Συνομιλίες με τα μνημεία της πόλης μας

των Δήμητρα Δοξάκη, Έλσα Μπομπόλη, Ναυσικά Παπαθεωδώρου και Ανδρέα Παύλου

Εισαγωγή: Θάλεια Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου

 

Κάθε οικοδόμημα είναι ένας ζωντανός οργανισμός με δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα. Τον οργανισμό αυτό καλούμαστε να βιώσουμε και με τις πέντε αισθήσεις, αλλά και πέρα από αυτές, με μια έκτη αίσθηση, να τον αισθανθούμε.  Ένα οικοδόμημα μπορεί να μας επηρεάσει όπως ίσως κανένα έργο τέχνης. Μπορεί να μας βάλει μέσα του ή να μας απωθήσει, μας περιβάλλει, διαμορφώνει τις ζωές μας και μας προστατεύει, ή μας καταπιέζει. Αλλάζει με τον χρόνο ή τις ώρες της μέρας, τον καιρό και τις εποχές. Ένα οικοδόμημα μιλάει για τη ζωή του, για τον δημιουργό του, για τους ανθρώπους που το χρησιμοποίησαν και το χρησιμοποιούν, μιλάει για την εποχή του. Και κάθε οικοδόμημα ξυπνά διαφορετικές αποκρίσεις σε καθένα από μας. Πώς οι νέοι φοιτητές – εικαστικοί καλλιτέχνες αντιλαμβάνονται την αρχιτεκτονική της πόλης μας;

Στο πλαίσιο των μαθημάτων της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής – Θεωρίας του Χώρου που διδάσκω, για να παροτρύνω τους φοιτητές να γνωρίσουν, να παρατηρήσουν διερευνητικά και να μελετήσουν τα μνημεία και το αστικό τοπίο της Θεσσαλονίκης, τους αναθέτω εργασίες με θέμα την ελεύθερη εικαστική απόδοση ενός μνημείου, ανάλογα με την ιστορική περίοδο που εξετάζεται κάθε φορά. Η λέξη μνημείο χρησιμοποιείται με την ευρεία της έννοια και περιλαμβάνει οικοδομήματα από την ελληνιστική ως τη σύγχρονη εποχή, επώνυμα και ανώνυμα, μικρά και μεγάλα, όπως επίσης και δημόσιους χώρους, δρόμους, πλατείες και πάρκα.

Οι φοιτητές καλούνται να επιλέξουν ένα μνημείο με το οποίο να αναπτύξουν ένα διάλογο, θετικό ή αρνητικό. Ενθαρρύνονται να γνωρίσουν το μνημείο και την ιστορία του και να το βιώσουν εμπειρικά. Κυρίως, όμως, καλούνται να το αφουγκραστούν, να το ανιχνεύσουν, να το ερμηνεύσουν και εντέλει να το αποδώσουν εικαστικά με όποιο μέσο εκφράζει τον καθένα καλύτερα, σύμφωνα με την προσωπική, ατομική απόκρισή τους.

Στα εικαστικά έργα που εκπονήθηκαν παρουσιάστηκαν καινούργιες και πολλαπλές οπτικές, ερμηνείες και αναγνώσεις των μνημείων της Θεσσαλονίκης. Οι νέοι καλλιτέχνες ανιχνεύουν τις ορατές, αλλά και τις άυλες ιδιότητές τους. Διερευνούν τα μνημεία τόσο μέσα από τα συνήθη δεδομένα της οπτικής τους διάστασης, όπως τον ρυθμό, τη μορφή, την κλίμακα και τα υλικά, αλλά προχωρούν και πέρα από αυτά. Τους απασχολεί η πλαστικότητα των όγκων, η υφή των επιφανειών, ο χειρισμός του φωτός και η απόδοση του χρώματος. Παράλληλα, ερμηνεύουν και αποδίδουν, ο καθένας με την προσωπική γραφή του, την ιστορικότητα, τη συναίσθηση του genius loci (του «πνεύματος του τόπου»), την ατμόσφαιρα του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου και τη συνομιλία των μνημείων με το περιβάλλον, τα στοιχεία δηλαδή εκείνα που διευρύνουν τον τρόπο με τον οποίο  αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή τους και την ένταξή τους στο αστικό περιβάλλον.

Η εικαστική «συνομιλία» συνοδεύεται από μικρά κείμενα που την υποστηρίζουν λεκτικά. Τα κείμενα αυτά δεν επιχειρούν ανάλυση της αρχιτεκτονικής του μνημείου, αλλά περιγράφουν τη συνάντηση του κάθε φοιτητή με το μνημείο. Άλλοτε ρομαντικά ή λυρικά, άλλοτε επικριτικά, αλλά πάντοτε εύστοχα και πολύ πολύ προσωπικά, τα μικρά αυτά δοκίμια, άρθρα ή ακόμα και ποιήματα αναδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν και προσλαμβάνουν την πόλη οι νέοι καλλιτέχνες. Μέσα από τα μάτια  τους αναδεικνύεται ο πλούτος της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς που απλόχερα μας χάρισε η πόλη μας και η ιστορία της.

Θάλεια Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου

Η δεύτερη ευκαιρία

O Μύλος

Ο χρόνος κυλάει, οι άνθρωποι εναλλάσσονται, περνούν και φεύγουν. Τα κτίρια μένουν, αν είναι τυχερά, για πολλά χρόνια. Άνθρωποι τα κτίζουν κι άνθρωποι συνήθως τα γκρεμίζουν. Τα κατοικούν, τους δίνουν ζωή κι άλλοτε τ’ αφήνουν να ερημώνουν και να στέκονται μακάβρια, μοναχικά και άδεια, αφήνοντας χώρο στη φαντασία μας να πλάθει παραμυθένιες ιστορίες για το παρελθόν τους.

Η πόλη μας είναι γεμάτη από τέτοια υπέροχα κτίρια, με διαχρονικές αξίες. Κάποια από αυτά είναι πιο τυχερά από τα άλλα. Έχουν την τύχη να ασχοληθούν μαζί τους άνθρωποι με φαντασία και όραμα και να τα αναμορφώσουν. Αλλάζοντας χρήση ξαναζωντανεύουν, θαρρείς, και ορθώνονται επιβλητικά, ζητώντας την προσοχή των ανθρώπων. Τους δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία να ομορφύνουν με την παρουσία τους τον κόσμο.

Το παλιό εργοστάσιο «Ο Μύλος» πλαισιώνεται σήμερα όμορφα με χρώματα και μουσική, και τα βράδια τα διάφορα είδη τέχνης που παρουσιάζονται εκεί συντελούν στη δημιουργία μιας ονειρικής σκηνογραφίας.

Δήμητρα Δοξάκη, 2018

Όνειρο

Ροτόντα

Στον κόσμο των ορατών και των αοράτων

εκεί σας συνάντησα.
Ολοφώτεινοι και λαμπεροί·

με ορθάνοιχτα μάτια, λευκό δέρμα

και ροδαλά μάγουλα.

Αιωρείστε εκεί·

αγέρωχοι, δυνατοί και αιώνιοι.

Με μαγνητίζει το φως που σας περιβάλλει.

Οι χιλιάδες χρωματιστές ψηφίδες

λαμπυρίζουν σαν μακρινά αστέρια.

Ένας θόλος γεμάτος χρώματα.

Ένας ουράνιος παράδεισος.

Το βλέμμα μου στραμμένο προς τα επάνω

στα ανοιγμένα σας φτερά

στα δυνατά σας χέρια.

Κρατάτε τον αόρατο κόσμο

μας εσείς τόσο ορατοί.

Νιώθω την ασφάλεια

που μου υπόσχονται τα μάτια σας.

Πετάω και εγώ μαζί σας

και ας έχω τη βαρύτητα του γήινου σώματος

που με κρατάει σταθερή στο κέντρο του κύκλου.

Δεν θέλω να φύγω·

θα μείνω ακόμα λίγο στη γειτονιά σας

στη γειτονιά των αγγέλων.

Η ομορφιά πάντα με συγκινεί

και με αφοπλίζει.

Θα κοιτάξω ξανά το πρόσωπο

τα μάτια σας

τον λαμπερό όμορφο παράδεισό σας.

Φεύγοντας θα σας πάρω μαζί μου.

Θα σας κλείσω στα μάτια μου

και θα τα ανοίξω

για να σας ονειρευτώ ξανά.

Έλσα Μπομπόλη, 2018

Οικία Νεδέλκου

στη γωνία Αγίας Σοφίας και Μακένζυ Κινγκ

Οικία Νεδέλκου. Το σπίτι με τα παράθυρα και τους τρεις ορόφους. Το σπίτι με τα φουρούσια. Ένας ήλιος λες και έχει καρφωθεί πάνω του. Κανένα σύννεφο δεν το προστατεύει, και έτσι εκείνο χώθηκε γωνία, δυο γκρίζα κτίρια του κάνουν πλάτες· σπίτια και αυτά με παράθυρα, αλλά βρώμικα, πολυκατοικίες που ούτε ο ήλιος δεν κάθεται ώρα πάνω τους. Μ’ αρέσουν οι σειρές, σειρές παράθυρα στο μπεζ σπίτι, Οικία Νεδέλκου, λέω πάλι, και παρατηρώ τις κατακόρυφες πράσινες στίξεις, τα πολύ λεπτά παράθυρα. Είναι συμμετρικά και κοιτάνε αλλού, διατάσσονται πολυγωνικά και έτσι έχουνε πολύ φως και λίγες έγνοιες. Μοιάζουνε· και όμως τα κοιτώ ένα-ένα και μετρώ τις μικρές τελείες και ατέλειες. Στο ένα, το παντζούρι είναι ανοιχτό, στο άλλο σφαλιστό, και σε εκείνο πάνω-πάνω χαραμάδα. Το σπίτι είναι άδειο, το εγκατέλειψαν οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι δεν το εγκατέλειψαν, όχι τελείως. Ο δρόμος είναι ένα ποίημα, μια βρωμισιά, έχει ένα έντονο χρώμα και βαβούρα – κάτι το πολύ συνηθισμένο – μα και ένα όνειρο μαζί, μια νοσταλγία. Τη νοσταλγία της Οικίας Νεδέλκου και των «άλλων» που ζήσανε μαζί, για τους ανθρώπους θέα, και τους γιατρούς της, που όπως μαθαίνω περάσανε πολλά.

Το στρώσιμο του δρόμου όλο γούβες και χαντάκια, πράγματα σκόρπια, κορίτσια συγκεντρωμένα, μικρομάγαζα λογής-λογής, σκουπίδια, πεζοδρόμιο – κάτι το συνηθισμένο – αυτά κοιτάνε μέρα-νύχτα τα παράθυρα.

Θα κάνω τα παράθυρα και το βλέμμα τους. Δεν είναι και πολύ πρωτότυπο το θέμα, αλλά να πω την αλήθεια, με ξενίζουνε λιγάκι δυσάρεστα οι μαίανδροι, τα τετραγωνισμένα στέμματα των ανοιγμάτων, στο κτίριο-γωνία. Πάντως, ωραία στέκεται, δε λέω, ανάμεσα στα άλλα παλιά σπίτια της Αγίας Σοφίας. Για πολλά χρόνια αυτή ήταν η κεντρική πλατεία της πόλης και εδώ γιορτάστηκαν απελευθερώσεις, εδώ έγιναν πολιτικές διαδηλώσεις. Θα κλείσανε, άραγε, τα παράθυρα αυτά στον φόβο, ή κάποιος θα τα άνοιξε διάπλατα, θα βγήκε να φωνάξει λέφτερα; Πόσοι άνθρωποι μείνανε στους τρεις ορόφους, πού βγαίνουν άραγε εκεί μέσα τα δωμάτια και οι μπαλλούστρες, πώς ταιριάζουν με τις σιδερένιες βρώμικες καμιναδίτσες; Είπα θα κάνω τα παράθυρα, μα μ’ έπιασε μελαγχολία με τους δύο γκρίζους τοίχους που το κοιτάνε αφ’ υψηλού· και κρέμονται δαμόκλεια από πάνω τους, και έτσι θα κάνω τα παράθυρα να προσπαθούνε να ξεφύγουνε, το ένα από τη μία, το άλλο από την άλλη κατεύθυνση, και να συγκρούονται να μην τα πνίξει το επίπεδο τετράγωνο στον εναγκαλισμό του. Θα μοιάσει έτσι με τα πλάσματα των μύθων με τα πολλά κεφάλια, τις ύδρες και τους δράκοντες, και ας κάθεται έτσι ήρεμα και αρμονικά, συγκρατημένα, μες στη σιωπή της η Οικία Νεδέλκου.

Εργασία με θέμα «Εικαστικοί διάλογοι με τα μνημεία της πόλης» για το μάθημα Ιστορία της Αρχιτεκτονικής – Θεωρία του Χώρου, Καθηγήτρια Θ. Μαντοπούλου-Παναγιωτοπούλου

Ναυσικά Παπαθεοδώρου, 2018

Η χειραψία της πόλης

Ο Πύργος του ΟΤΕ

Όσο σε παρατηρώ, τόσο σε θαυμάζω.

Είσαι ένα από τα παιδιά της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Ένα νέο παιδί, με τύπο, φρεσκάδα και χάρη. Μια φρεσκάδα και χάρη όπως ενός νεανικού χεριού. Ενός χεριού κάποιου νεαρού ονειροπόλου που αποφασιστικά κτυπά δυνατά το τραπέζι και λέει πως θα κάνει όνειρα, θα σταθεί γερά στα πόδια του για να ανέβει ψηλά!

Ζεις, βλέποντας το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας, το απέραντο πράσινο, την έντονη ζωή της πόλης, τους ήχους και τους «μελωδικούς» θορύβους. Αυτά σε κάνουν να κρατάς όρθιο «το χέρι σου» για να στέκεσαι περήφανα ψηλά. Μεγάλη η δύναμη και το κύρος που εκπέμπεις καθώς γνωρίζεις πως είσαι το στολίδι της πόλης μας.

Μα, το χρώμα σου;

Τι γίνεται όσον αφορά το χρώμα σου; Παράξενο, μαγικό και ανεξήγητο. Πότε λευκό, πότε κόκκινο, πότε πράσινο, πότε μοβ και πότε όλα μαζί τα χρώματα. Αυτό, βέβαια, εξαρτάται από τη διάθεση του ουρανού. Από τα χρώματα που θέλει εκείνος να σε βάψει, από τα χρώματα που θέλει να σε ντύσει καθώς παίζει με τα σύννεφά του γύρω από εσένα. Σε θαυμάζει. Τόσο, όσο εγώ τώρα.

Ταξιδεύεις τον κόσμο σου κάνοντάς τον να κρατάει έναν καφέ στο χέρι. Γυρνάς αργά και σταθερά. Σαν ένα χέρι που παίζει σκάκι. Σαν ένα χέρι έτοιμο να κερδίσει τον απέναντι βασιλιά, το διπλανό του άλογο, καθώς και κάποιους απ’ τους στρατιώτες του.

Με το χέρι σου συστήνεσαι. Μας μαθαίνεις, μας δείχνεις και μας οδηγείς στις ομορφιές τούτης της πόλης, στα όμορφα στενά που είναι κρυμμένα κάπου εκεί στην Αγγελάκη, στην όμορφη και έντονη βλάστηση πίσω από τα πανεπιστήμια.

Λένε πως «το χερούλι της πόρτας είναι η χειραψία ενός κτιρίου».

Ε λοιπόν, εσύ είσαι η ίδια η χειραψία της πόλης μας!

Ανδρέας Παύλου, 2018