές και οι πληροφοριακές πινακίδες δεν έχουν. Προφανώς, τα ψηφιακά μέσα είναι περισσότερο ελκυστικά, προκαλούν ακόμη την περιέργεια, και έχουν μεγάλη διείσδυση, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες. Επιπλέον, οι δυνατότητες του Web 2.0 για αμφίδρομη κοινωνική δικτύωση (τα γνωστά σε όλους Facebook, Twitter και Instagram[3]) αποτελούν οικείο και δυναμικό μέρος της σύγχρονης καθημερινότητας και διαχέουν με ευκολία και ταχύτητα την πληροφορία σε μεγάλο αριθμό ατόμων. Για μια δράση που επιδιώκει ακριβώς τη μέγιστη διάχυση της πληροφορίας και την καινοτομική παρουσίασή της, τα ψηφιακά μέσα υπερτερούν σαφώς, ενώ παρέχουν το πρόσθετο, σοβαρό κέρδος της άμεσης πρόσβασης στις αντιδράσεις του κοινού απέναντι στο πείραμα, αλλά και στα μνημεία και τη σημασία τους, όπως αυτές καταγράφονται στις καταχωρήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Για την καλύτερη έρευνα αυτών των τελευταίων σημαντικών παραμέτρων σχεδιάστηκε ένα ειδικότερο ερωτηματολόγιο, στο οποίο το κοινό καλείται να απαντήσει προαιρετικά στο τέλος της περιήγησης μέσω του κινητού τηλεφώνου.

Από τις πολλές δεκάδες μνημεία σε αυτή την κατάσταση που βρίσκονται στην πόλη,[4] διαλέξαμε επτά τα οποία αποκαλύφθηκαν στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Κανένα  δεν συμμορφώνεται με τα συμβατικά πρότυπα της μεγάλης και εντυπωσιακής μνημειακότητας, αλλά αντιθέτως, εκπροσωπούνται αρχιτεκτονικές κατασκευές ελάχιστα γνωστές, μικρά εγκαταλειμμένα ερείπια, τάφοι, σε μία περίπτωση ένας ολόκληρος προϊστορικός οικισμός που δεν υπάρχει πια. Η επιλογή αυτή έχει τη σημασία της: αφενός αποκλείει τις αυτόματες, αλλά κοινοτοπικές αντιδράσεις του κοινού, που προέρχονται κυρίως από τη δημόσια εκπαίδευση, αφετέρου κάνουμε σαφές ένα μήνυμα για τη σημασία των ιχνών του παρελθόντος ανεξάρτητα από τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά. Είναι όλα πολύτιμες ψηφίδες ενός ενιαίου, σημαντικού παρελθόντος.

Εικόνα 1. Η ανασκαφή του νεολιθικού (5900 -5300 π.Χ.) οικισμού στη ΔΕΘ, στο οικόπεδο του Βελλίδειου Συνεδριακού Κέντρου. Ο οικισμός, που αντιπροσωπεύει την πρώτη ανθρώπινη εγκατάσταση στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, σήμερα δεν υπάρχει. Πηγή: Μισαηλίδου – Δεσποτίδου Β. (επιμ.), (2012). Θεσσαλονίκη. Η κρυμμένη πόλη. Αρχαιότητες διατηρημένες σε υπόγεια, Θεσσαλονίκη: ΙΣΤ’ ΕΠΚΑ: σ. 41.

Εικόνα 2. Κάτοψη της αίθουσας του λουτρού ρωμαϊκής εποχής με ψηφιδωτά δάπεδα. Πηγή: Σιγανίδου Μ. (1970). Χρονικά Β2, Αρχαιολογικό Δελτίο 25: σχ. 8

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αυτά τα άδοξα μνημεία μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες. Η πρώτη, εκείνα που δε διατηρούνται πια. Έχουμε συμπεριλάβει ένα μνημείο σε αυτή την κατηγορία, τον νεολιθικό οικισμό στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, την πρώτη εγκατάσταση του ανθρώπου στον μυχό του Θερμαϊκού και αρχαιότατο πρόγονο της Θεσσαλονίκης (εικόνα 1). Ο οικισμός ανασκάφηκε τη δεκαετία του 1990 με αφορμή την ανέγερση του Βελλίδειου Συνεδριακού Κέντρου.  Η δεύτερη, εκείνα που βρίσκονται στο υπόγειο των σύγχρονων κτιρίων. Περιλαμβάνει τα ρωμαϊκά λουτρά στην οδό Αντιγονιδών με τα εντυπωσιακά ψηφιδωτά (εικόνα 2), τον ναό του Σέργιου Πραγαμά, ένα από τα πρώτα μνημεία χριστιανικής λατρείας στη Θεσσαλονίκη (εικόνα 3), τον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης στην πλατεία του Ιπποδρομίου, γνωστό από τη σφαγή των Θεσσαλονικέων με διαταγή του αυτοκράτορα Θεοδόσιου (εικόνες 4 και 5), και τη μεγάλη παλαιοχριστιανική βασιλική της Αγίας Σοφίας, που προηγήθηκε από τον ναό της Αγίας Σοφίας που γνωρίζουμε σήμερα.

Εικόνα 3. Ο ναός Σέργιου Πραγαμά στην οδό Βαλταδώρου 6-8. Ένα από τα πρώτα μνημεία χριστιανικής λατρείας στη Θεσσαλονίκη. Κάτοψη και τομή του υπόγειου ναού. Πηγή: Ξυγγόπουλος Α. (1924-25). Χρονικά Β2, Αρχαιολογικό Δελτίο 9: σ. 65, εικ. 1.

Εικόνα 4. Τμήμα πόδιου του Ιπποδρόμου σε οικόπεδο οικοδομής. Άποψη από την ανασκαφή (Φιλικής Εταιρείας 29). Πηγή: Μισαηλίδου–Δεσποτίδου Β. – Αθανασίου Φ. (2013). Γαλεριανό συγκρότημα: μια εικονική περιήγηση στην αυτοκρατορική κατοικία της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη: ΙΣΤ΄ ΕΠΚΑ: σ. 15.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εικόνα 7. Η είσοδος του τάφου (cubiculum) στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Πηγή: Φωτογραφία Ειρήνη Τζεμοπούλου.

Η τρίτη και τελευταία, μνημεία που στέκονται ακόμη, αλλά λόγω συνθηκών διατήρησης και διαχείρισης έχουν γίνει λειτουργικά αόρατα, ακόμα και αν περνά κανείς από μπροστά τους κάθε μέρα. Τα δύο παραδείγματα είναι η Στήλη των Όφεων στην Αγίου Δημητρίου, μαρμάρινο βάθρο αγάλματος ρωμαϊκών χρόνων (εικόνα 6) που μετακινήθηκε για τη διάνοιξη του δρόμου ανάμεσα σε σταθμευμένα αυτοκίνητα, και το ταφικό κτίσμα του 4ου μ.Χ. αιώνα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο ισόγειο της Νομικής Σχολής (εικόνες 7 και 8).

 

Εικόνα 6 α. Η «Στήλη των Όφεων». Μαρμάρινη βάση ανδριάντα ρωμαϊκών χρόνων. Οδός Αγίου Δημητρίου. Σχεδιαστική αποτύπωση κατά την ανασκαφή το 1975. Πηγή: Ρωμιοπούλου Αικ. (1975). Χρονικά Β2, Αρχαιολογικό Δελτίο 30: σ. 247, σχ.1.

Εικόνα 6 β. Η «στήλη των Όφεων», όπως είναι σήμερα.

Εικόνα 8. Προοπτικό σχέδιο του τάφου (cubiculum) της Νομικής Σχολής ΑΠΘ. Πηγή: Μαρκή E. (2001). «Παλαιοχριστιανικές και βυζαντινές αρχαιότητες στην Πανεπιστημιούπολη», Θεσσαλονικέων Πόλις 6: σχ. 3.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΔΡΑΣΗ

Όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή, ο στόχος της δράσης «Αόρατα μνημεία – ψηφιακή μνήμη» ήταν η κινητοποίηση των καθημερινών περαστικών και η αλληλεπιδραστική συμμετοχή τους, ώστε να  συνειδητοποιήσουν άγνωστα στοιχεία της ιστορίας της πόλης τους με έναν γρήγορο, απλό, και ευχάριστο τρόπο. Η τεχνολογία που ακολουθήθηκε είναι απλή και γνώριμη: στηρίζεται στη χρήση έξυπνου κινητού (smartphone) ή ψηφιακής πινακίδας (tablet), κωδικών QR και ενός ιστοχώρου. Καταρχάς, σχεδιάστηκαν επτά αφίσες, μία για κάθε μνημείο, στις οποίες τοποθετήθηκε ο αντίστοιχος κωδικός QR. Οι αφίσες αναρτήθηκαν στην άμεση περιοχή γύρω από κάθε μνημείο, σε καταστήματα, καφετέριες, super markets και άλλους χώρους δημόσιου ενδιαφέροντος (εικόνα 9).  Η σάρωση του κωδικού μεταφέρει τον χρήστη στην ιστοσελίδα του συγκεκριμένου μνημείου, που περιέχει πληροφορίες, φωτογραφίες και σχέδια. Πληροφορίες δίνονται και για τα υπόλοιπα μνημεία, όπως και χάρτες, μέσω των οποίων μπορεί κανείς να τα εντοπίσει. Τα κείμενα που περιγράφουν κάθε μνημείο είναι όσο γίνεται λιγότερο τεχνικά για το γενικό κοινό, ενώ δίνονται απλές επεξηγήσεις για ορισμένους αρχαιολογικούς όρους, όπως π.χ. για τους όρους βασιλική, κρηπίδωμα κτλ. Δώσαμε ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό το σημείο ώστε τα κείμενα να είναι εκφρασμένα με απλότητα και ευθύτητα, χωρίς να γίνονται αφελή και απλουστευτικά. Στόχος ήταν η πρόσβαση να είναι άμεση και ανεμπόδιστη, και κυρίως να σχετίζεται με τις καθημερινές συνήθειες των κατοίκων, χωρίς να επιβάλλεται η ανάγκη για μια ιδιαίτερη, έξω από τις συνηθισμένες, δραστηριότητα. Οι συμμετέχοντες ενθαρρύνονται να στείλουν σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα εκείνη τη στιγμή με τα κινητά τους χρησιμοποιώντας τους συνδέσμους που υπάρχουν στις ιστοσελίδες. Η τοποθέτηση των αφισών και η δράση δημοσιοποιήθηκε μερικές ημέρες νωρίτερα μέσω των κοινωνικών δικτύων, σε έντυπα της πόλης και στα ΜΜΕ (εικόνα 10).[5]

Εικόνα 10 α-ζ. Στιγμιότυπα από τη δράση.

Εικόνα 10 α-ζ. Στιγμιότυπα από τη δράση.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τέλος, ορισμένα στοιχεία: o ιστοχώρος της δράσης είχε 5.184 επισκέψεις στις δέκα ημέρες από τις 23 Σεπτεμβρίου 2016 ως τις 2 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Η διάρκεια της παραμονής ήταν λίγο περισσότερο από δύο λεπτά και 68% των επισκέψεων έγιναν από το έξυπνο τηλέφωνο ή από ψηφιακή πινακίδα (tablet), αν και όσοι επισκέφτηκαν την ιστοσελίδα από τον υπολογιστή τους έμειναν περισσότερο. Τα πιο δημοφιλή μνημεία ήταν όσα ήταν περισσότερο γνωστά, όπως ο Ιπποδρόμος, η Στήλη των Όφεων και η Βασιλική της Αγίας Σοφίας. Στη σελίδα του facebook περισσότεροι  από 1.300 δήλωσαν ότι τους άρεσε η δράση, ενώ πολλοί συνέχισαν να την επισκέπτονται και μετά το τέλος της.

Εικόνα 9. Η αφίσα του Ιπποδρόμου στην οδό Ιπποδρομίου.

Το ερωτηματολόγιο που αναφέρθηκε ήδη διανεμήθηκε μέσω Google Docs στα ελληνικά και στα αγγλικά. Συνολικά 188 άτομα έλαβαν μέρος στην έρευνα. Όσον αφορά τα δημογραφικά στοιχεία, το 95% των συμμετεχόντων στο ερωτηματολόγιο ήταν Έλληνες, και το υπόλοιπο 5% ήταν από άλλες χώρες. Όσο για το φύλο, 59% ήταν γυναίκες, 36% ήταν άνδρες και 5% των συμμετεχόντων προτίμησε να μην απαντήσει στο ερώτημα αυτό. Η ηλικία των συμμετεχόντων κυμαινόταν. Μεταξύ 36 και 60 ετών ήταν το 52%, 41% μεταξύ 21 και 35 ετών, 5% μεταξύ 12 και 20 ετών, και 2% ήταν 60 ετών ή μεγαλύτεροι. Το μορφωτικό επίπεδο ήταν υψηλό: 66% είχαν πανεπιστημιακή μόρφωση, ενώ 8% διδακτορικό δίπλωμα. Τέλος, στην ερώτηση για την εργασιακή τους κατάσταση το 63% απάντησε ότι εργάζεται, ενώ το 23% απάντησε αρνητικά. Το 84% των απαντήσεων δήλωσαν ότι έμαθαν κάτι νέο από τη δράση, ενώ είναι σημαντικό ότι το 99% θα επιθυμούσε να είναι η εφαρμογή αυτή μόνιμη, και 97% θα σύστηναν την εφαρμογή σε κάποιον άλλον.

Οι λόγοι για τη συμμετοχή στη δράση ήταν το ενδιαφέρον για την τοπική ιστορία και ειδικότερα την ιστορία της Θεσσαλονίκης. Πολλοί υπογράμμισαν την αίσθηση περιέργειας που τους ώθησε να λάβουν μέρος, πράγμα που βρίσκεται ακριβώς στους στόχους του σχεδιασμού της δράσης.

Ορισμένοι ανέφεραν ότι η δράση «Αόρατα μνημεία – ψηφιακή μνήμη» πυροδότησε το ενδιαφέρον τους επειδή ήταν καινοτόμος, πρωτότυπη και ανανεωτική. Τέλος, πολλοί δήλωσαν ότι υποκινήθηκαν από τα επαγγελματικά τους ενδιαφέροντα (ξεναγοί, αρχαιολόγοι, εκπαιδευτικοί). Όσο μπορούμε να διακρίνουμε από τη συνολική εικόνα, η εφαρμογή πραγματικά άρεσε στους χρήστες της. Η επιθυμία που εκφράστηκε από σχεδόν όλους, να υπάρχει μια παρόμοια μόνιμη υπηρεσία για τα μνημεία της Θεσσαλονίκης, θα μπορούσε να διαβαστεί ως αντίδραση στην έλλειψη προσβάσιμης πληροφορίας σε απλή, δυναμική και ελκυστική μορφή, χωρίς τη σχολαστική, δύσκολη ορολογία και τα εκτενή κείμενα, συχνά στις επίσημες ενημερωτικές πινακίδες.

Εικόνα 10 α-ζ. Στιγμιότυπα από τη δράση

Εικόνα 10 α-ζ. Στιγμιότυπα από τη δράση

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Όπως αναφέρθηκε στην αρχή του άρθρου, η εφαρμογή τεχνολογιών με ευρεία χρήση, με τις οποίες οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι ώστε να μην αισθάνονται ότι εκφοβίζονται ή αμφισβητούνται, ήταν μια συνειδητή απόφαση. Τα αποτελέσματα του πειράματος μας έδειξαν ότι για μια δράση που αναφέρεται στην πολιτιστική κληρονομιά και στοχεύει άμεσα στο γενικό κοινό, η μεταφορά, μέσω τεχνολογικών εφαρμογών, της πρωτοβουλίας στο ίδιο το κοινό είναι μια ενδεδειγμένη επιλογή. Έχει ευρύτερη σημασία η επιδίωξη περισσότερο της εμπειρίας παρά της συστηματικά ταξινομημένης γνώσης του θεσμικού λόγου, ιδιαίτερα καθώς συχνά η κουλτούρα στις μέρες μας τείνει να γίνεται τόσο απόμακρη ώστε να συγχέεται από την κοινή γνώμη με τον ελιτισμό. Πρακτικά, η δράση ήταν μια πρόσκληση μέσω των κοινωνικών δικτύων και της τεχνολογίας για μια βιωματική πρόσληψη του παρελθόντος, όχι με έναν αυστηρό εκπαιδευτικό τρόπο, αλλά μάλλον ως παιχνίδι ανακάλυψης που εκτελείται μέσα στη ζώνη τεχνολογικής άνεσης των συμμετεχόντων, συνδέοντας την καθημερινή ρουτίνα των ανθρώπων της πόλης με συγκεκριμένα μνημεία. Ως τέτοιο, προσφέρει τη διασκέδαση, την πρωτοβουλία και την αυτενέργεια του παιχνιδιού με μέσο την τεχνολογία, σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον.

Η χρήση νέων τεχνολογιών για τη διάδοση της αρχαιολογικής πληροφορίας από μόνη της δεν αποτελεί καινοτομία στη διεθνή κλίμακα. Μπορεί κανείς να τη συναντήσει στα μουσεία, τους αρχαιολογικούς χώρους και στα μνημεία ήδη από τη δεκαετία του 1990, και αποτελεί ένα διακριτό τμήμα του αιτήματος για εκδημοκρατισμό της γνώσης. Όμως, στη σύγχρονη διαχείριση του αρχαιολογικού αποθέματος η πρόσβαση διαφορετικών ομάδων του πληθυσμού στην πληροφορία, ακόμη και στη διαχείριση, της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι εκείνη που θεωρείται κρίσιμη και τώρα και για το μέλλον. Για τους ειδικούς της διαχείρισης του πολιτισμού έχει σημασία να κατανοήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο η αρχαιολογική πληροφορία παράγεται και διαχέεται, και είναι εντελώς απαραίτητο να δώσουμε μεγαλύτερη αυτενέργεια στο κοινό που προσλαμβάνει αυτή την πληροφορία. Αυτό το τελευταίο έχει αποφασιστική σημασία και για την ελληνική αρχαιολογία, όπως επίσης και για τον υπόλοιπο κόσμο. Η δράση «Αόρατα μνημεία, ψηφιακή μνήμη», στο πλαίσιο και στο πνεύμα του ευρωπαϊκού προγράμματος NEARCH, κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση.

[1] Το πρόγραμμα NEARCH (New Scenarios for a Community Involved Archaeology) διαμορφώνει ένα δίκτυο το οποίο στοχεύει στη μελέτη των διαφορετικών διαστάσεων της συμμετοχής του κοινού στην αρχαιολογία, καθώς και στην πρόταση νέων τρόπων εργασίας και συνεργασίας σε ένα επάγγελμα που έχει επηρεαστεί από την τρέχουσα οικονομική κρίση. Το πρόγραμμα επιχειρεί να κινηθεί έξω από τις συμβατικές τεχνικές μεταφοράς του αρχαιολογικού πολιτισμικού κεφαλαίου, που συχνά είναι αναποτελεσματικές. Εξερευνά τη δυναμική της τέχνης, της ψηφιακής τεχνολογίας και των σύγχρονων μέσων εκπαίδευσης στην εμπλοκή των ευρωπαϊκών κοινωνιών, και την αμφίδρομη σχέση τους με την αρχαιολογία (περισσότερες πληροφορίες στον ιστότοπο http://www.nearch.eu). Στο δίκτυο συνεργάζονται 10 ευρωπαϊκές χώρες και 16 εταίροι, πανεπιστήμια, ερευνητικά ινστιτούτα, μουσεία και ιδρύματα. Η Ελλάδα αντιπροσωπεύεται από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο με Επιστημονικό Υπεύθυνο τον Καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας Κ. Κωτσάκη.

[2] Καμιά δράση αυτού του είδους δεν γίνεται χωρίς τη συνεργασία πολλών ειδικών. Όλη η δράση υλοποιήθηκε με τη συνεργασία του διαπανεπιστημιακού μεταπτυχιακού προγράμματος «Μουσειολογία-Πολιτιστική Διαχείριση» του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ και τη διευθύντριά του καθ. κ. Μ. Σκαλτσά, η οποία ήταν και σύμβουλος του έργου. Ο επ. καθηγητής της διδακτικής της Ιστορίας και του Πολιτισμού του Πανεπιστημίου Δυτ. Μακεδονίας κ. Κ. Κασβίκης συμμετείχε ως εξωτερικός σύμβουλος στην επεξεργασία του περιεχομένου των κειμένων. Η αρχαιολόγος – μουσειολόγος κ. Ελευθερία Θεοδωρούδη είχε την ευθύνη του σχεδιασμού και του συντονισμού της δράσης.

[3] Facebook: @invisiblemonuments, Twitter: @invis_monuments, Instagram: #aoratamnimeia, #invisiblemonuments

[5] Ο τεχνικός σχεδιασμός του ιστοχώρου (invisiblemonuments.web.auth.gr) έγινε από τον κ. Λεωνίδα Τουρούτογλου. Ο γραφιστικός σχεδιασμός και οι αφίσες ήταν ευθύνη της αρχιτέκτονος – μουσειολόγου Κλεοπάτρας Αγιαλαγιόγλου της Tetragon ΕΠΕ. Η ιδέα ήταν να αποδοθούν στις αφίσες με απλό, γραμμικό τρόπο τα μνημεία, με τη χρήση αφαιρετικών στοιχείων της κάτοψής τους και χρωματικού κώδικα, ώστε να είναι χαρακτηριστικές και εύκολα αναγνωρίσιμες. Τη διαχείριση της επικοινωνίας ανέλαβε η manager – μουσειολόγος κ. Λουκία Αργυριάδου. Οι μεταφράσεις των κειμένων στα αγγλικά έγιναν από την αρχαιολόγο κ. Καλλιόπη Κότσαγα.