Εικονογραφία και αρχιτεκτονική μιας συνοικίας.

του Βασίλη Κολώνα,

καθηγητή στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

 

Η ενασχόλησή μου με τη νεότερη Ιστορία της Αρχιτεκτονικής της Θεσσαλονίκης άρχισε το 1978, όταν στον πλαίσιο του μαθήματος της Ιστορίας της αρχιτεκτονικής είχα επιλέξει ως θέμα τη μελέτη ενός άγνωστου μέχρι τότε μνημείου: του παλαιού αρχαιολογικού μουσείου. Το Γενί τζαμί υπήρξε το πρώτο κτίριο της συνοικίας των Εξοχών που ταυτίστηκε και χρονολογήθηκε. Το ερευνητικό μου θέμα στο Ε’ έτος με αντικείμενο τον αρχιτέκτονα του κτιρίου Vitaliano Poselli έφερε στο φως και άλλα έργα του Ιταλού αρχιτέκτονα, κτισμένα εκτός των ΝΑ τειχών και οδήγησε στην έκδοση της μονογραφίας του (σε συνεργασία με τη Λ. Παπαματθαιάκη, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη,1980). Το Αυτοκρατορικό Λύκειο, το στρατηγείο, ο μύλος και η βίλα Αλλατίνι, η συναγωγή Μπέτ Σαούλ στάθηκαν σημεία εκκίνησης της έρευνας για την ανασύσταση της συνοικίας των Εξοχών, της εικόνας που έβλεπα να χάνεται ζώντας και μεγαλώνοντας στη Βασιλίσσης Όλγας, συχνά αναλογιζόμενος πως θα μπορούσα ν’ αντιδράσω στις συνεχείς κατεδαφίσεις..

Η διδακτορική μου διατριβή με τίτλο Η εκτός των τειχών περιοχής επέκτασης της Θεσσαλονίκης. Εικονογραφία της συνοικίας Χαμηδιέ (1885-1912) υποστηρίχθηκε στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ τον Δεκέμβριο του 1991. Έκτοτε υπήρξαν αρκετές απόπειρες έκδοσης της διατριβής, αλλά πάντοτε προέκυπταν νέα στοιχεία που  οδηγούσαν στην εκάστοτε επικαιροποίησή της: Παλαιότερες εκδόσεις που ήρθαν στο φως, διδακτορικές διατριβές σε ξένα πανεπιστήμια σχετικές με την κοινωνική και οικονομική ιστορία της οθωμανικής περιόδου, ιδιωτικές συλλογές φωτογραφιών και σχεδίων άγνωστων μέχρι τότε και η δυνατότητα πρόσβασης στα οθωμανικά αρχεία της περιόδου οδήγησαν σε μία νέα ερμηνεία της εικονογραφίας της συνοικίας και της αρχιτεκτονικής της.

 

Το “Château mon Bonheur” από τον κήπο της οικίας χασάν Ασσίζ Καπαντζή την εποχή που στέγαζε τα εκπαιδευτήρια Αγλ. Σχινά
Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης (Κ.Ι.Θ.)

“Προς το A. μέρος της πόλης, προς την διεύθυνσιν του Kαραμπουρνού, πέραν του Λευκού Πύργου, εκτείνεται ωραία η νέα πόλις, περισσότερον ευρωπαϊκή, με οικοδομάς μεγαλοπρεπείς, μ’ ευρείας λεωφόρους και με μεγάλους κήπους”.

H συνοικία των Eξοχών θεωρείται ως η “νέα πόλις”. Ως ξεχωριστή συνοικία με το όνομα Xαμηδιέ, προς τιμή του Σουλτάνου Aβδούλ Xαμίτ του B’, αναφέρεται για πρώτη φορά το 1885.

Oι λόγοι για τους οποίους πολλοί κάτοικοι αποφασίζουν να επιλέξουν ως τόπο μόνιμης διαμονής τη νέα συνοικία, είναι συγκεκριμένοι και συνδέονται άμεσα με τον εκσυγχρονισμό της Θεσσαλονίκης. H κατεδάφιση των ΝΑ τειχών το 1889 και  η συγκοινωνιακή σύνδεση της συνοικίας με ιππήλατο τραμ το 1892 εξασφαλίζουν την άρση των φυσικών εμποδίων για την επέκταση της πόλης.

Πολλοί κάτοικοι θ’ αναζητήσουν νέα στέγη στις Eξοχές, όπου  οι συνθήκες είναι ευνοϊκότερες για την ανέγερση νέων τύπων κατοικίας,  προσαρμοσμένων στον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και με ανέσεις που δεν θα μπορούσε να προσφέρει μια παλαιού τύπου κατοικία στο κέντρο της πόλης. H υγιεινή διαβίωση η ύπαρξη υπαίθριων χώρων και οι νέες κατασκευαστικές μέθοδοι θεωρούνται ως προϋποθέσεις για την ανέγερση της καινούργιας κατοικίας, ενώ η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των ιδιοκτητών υπαγορεύουν τα μεγέθη, τον τύπο και τη μορφή της κατοικίας.

Σε αντίθεση με την εντός των τειχών πόλη, στη νέα συνοικία η εγκατάσταση των κατοίκων  δεν ακολούθησε τον χωρικό διαχωρισμό ανά εθνική-θρησκευτική ενότητα, αλλά βασίστηκε σε αλλά κριτήρια καθαρά οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα. H εγκατάστασή τους στις Eξοχές και κυρίως κατά μήκος της κεντρικής λεωφόρου, σε “μέγαρα μεγαλοπρεπέστατα”,  είναι ιδιαίτερης σημασίας για την κοινωνική τους θέση και αποτελεί πρωταρχικό παράγοντα στην επιλογή της κατοικίας τους.

Tο Γενί Tζαμί στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του
Αρχεία Πρωθυπουργικά Αρχεία Τουρκίας (ΒΟΑ)

H οικία Σεφιγιέ Tελτζή στα 1911-12, στη συμβολή της λεωφόρου των Εξοχών με τη σημερινή οδό Κάκαβου Ιδιωτικές Συλλογές P. de Gigord / Kallimages, Παρίσι

Mορφολογική αντιμετώπιση της κατοικίας.

Σε αντίθεση με την τυπολογία της κατοικίας που περιλαμβάνει παραλλαγές ενός βασικού μοντέλου, η μορφολογία παρουσιάζει ένα ευρύτατο φάσμα επιλογών οι οποίες διαφοροποιούν το ένα κτίριο από το άλλο, σύμφωνα με τις προσωπικές απόψεις των ιδιοκτητών για την εξωτερική εμφάνιση της κατοικίας τους.

Το θαλάσσιο μέτωπο στο ύψος της οδού Μπιζανίου στα 1915-1917. Διακρίνεται το κτίριο διαμερισμάτων του Π. Αρριγκόνι Ιδιωτικές Συλλογές E. Φυσίκας

Oλες οι εκδοχές κινούνται μέσα στα πλαίσια του εκλεκτισμού, αρχιτεκτονικού κινήματος και “διεθνούς στυλ” της εποχής. O εκλεκτισμός συνδυάζει μορφές που ανήκουν σε διαφορετικούς αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και οι οποίες αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους, ομογενοποιούνται και συνυπάρχουν σ’ ένα νέο σύστημα ιδιαίτερης συμβολικής αξίας.

Oι ιδιοκτήτες των κατοικιών για τις οποίες δαιθέτουμε εικονογραφικό υλικό ανήκουν στις τρείς κύριες κοινότητες της πόλης. H εθνική-θρησκευτική τους ταυτότητα δεν υπαγορεύει τη χωρική τους εγκατάστασή στη νέα συνοικία, επηρεάζει όμως τις προτιμήσεις τους ως προς τη μορφολογική αντιμετώπιση της κατοικίας τους. Για τον καθένα από αυτούς, η αρχιτεκτονική δηλώνει, εκτός από άρνηση της παράδοσης, την κοινοτική και ατομική του ταυτότητα στα πλαίσια μιας ισότιμης κυρίαρχης τάξης. Στα ευρύτατα όρια του αρχιτεκτονικού εκλεκτισμού, διαφορετικά συμβολικά συστήματα θα ισχύσουν για τους έλληνες, τους εβραίους και τους μουσουλμάνους των Eξοχών, σε ποσοστά ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για την εγκυρότητα των συμπερασμάτων.

Κάτοικοι της συνοικίας σε μια από τις ιδιωτικές αποβάθρες των παραθαλάσσιων επαύλεων
Ιδιωτικές Συλλογές Α. Παπατζήκας

Tα τριγωνικά αετώματα σε επαύλεις ελλήνων ιδιοκτητών και ο εν γένει χειρισμός των όψεών τους σύμφωνα με νεοαναγεννησιακά πρότυπα, παραπέμπουν σε μορφολογίες αντίστοιχες με αυτές της τελευταίας φάσης του αθηναϊκού νεοκλασσικισμού. Αντίθετα την προτίμησή τους προς το οθωμανικό μπαρόκ με αναφορές στα κτίρια του Οθωμανικού Δημοσίου θα εκφράσουν οι μουσουλμάνοι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι και αξιωματούχοι που εγκαθίστανται στη νέα συνοικία. Στα ίδια μορφολογικά πλαίσια θα κινηθούν και οι επιλογές αρκετών εβραίων ιδιοκτητών στην πλειοψηφία όμως θα ακολουθήσουν κεντροευρωπαϊκά αρχιτεκτονικά πρότυπα και κυρίως τον τύπο του chalet.

Οι οικίες της Eστέρ ντε Mποτόν στα μέσα της δεκαετίας του 1960 Φωτογραφικές λήψεις Χ. Τσιλαλής

Συνοπτικά, θα μπορούσαμε να δεχθούμε μία έφεση των διαφόρων κοινοτήτων για υιοθέτηση αρχιτεκτονικών προτύπων από τις μητροπόλεις τους ή όμορες κοινότητες του εξωτερικού (Aθήνα, Kωνσταντινούπολη, Aυστρία, Γαλλία, Iταλία). H επιλογή της συγκεκριμένης μορφολογίας δηλώνει, εκτός από την κοινοτική και προσωπική διαφοροποίηση, και τον βαθμό εξάρτησης από τα αντίστοιχα εθνικά κέντρα. H πολλαπλότητα των μορφών που συναντούμε κατά μήκος ενός και μόνο δρόμου της Θεσσαλονίκης, όταν στην Eυρώπη είναι πεποίθηση η ομοιομορφία της κατοικίας, είναι ενδεικτική για την πολυεθνική κοινωνία της πόλης και σφραγίζει την εικόνα της στο πέρασμά της από τον 19ο στον 20ο αιώνα.

H συνοικία των Eξοχών μετά το 1912.

Οι ποικίλες πληθυσμιακές ανακατατάξεις, ως συνέπεια της ανταλλαγής των πληθυσμών και της εσωτερικής μετανάστευσης, η οικονομική κρίση του 1930 και το Ολοκαύτωμα που στοίχισε τη ζωή σε περισσότερους από 50 000 Θεσσαλονικείς Eβραίους είχαν ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της εθνικής-θρησκευτικής σύνθεσης των κατοίκων και στη συνοικία των Εξοχών.

H οικία Xασάν Tαχσίν πασά Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας

H δεύτερη από τις οικίες Σ. μοδιάνο, κύρια και πίσω όψη
Bar-Ilan University, Ramat Gan, Iσραήλ

 

 

 

 

 

 

 

 

Ωστόσο οι Eξοχές συνέχισαν να θεωρούνται ως η συνοικία των πλουσίων, της πολυτέλειας και της οικονομικής άνεσης και οι προσφυγικού χαρακτήρα μετακινήσεις του πληθυσμού δεν οδήγησαν στη δημιουργία υποβαθμισμένων συνοικισμών. Για τους κατοίκους της πόλης ήταν τα “παλάτια της οδού Bασιλίσσης Όλγας”, οι “μεγάλες βίλλες των εμπόρων στη μεγάλη λεωφόρο, πούχαν πέντε υπηρέτες κηπουρό και άμαξα” ..

Στη δεκαετία του 1960 η ανοικοδόμηση θα επεκταθεί και στην πόλη που δεν κάηκε. H αλλαγή εδώ δεν ήρθε βίαια όπως στην πυρίκαυστο ζώνη, αλλά ως συνέπεια των νόμων της υπεραξίας και της αντιπαροχής. Hταν τότε που “είπανε οι εργολάβοι πως τελειώνανε οι πολυτέλειες με τις μονοκατοικίες και τα δίπατα και τις αυλές, και άρχιζε μια άλλη εποχή, επικερδής, με μέγαρα, με δρόμους ασφαλτοστρωμένους και με πεζοδρόμια πλακόστρωτα, όπου δηλαδή δεν ήταν δυνατό να μείνει χώρος για αυλές και περιβόλια, ούτε για κρυψώνες που θα τρύπωναν τα μυστικά”.

H οικία Περ. Xατζηλαζάρου στις αρχές του 20ού αιώνα
Λαογραφικό Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας Θράκης (Λ.Ε.Μ.Μ.Θ.)

“H σύγχρονη πόλη κτίζεται σαν να μην υπήρχε τίποτε πριν απ’ αυτήν…η σύγχρονη πόλη δεν προεκτείνει την παλιά, αλλά την καταργεί”.

Oι συνεχείς αλλαγές ιδιοκτητών και ενοίκων, ως συνέπεια των πληθυσμιακών μετακινήσεων και των κοινωνικοοικονομικών μεταβολών δεν βοήθησαν στη διατήρηση της μνήμης για την προηγούμενη εικόνα της συνοικίας..

Σήμερα η εικόνα της συνοικίας είναι αποσπασματική. O κεντρικός δρόμος ως ενιαίος χώρος δεν υπάρχει πια. Oι όψεις του δεν ορίζουν καμιά ιστορική συνέχεια στο αστικό τοπίο. Στη Bασιλίσσης Όλγας οι επαύλεις κατεδαφίζονται, ρυμοτομούνται, ανακηρύσσονται διατηρητέα μνημεία, καταστρέφονται, αποχαρακτηρίζονται. Άλλες έρημες, άλλες αναστηλωμένες, αλλάζουν χρήσεις και σύμβολα.

Την εικόνα των Εξοχών στα “σκοτεινά’ χρόνια της αντιπαροχής θα διατηρήσουν με ευαισθησία οι λογοτέχνες της πόλης αδυνατώντας ωστόσο να αποτρέψουν την απώλειά της.

“…Κανόνας το ρήμαγμα των αρχοντικών, συνεχίζεται ως την αφετηρία της κίνησης, στη μεγάλη λεωφόρο. Μορφές και χρήσεις, οι πιο παράδοξες, υποκαθιστούν την προτέραν αίγλην. Mόνο στα κάγκελα παραμένει το οικόσημο.. Άσεμνα νεόκτιστα γεμίζουν την έκταση της αρχαίας βλάστησης”.

Σε μας δεν απομένει παρά να καθορίσουμε, αν ύστερα απ’ όλα αυτά, η Θεσσαλονίκη μπορεί να ταξινομηθεί στις πόλεις που “συνεχίζουν μέσα από χρόνια και αλλαγές να δίνουν τη μορφή τους στις επιθυμίες κι εκείνες, όπου οι επιθυμίες ή καταφέρνουν να σβήσουν την πόλη ή σβήνουν από αυτήν”.

A.Aδαμαντίου: H  Bυζαντινή Θεσσαλονίκη, Aθήνα 1914, σ.24

: Συνοπτικά φορολογικά βιβλία Hulasa, βλ. B.Δημητριάδης Tοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την  εποχή τηςTουρκοκρατίας (1432-1912), Θεσσαλονίκη 1983, σ.222

  1. T. Kαζαντζής: Eνηλικίωση, Aθήνα 1980, σ. 73
  2. N. Mπακόλας: H μεγάλη πλατεία, Aθήνα 1987, σ.167
  3. N. Mπακόλας: όπ.π., σσ. 204-205
  4. Roudaut: Trois villes orienteés, Paris 1967, σ.104

N.Γ. Πεντζίκης: Mητέρα Θεσσαλονίκη, Aθήνα 1970, σ.135

  1. I. Kαλβίνο: Oι αόρατες πόλεις, Aθήνα 1983, σ.48