του Σάκη Σερέφα

Το περίπτερο της Πόπης. Το γαλακτοπωλείο της Έλενας. Το μπακάλικο του Νίκου. Το φαρμακείο της Καίτης. Το ψιλικατζίδικο του κυρ Γιάννη. Η ταβέρνα Το Άσυλο. Η ξύλινη παράγκα. Το σπίτι της γιαγιάς μου. Το σπίτι μου σήμερα. Εγώ φοιτητοειδές. Εγώ κουβαλώντας τις σακούλες με τα ψώνια. Εγώ πηγαίνοντας βόλτα με το παιδί μου στο μάρσιπο. Εγώ γέρων και γριά στο ίδιο σώμα. Τα βλέπετε όλα αυτά που πέρασαν και που έρχονται; Δεν τα βλέπετε. Εσείς βλέπετε τώρα μονάχα τις πέτρες από το νταμάρι της Ευαγγελίστριας στις αρχές του εικοστού αιώνα και τις ράγες από τα βαγονέτα που κατεβάζαν τις πέτρες στο λιμάνι για την κατασκευή της προβλήτας.

Πριν από τριάντα χρόνια, όταν γκρεμιζόταν το παλιό σπίτι της γιαγιάς μου για να χτιστεί το σημερινό, ρώτησα τον οδηγό του φορτηγού στο οποίο φορτώνονταν τα μπάζα: «Πού τα πάτε και τα πετάτε αυτά;». «Στο λιμάνι, φιλαράκι, στην προβλήτα» απάντησε, εννοώντας την έμπλυση της έκτης προβλήτας. Ναι, η Ευαγγελίστρια δεν θα πάψει ποτέ να είναι νταμάρι.