#ΜένουμεΣπίτι #ΔιαβάζουμεΆρθρα

Η διαδρομή με το λεωφορείο «10» του Γιώργου Σκαμπαρδώνη μας υπενθυμίζει πως το τετριμμένο αποκτά ουσία μέσα από την μνήμη και την ανάμνηση, όπως και κάθε τι μικρό που βλέπουμε να αλλάζει στις μέρες μας.

ΙΣΤΟΡΙΑ // Πάρε το λεωφορείο «10» // ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ τεύχος 49

του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, συγγραφέα

Είχα να μπω σε λεωφορείο πολλά χρόνια – μόλις βλέπω τέτοιο όχημα με πιάνει αποστροφή, σαν να πρόκειται να μπω στην κλούβα ή σε ψυγείο μεταφοράς κρεάτων. Και αυτό γιατί ώς τα τριάντα μου κυκλοφορούσα μόνο με λεωφορείο ή με τα πόδια. Πρέπει να έχω κάνει τόσα δρομολόγια όσα σχεδόν κι ένας οδηγός που πήρε σύνταξη απ’ τον ΟΑΣΘ. Αλλά τότε περπατούσαμε και πολύ, χαλούσαμε ένα ζευγάρι παπούτσια τον χρόνο – μην κοιτάς τώρα, που ένα ζεύγος μάς πάει μια πενταετία και το πετάμε όχι επειδή χάλασε, αλλά από βαρεμάρα, να βάλουμε κάτι καινούργιο, κανένα Αdidas με αερόσολα, ή τίποτα Hush Puppies, που αναπνέει και το πόδι.

Μεγάλωσα στην περιοχή Χαριλάου, στη φτωχοσυνοικία ακριβώς κάτω από το άλσος της Νέας Ελβετίας, στην οδό Νέα Ηρακλέους 47 – σε μια μονοκατοικία, χωρίς αυλή, τεσσάρων δωματίων. Και δεν ξέρω τι σχέση μπορεί να έχει αυτό το δασάκι πεύκων με τη Ζυρίχη, ή τη Λωζάνη και το ονόμασαν Νέα Ελβετία – ίσως την ίδια που έχει στην Χαλκιδική η Σίβηρη με τη Σιβηρία.

Στη γειτονιά υπήρχαν μόνο χωματόδρομοι, και η απόσταση από το σπίτι ώς την αφετηρία των λεωφορείων Χαριλάου, που ήταν στην προέκταση της οδού Νέας Ηρακλέους, ήτανε γύρω στο χιλιόμετρο. Ξεποδάριασμα. Οπότε, όλον τον χειμώνα και κάθε χειμώνα επί τριάντα χρόνια, για να πάρουμε το λεωφορείο, περπατούσαμε χίλια μέτρα λάσπης κι άλλα χίλια στην επιστροφή. Θυμάμαι ότι η λασπουριά δεν έλειπε σχεδόν ποτέ, και όταν ήταν να πάμε σε καμιά σοβαρή δουλειά, ή σε τίποτα βαφτίσια, γάμους, τυλίγαμε τα παπούτσια μας με σακούλες νάιλον, που τις βγάζαμε και τις πετούσαμε φτάνοντας στο λεωφορείο – ενώ κρατούσαμε κι άλλες δυο στην τσέπη για την επιστροφή. Αλλιώς τα πατούμενα γίνονταν ασήκωτα τσαρούχια, χάλια, βαριά σαν αρβύλια, σαν παγοπέδιλα, και δεν ήταν για κόσμο.

Και το λεωφορείο αυτό, τόσα χρόνια, το είχα σιχαθεί – αν και είναι συνδεδεμένο με όλη μου τη νεότητα, την εφηβεία και μετά, δηλαδή με όλη την ταλαιπωρία. Δικό μου αυτοκίνητο, ένα μεταχειρισμένο Φολκς Βάγκεν κατσαρίδα, απόκτησα μόνο στα τριάντα μου. Μέχρι τότε μ’ είχαν φάει τα νιάτα οι χειρολαβές και οι άβολες θέσεις της γραμμής Χαριλάου – Ν.Σ. Σταθμός, δηλαδή τα λεωφορεία με το νούμερο «10» ― εξαιτίας τους αρνιόμουνα να διαβάσω και το ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση, που το διάβασα τώρα τελευταία, και μετά λύθηκαν τα μάγια, και  είπα να ξαναπάρω, έτσι για λόγους μνήμης, μια φορά το «Δεκάρι».

Άφησα λοιπόν το ΙΧ κοντά στην αφετηρία, πήρα δυο εισιτήρια από το περίπτερο, και μπήκα στο λεωφορείο από τη νέα αφετηρία, που είναι τώρα λίγο πιο πάνω απ’ την παλιά, διακόσια μέτρα, ακριβώς πέρα από την κάτω πύλη του άλσους της Νέας Ελβετίας, σε ένα διευθετημένο, κυκλικό παρκάκι με γρασίδι. Κάθισα σε μια θέση μπροστά, ακριβώς πίσω από τον οδηγό, ως συνοδηγός σχεδόν, ώστε να έχω μέσα από τα πλατιά τζάμια της μούρης του οχήματος δορυφορική λήψη, ζουμ πανοραμίκ, στον δρόμο και στα ένθεν και ένθεν πεζοδρόμια. Ένιωθα κάποια ταραχή, αλλά και συγκίνηση – με πλημμύρισαν απρόσμενα τόσες μνήμες, που δεν προλάβαινα να τις συνειδητοποιήσω. Ένας κόσμος ολόκληρος, βυθισμένος στα άφεγγα μέρη του εαυτού μου, απωθημένος, ξεγραμμένος, αφημένος να πλέει λαθραία, πειρατικά, κάπου μέσα μου, σε όρια ρευστά, μακρινά, θολά. Και ξαφνικά, στην πρώτη στάση, στο μυθικό γήπεδο του Άρεως, σκέφτηκα να γράψω, στάση στάση, για τα πρώτα εκείνα τριάντα χρόνια. Από κάθε στάση, κι από κάθε περιοχή, ώς κάτω στο τέρμα, στον Νέο Σταθμό, κουβαλώ άπειρες ιστορίες διάφορων εποχών από το 1960 και λίγο πριν, ώς το 1980 και λίγο μετά, που διασταυρώνονται με πλευρές της ιστορίας της πόλης, και των ανθρώπων της, σε πολλαπλές εκδοχές. Μιζέρια και μεγαλείο. Με έναν ολόκληρο κόσμο που έχει τις ίδιες, ή σχετικές μνήμες και οι οποίες θα χαθούν μέσα στην σύγχυση του χρόνου, την απώλεια και την λήθη. Θα βουλιάξουμε στα μπαμπάκια των ημερών σαν παλιό, μισοάδειο μεταμεσονύχτιο δρομολόγιο, που δεν θα το θυμάται πια κανείς. Θα τα γράψω λοιπόν όλα αυτά, σαν στιγμιαίες αντανακλάσεις από τη ζωή της πόλης στα πλατιά τζάμια του λεωφορείου, σαν κλεφτές ματιές, εν κινήσει, στα καθρεφτάκια του οδηγού, εικόνες-επιβάτες που μπαινοβγαίνουν, διασταυρώσεις, αγγίγματα, θραύσματα ενός κόσμου που παρήλθε και είναι ακόμα εδώ. Θα τα γράψω ως εισπράκτωρ κι ελεγκτής στις φραγές της μνήμης.

003

Η «ανάπαυση του πολεμιστή». Οδηγός και εισπράκτορας, μπροστά στο λεωφορείο της γραμμής Χαριλάου – Νέος Σιδηροδρομικής Σταθμός (από το βιβλίο 60 χρόνια Δήμος Νεάπολης).

Ξεκινώ απ’ την αφετηρία: Ακριβώς κάτω από το παλιό τέρμα ήταν η «Μάντρα» του Σταματόπουλου, όπου πρωτόπαιξε ο Τσιτσάνης περί το 1938. Λίγο πιο πάνω είναι η είσοδος του άλσους της Ελβετίας, όπου κάθε χρόνο γινότανε, ώς τη δεκαετία του ’80, η ετήσια Γιορτή του Κρασιού, με δωρεάν οίνο, καθημερινό γλέντι, λαϊκούς τραγουδιστές και βέβαια με τη Νίτσα Τσίτρα και τον Κουφογιάγκο, που διέπρεπαν στο δημώδες – ακόμα ακούω καθαρά, μέσα μου, το κλαρίνο και τη φωνή της έξοχης Τσίτρα: «Το παπάκι πάει στην ποταμιά – αχ! καλέ παπί…».

Αλλά να πω καταρχήν ότι το άλσος για μας, τα παιδιά της εποχής, ήταν η ζούγκλα του Αμαζονίου. Ο χώρος όπου μεγαλώσαμε, ανδρωθήκαμε, παίζοντας, μαλώνοντας, δέρνοντας ο ένας τον άλλον, κυνηγώντας πουλιά, κάνοντας μπανιστήρι στα ζευγαράκια, δίνοντας τα πρώτα μας ραντεβού με κορίτσια – σχεδόν όλος ο κόσμος μας. Μέχρι και τώρα ξέρω, σχεδόν ένα προς ένα. όλα του τα χιλιάδες πεύκα και τα κλαδιά, κάθε καμπύλη του εδάφους, κάθε ζεύγος δέντρων που σχηματίζει φυσική εστία, όπου παίζαμε ποδόσφαιρο δέκα ώρες την ημέρα, αν δεν σπάζαμε τα κεφάλια μας με πετροπόλεμο στα περίφημα Αποχωρητήρια, ένα μικρό κτίσμα στο κάτω δεξί μέρος του δάσους. Οι μισοί οχυρώνονταν μέσα στους καμπινέδες και στα τοιχία με τις τσέπες γεμάτες πέτρες, και οι άλλοι μισοί απέξω – γινότανε χαλασμός και τα σπασμένα κεφάλια έτρωγαν από πάνω και ένα βρομόξυλο, ως επιπλέον πουρμπουάρ, απ’ τους γονείς.

Στο αναπεπταμένο κέντρο του δάσους, όπου γινότανε κυρίως και η Γιορτή του Κρασιού, υπήρχε μια τσιμεντένια πισίνα, περίπου δεκαπέντε επί εφτά μέτρα, με βατήρα, καμπυλωτή, σιδερένια σκάλα καθόδου,  και το ένα μέρος πιο βαθύ, για βουτιές. Διασώζονταν από την Κατοχή: την είχανε φτιάξει οι Γερμανοί,  το 1941, τον πρώτο χρόνο που ήρθαν, για να προπονούνται και να διασκεδάζουν οι αξιωματικοί τους, οι οποίοι υπηρετούσαν στην περιοχή του σταδίου του Άρεως, που τότε ήταν όρχος οχημάτων των κατακτητών. Για μας ήτανε θάλασσα, λίμνη, και οτιδήποτε φαντάζεσαι, εφόσον κρατούσε για καιρό τα νερά της βροχής και μέσα εκεί παίζαμε για ώρες με καραβάκια που φτιάχναμε από τις φλούδες των πεύκων, ή με άδεια, ωοειδή, μεταλλικά κουτιά από τις κονσέρβες «Flokos».

Το άλσος είχε έναν γέρο επαγγελματία φύλακα, που δεν μας πολυάφηνε να πηγαίνουμε στην πισίνα, ή να πειράζουμε το ντεπόζιτο νερού, λίγο παραπάνω, να κάνουμε ζημιές στις εγκαταστάσεις για την Γιορτή του Κρασιού· μας κυνηγούσε με ένα τουφέκι που εκσφενδόνιζε αλατόσφαιρες, Έτσι κι έτρωγες αλατόσφαιρα στον κώλο ή στα πόδια, σου έτσουζε για κάναν μήνα – δεν μπορούσες να καθίσεις ούτε καν πάνω σε πούπουλα.

Τα βράδια της Γιορτής του Κρασιού, το μεγαλύτερο μέρος του άλσους ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, εφόσον για να μπεις είχε εισιτήριο – δέκα δραχμές, θυμάμαι, με το κρασί δωρεάν. Όσο και να έπινες – μέχρι σκασμού. Τα συρματοπλέγματα φυλάσσονταν ανά εκατό μέτρα από άλλους, εποχιακούς φύλακες. Εμείς στέλναμε ένα παιδί σε ένα σημείο όπου, δήθεν, έκανε να μπει λαθραία και απασχολούσε τον φύλακα, και σε άλλο σημείο, σκοτεινό, κόβαμε το συρματόπλεγμα με πένσα, μπαίναμε σερνάμενοι, κρυφά, και το ξανακλείναμε για να μη φαίνεται. Τη δεύτερη, τρίτη μέρα, είχαμε βρει τα σκοτεινά, ευάλωτα σημεία και μπαίναμε αθέατοι, κάθε βράδι, κανονικά. Αν σ’ έπιανε ο φύλακας, γλίτωνες με δυο-τρία χαστούκια  και καμιά κλωτσιά, που εκείνη την εποχή ήταν συνηθισμένη πρακτική – γενικώς, εκείνα τα χρόνια έπεφτε πολύ ξύλο, νόμιμα, σε όλες τις γειτονιές. Ήταν ένας άμεσος και καθαρός τρόπος επικοινωνίας, πειθαρχίας, ορισμού ζωτικών χώρων και δημιουργίας ιεραρχιών. Αν δεν έτρωγες και δεν έριχνες επαρκώς ξύλο δεν ήσουν αποδεκτός, ως αγόρι-άντρας, από καμιά παρέα. Σε θεωρούσαν φλώρο, βουτυρόπαιδο – καμιά σχέση με τη μέθοδο Μοντεσόρι.

Θυμάμαι ότι στη γειτονιά μας φτιάχνονταν παρέες από τα πιο γερά, λαϊκά κορμιά, που φορούσαν στενά μπλουτζίν με μεταλλικούς τοκάδες, και πήγαιναν να πλακωθούν με παρέες από άλλες γειτονιές, στη Χαριλάου, ή στην Πυλαία – ή έρχονταν σε μας παρέες από αλλού για να χτυπηθούν μαζί μας. Ξύλο με μπουνιές, με ζωστήρες, με σιδερόβεργες, με οτιδήποτε – απ’ τις δικές μας παρέες δύο παιδιά χάσανε το ένα τους μάτι, ο ένας από πρόκα σβούρας, και ο άλλος από χτύπημα με μυτερό καλάμι. Έτσι ορίζονταν οι επικράτειες, αναδεικνύονταν οι αρχηγοί και οι δομές σε κάθε γειτονιά. Όλα καλά. Καθαρά πράματα.

Ένας μυθικός νταής της γειτονιάς μας ήταν ο Γιάννης ο Κατής. Δούλευε στο τάνυσμα των σίδερων σε κουλούρες, για οικοδομές – ήταν ψηλός, λιγνός, με ανάγλυφους μύες, και κυρίως τρελός, νευρικός, ατρόμητος. Και πανέμορφος, γελαστός, ξανθός- γαλανός, με κάπως προτεταμένα δόντια. Ούτε δέκα άντρες δεν τον έκαναν ζάφτι – έβγαζε από μέσα του μια ακατανόητη, δυσανάλογη δύναμη. Βασίλεψε πάνω από μια πενταετία – ώσπου μια μέρα του την στήσανε, νύχτα, σε μια γωνιά και τον χτύπησαν στο στόμα με σιδερένιο λοστάρι. Του τσάκισαν όλα τα δόντια – έκανε μήνες στο νοσοκομείο και από τότε αποσύρθηκε, για να τον διαδεχτεί ένας κοντός, ο Τσαλαπετεινός, ένα ταυρί, που είχε ειδικότητα στο να δέρνει τους ψηλούς, μέχρι λιποθυμίας. Πρώτα βαρούσε καλαμιά ―παπούτσι με πεταλάκια―  και μετά έσκυβε κι έριχνε απανωτές πλάγιες μπουνιές και άπερκατ σαν πιστόνι. Ραγδαίο ξύλο, ανελλιπές. Προπονούνταν για παλαιστής στη ΧΑΝΘ, και όσο και να τον βαρούσες δεν καταλάβαινε Χριστό. Αυτός είχε μανία και με τα μοτοσακό, που τότε πια ήταν  στη μόδα – είχε μια Φλορέτα, που την «πείραξε», την έκανε αγωνιστική κι έτρεχε σε αγώνες μότο-κρος στο Τρύπιο το Βουνό, μια περιοχή πίσω απ’ το δάσος της Νέας Ελβετίας.

Μια μέρα, Ιούλιος, καθόμασταν με κάτι παιδιά μπροστά στο σπίτι μου, Ηρακλέους, και σ’ εκείνο το σημείο ο χωματόδρόμος είχε ένα φρέσκο σκάψιμο, κάθετα, πέρα για πέρα – δεν θυμάμαι τι έφτιαχναν. Κι εμφανίζεται στην άκρη, στην αρχή του δρόμου, ο Τσαλαπετεινός με τη Φλορέτα. Σταματάει, μαρσάρει, ξεκινάει με μπαντιές κι έρχεται με χίλια προς εμάς, για να μας κάνει φιγούρα. Στο μεταξύ, ο μικρός του ο αδερφός, η Κουράδα, είχε λύσει, πριν, το μηχανάκι για να το γρασάρει, αλλά ξαναδένοντάς το, ξέχασε να σφίξει τα μπουλόνια στα μπροστινά πιρούνια. Και με το που βρίσκει η μπροστινή ρόδα στην λακούβα μπροστά μας, σηκώνει αυτός την μηχανή για σούζα, φεύγει ο τροχός, πέφτει, καρφώνεται το μοτοσακό με τα πιρούνια στο χώμα, εκσφενδονίζεται ο Τσαλαπετεινός, με πλονζόν, πετώντας καμιά εικοσαριά μέτρα, και αρχίζει και σέρνεται στο χώμα, ενώ η μηχανή με κωλοτούμπες φεύγει αριστερά, στρίβει και πάει και μπαίνει σε ένα μικρό μαγαζί-λούνα πάρκ, της «Βιργινίας», που ήταν γεμάτο με ποδοσφαιράκια. Ο Τσαλαπετεινός σηκώνεται σαν να μην έγινε τίποτε, τινάζεται και μας λέει ψύχραιμα, ενώ εμείς τρέμαμε, νομίζοντας πως έχει σκοτωθεί:

― Άντε ρε, ελάτε, πάμε να βγάλουμε τη μηχανή απ’ της «Βιργινίας», να παίξουμε κάνα ποδοσφαιράκι – συμπληρώνοντας: Να φάμε και καμιά τουλούμπα με κανέλα.