#ΜένουμεΣπίτι #ΔιαβάζουμεΆρθρα

“Οδοιπόρος της τέχνης, ο Κώστας Λαχάς υπηρέτησε τον ‘κόσμο’ των γραμμάτων και των τεχνών σε μια περίοδο όπου η πόλη αυτή παλλόταν μεταξύ συντηρητισμού και ελληνοκεντρισμού.”

ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ // Κώστας Λαχάς // ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ τεύχος 51

της Δωροθέας Κοντελεζίδου

 

1. LAXAS_Ntios

Τρυφερή και ευγενική φυσιογνωμία. Το 1955 ξεκινά τη φοίτησή του στο Τμήμα Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών στο Α.Π.Θ. Παράλληλα αρχίζει και την ενασχόλησή του με το θέατρο, συμμετέχοντας στην ομάδα «Θέατρο Κήπου». Μετά τη μαθητεία του στο «Θέατρο Τέχνης Κάρολου Κουν», ο Κώστας Λαχάς εγκαθίσταται το 1960 στη Θεσσαλονίκη, ερμηνεύει ρόλους στο θέατρο αλλά και σε ταινίες τού πρόωρα χαμένου ποιητικού κινηματογραφιστή της Θεσσαλονίκης, Τάκη Κανελλόπουλου.

Το θέατρο τον ‘συνοδεύει’ σ’ όλη του ζωή, αποκτά διάσταση φυσική, με τρόπο ώστε να ‘ιχνογραφεί’, χωρίς να φλυαρεί, μια σκηνική παρουσία, αυτή της ζωής του.

Το 1961 προσλαμβάνεται στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, ενώ παράλληλα επιδίδεται σ’ αυτό που αγαπά ιδιαίτερα: στον πεζό και ποιητικό λόγο αλλά και στη ζωγραφική.

Η πρώτη του ατομική έκθεση, το 1962, στο Γαλλικό Ινστιτούτο καταγράφεται ως μια έκθεση ανθρωποκεντρικών αναζητήσεων, στις οποίες ήδη διαφαίνεται το ενδιαφέρον του για την οπτική πραγματικότητα. Το 1964 εκδίδει την πρώτη συλλογή πεζογραφημάτων, με τίτλο: Πεδίο οσφρήσεως, ενώ την ίδια χρονιά παρουσιάζει στην γκαλερί «Κλειώ» σειρά έργων, στα οποία αποτυπώνεται η εσωτερική αυτή χρωματική όραση η οποία ‘εγκιβωτίζει’ υπαινικτικά το φυσικό γενέθλιο τοπίο. Το 1971, στη δεύτερη ατομική του έκθεση στην αίθουσα της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Τέχνη», οι διαχωριστικές γραμμές των εικαστικών ανησυχιών γίνονται σαφέστερες. Το ‘ζωγραφίζω αυτό που αισθάνομαι και όχι αυτό που βλέπω’ τείνει να αναδυθεί ως κύρια γραφή στο έργο του καλλιτέχνη. Ο χώρος, η αφαίρεση αλλά και η λιτή μορφική παράσταση των γεωμετρικών ή οργανικών του θεμάτων διατυπώνουν προβληματισμούς που εκείνη την περίοδο αφορούν ελάχιστα την εικαστική κοινότητα.

«Τα ξυσίματα και οι ρωγμές μιας παλιάς βυζαντινής εικόνας αποκτούν τότε περισσότερο βάρος από το εικονογραφικό της περιεχόμενο, που δε μας συγκινεί πια με τη λατρευτική  λειτουργικότητά της, αλλά σαν αντικείμενο με ιδιότυπη υπόσταση…» σημειώνει ο Κάρολος Τζίζεκ (1971), υπογραμμίζοντας εμμέσως πλην σαφώς την αυτονομία του ζωγραφικού αντικειμένου από την οπτική παράσταση.

Η προσφορά του στα γράμματα και στις τέχνες συνεχίζεται με πιο κοινωνικό τρόπο,   αυτόν του αρχισυντάκτη στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη, που αναλαμβάνει το 1967 αλλά και στην εβδομαδιαία εφημερίδα Μακεδονική Ώρα.

Το 1971 αποσπά την πρώτη του διάκριση: τιμάται με την υποτροφία Ford για τη ζωγραφική του.

Το 1972, και εν μέσω της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ο Λαχάς συμβάλλει ακόμα πιο ενεργά στην πνευματική ζωή της πόλης, με την ίδρυση της «αίθουσας τέχνης ‘Κοχλίας’». Η επιλογή του όρου «αίθουσα τέχνης», εκ των υστέρων πλέον, προσδίδει την ιδιαίτερη σχέση με τη ελληνική γλώσσα που διέκρινε τον πεζογράφο και καλλιτέχνη Λαχά· μια σχέση η οποία αποτυπωνόταν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στον γραπτό και προφορικό λόγο, τόσο όσο να υφαίνει, ξανά και ξανά, τη σχέση του με τη σκηνοθεσία των υλικών έκφρασης. Ο «Κοχλίας» ανέδειξε αλλά και φιλοξένησε σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως η Βάσω Κατράκη, ο Γιώργος Τούγιας, ο  Γιάννης Γαΐτης κ.ά., μύησε το κοινό της Θεσσαλονίκης, όπως την επιγραφόμενη, στον κόσμο των εικόνων, λειτούργησε ως πυρήνας συζητήσεων και ανταλλαγής ιδεών, σε μια εποχή όπου η πνευματική ανησυχία διαπότιζε κάποιους ‘φωτεινούς ιστούς’ της πόλης.

Το 1975, ο Λαχάς, οραματιστής και με τη διακαή επιθυμία να συνδράμει στην πολιτιστική και κοινωνική αναβάθμιση της πόλης, θέτει υποψηφιότητα και εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος.

Ακούραστος αλλά κυρίως εμποτισμένος με τον σπόρο της δημιουργίας, εκδίδει το 1986 το πεζογράφημα Μετοίκασμα, μεταίσθημα, στο οποίο, όπως και στο Πεδίον οσφρήσεως, αφήνεται να διαφανεί η διεργασία που ακολουθεί και στη ζωγραφική του, στην οποία η διαίσθηση κι ο συνειρμός οδηγούν στο σύμβολο. Το έργο επιχειρείται να μπολιαστεί με χαρακτηριστικά εντοπιότητας, αλλά η δυναμική του υπερκεράζει την όποια ταυτότητα, χάρη στις λεπτές υφάνσεις μεταξύ λέξεων και χρώματος, μεταξύ βιώματος και μετουσίωσης σε μια άλλη γλώσσα, τη γλώσσα της έκφρασης και της αποτύπωσης διαμέσου της αφαίρεσης. Η επιπεδότητα των χρωμάτων στην αντίστοιχη εικαστική ‘έκδοση’ αλλά και η γήινη θερμή χρωματική του παλέτα δηλώνουν την απαλλαγή του από το φλύαρο, το περιττό. Απαλλαγμένος από τους προσωπικούς του μύθους, ‘βυθίζεται’ στη ύλη με τρόπο ώστε συνειρμικά να ανακαλούνται σχέσεις μεταξύ πεδίου και χρώματος.

Το 1994 εκδίδει τα πεζά Ασκήσεις επί αμμοδόχου, για τα οποία τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος, ενώ το 1998 κυκλοφορεί από τον ραδιοφωνικό σταθμό 9.58 της ΕΡΤ-3 το αυτοβιογραφικό κείμενο Πλους ονείρου – Από τον Εχέδωρο στο Θερμαϊκό. Παράλληλα, από το 1987 μέχρι και το 1995, διευθύνει το Ίδρυμα Ιωάννης και Άννα Βελλίδη, «Βελλίδειο Πολιτιστικό Κέντρο», στο οποίο εκτίθενται έργα όπως του γλύπτη Δημήτρη Καλαμάρα, των Χρυσόστομου Μουσμουλίδη, Ιορδάνη Ρουμελιώτη, Bruno Gratas, Κώστα Ντιου, Chryssa, γιγαντοαφίσες για τον κινηματογράφο του Κώστα Αρβανιτίδη κ.ά, εκθέσεις ιδιαίτερα σημαντικές για την άνυδρη, εικαστικά, πόλη της Θεσσαλονίκης.

Ο Κώστας Λαχάς, εμβληματική πλέον, φιγούρα της πόλης, υποδέχεται, συνομιλεί χωρίς προκαταλήψεις, ακούει τους νέους, προβληματίζεται, επικοινωνεί πάντα με την ιδιαίτερη εκείνη ευγένεια που τον χαρακτήριζε. Η συμμετοχή του στα κοινά της πολιτιστικής ζωής της πόλης έντονη αλλά και καθοριστική για την εποχή.

Ο γραπτός του λόγος γίνεται τραγούδι: μελοποιείται το 1996 από τον Θάνο Μικρούτσικο στον δίσκο Στου αιώνα την παράγκα. Τον επόμενο χρόνο, ο Λαχάς είναι από τους πρώτους που στελεχώνει τη γραμματεία του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.

Ο ίδιος, σε προσωπικές πλέον συζητήσεις, δείχνει αποκαρδιωμένος αλλά, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να παράγει, να συμμετέχει όπου τον καλούν. Ταγμένος στην τέχνη αλλά και στα γράμματα, γοητευτικά αινιγματικός, ο Λαχάς ‘αποσύρεται’ σε μια  εσωτερικότητα,  από την οποία  όμως διαφαίνεται ότι ο εφησυχασμός δε θα ‘κατοικήσει’ ποτέ σ’ αυτόν τον ανήσυχο οραματιστή, που έγραφε στον «Τυμβωρύχο»: Στενεύουν τα περάσματα, κι οι φίλοι μου φαντάσματα, κι η πόλη μοιάζει γενικώς τάφος οικογενειακός…

Υ. Τ. Το 1985, όταν του είχα ανακοινώσει, περιχαρής, εκεί στη γειτονιά, ότι σπουδάζω Ιστορίας της Τέχνης, με είχε ρωτήσει: «Είσαι σίγουρη για την επιλογή σου; ξέρεις τι σημαίνει;». Τότε το είχα ερμηνεύσει ως απαξίωση της επιλογής μου, τώρα μπορώ να απαντήσω, αλλά δε θα μ’ ακούσει: «Ναι, Κώστα, ξέρω τι σημαίνει…».