ΙΣΤΟΡΙΑ // ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόλΙΣ τεύχος 61

του Ευάγγελου Χεκίμογλου

 

Το θαλασσινό πρόσωπο της Θεσσαλονίκης

Οι περισσότερες χαλκογραφίες, τα σχέδια, οι ζωγραφικές απεικονίσεις και -πιο πρόσφατα- οι καρτποστάλ και οι φωτογραφίες με αντικείμενο τη Θεσσαλονίκη εστιάζουν στο θαλασσινό πρόσωπο της πόλης. Ειδικά οι παλαιότερες χαλκογραφίες, 17ος-19ος αιώνας, που διασώζονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη ή σε άλλα ιδρύματα, έχουν σχεδόν αποκλειστικά ως θέμα τους την πόλη κοιταγμένη από τη θάλασσα, με πρώτο πλάνο το λιμάνι και τα θαλάσσια τείχη. Τα σχέδια του Elton (1780 Βρετανικό Μουσείο), του D’ Οrtieres (1686, Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας) και το πρόσφατα δημοσιευμένο του Lapy (ιδιωτική συλλογή, 1882), αν και αφορούν ολόκληρη την πόλη, έχουν εκπονηθεί για στρατιωτικούς σκοπούς, με ιδιαίτερη έμφαση στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το ίδιο, σε μεγαλύτερο βαθμό, ισχύει και για τους παλιούς χάρτες της πόλης. Ο ζωγραφικός πίνακας του Sulucca δίνει μια καθαρότατη άποψη του τείχους και του λιμανιού στα μέσα του 19ου αιώνα. Τέλος, σε πολλές από τις καρτποστάλ με θέμα τη Θεσσαλονίκη, που εκδόθηκαν μετά το 1896 και ως το 1912, καταγράφεται η μεγάλη πολεοδομική μεταβολή στο νότιο τμήμα της πόλης, μετά την κατεδάφιση των τειχών και, κυρίως, την πυρκαγιά του 1890: η κατασκευή του λιμανιού (1896-1903), η νέα παραλία της πόλης και η επέκτασή της (1904), τα νεοδόμητα κτίριά της αλλά και ο Λευκός Πύργος, με το -κατεδαφισμένο το 1911- περιτείχισμά του, είναι προνομιακά θέματα των εκατοντάδων καρτποστάλ που εκδόθηκαν.

The life and work of St. Paul

The life and work of St. Paul, 1850, ξυλογραφία, συλλογή Σάββα Α. Δεμερτζή

Η εικαστική προτίμηση για το θαλασσινό πρόσωπο της πόλης έχει τη θεματική αντιστοιχία της στα κείμενα που γράφτηκαν για τη Θεσσαλονίκη από ιστορικούς, στρατιωτικούς, περιηγητές και ταξιδιώτες, τους δέκα τελευταίους αιώνες. Αυτοί που έγραψαν για τη Θεσσαλονίκη την «είδαν» όπως ακριβώς την «κατέγραψαν» οι ταξιδιώτες που μας κληροδότησαν εικαστικές απεικονίσεις. Ο λόγος συμπορεύθηκε με την εικόνα.
Βέβαια, η εικόνα προηγείται του λόγου. Ο τρόπος που σχηματίζουμε την εικόνα επηρεάζεται από τις γνώσεις και τα αισθήματά μας. Πριν φτάσει στον προορισμό του, κάθε ταξιδιώτης έχει σχηματίσει μέσα στο μυαλό του μια εκ των προτέρων πόλη, που δεν έχει δρόμους ούτε συγκεκριμένο γεωγραφικό σχήμα, είναι ακίνητη και στερείται καθημερινής ζωής. Διαθέτει όμως ιστορία, μνημεία, πληθυσμό. Όλα τα στοιχεία αυτής της φανταστικής εκ των προτέρων πόλης μπαίνουν σε δοκιμασία, όταν ο ταξιδιώτης αισθανθεί πως πλησιάζει στον προορισμό του, που είναι ο ίδιος ο περιβάλλων τόπος. Τότε έρχεται ο περιηγητής αντιμέτωπος με τις πρώτες εικόνες της πόλης, εικόνες εκ τον μακρόθεν, που όμως κι αυτές δεν είναι αληθινές: λείπουν ακόμη ο ήχος, οι μυρωδιές, η κίνηση των ανθρώπων, η αίσθηση του κατοικημένου χώρου. Λείπει η αληθινή κλίμακα, αφού η απόσταση κάνει να χωρά κι η πιο μεγάλη πολιτεία μέσα στη μικρότερη παλάμη. Η εκ τον μακρόθεν θεώμενη πόλη είναι ένα είδωλο, μια σαγηνευτική αντακάκλαση.
Φαίνεται όμως ότι είναι ακριβώς ο συνδυασμός των δύο φανταστικών πόλεων, της εκ των προτέρων και της εκ τον μακρόθεν, εκείνος που δημιουργεί τελικά την κυρίαρχη αίσθηση της πόλης, την αίσθηση που μένει στα ταξιδιωτικά κείμενα. Μαθαίνουμε για τους τόπους μας από τους παλιούς περιηγητές. Δεν φτάνουν ως εμάς, όμως τα «καθαρά», πραγματικά δεδομένα, παρά αναμειγμένα με τις πλασματικές εικόνες που τα συνοδεύουν. Η εκ των προτέρων, η εκ τον μακρόθεν και η απτή, η πραγματική πόλη συμβιώνουν μέσα στα κείμενα, συχνά όχι αρμονικά, πιθανόν η μία σε βάρος της άλλης.

E.M. Cousinery Voyage

E.M. Cousinery Voyage dans la Macédoine, Paris 1831, χαλκογραφία, συλλογή Σάββα Α. Δεμερτζή

Πέρασαν πάνω από τριάντα χρόνια, από τότε που ο Κωστής Μοσκώφ έστρεψε την προσοχή μας στη θέα της Θεσσαλονίκης από τη θάλασσα, αρχίζοντας μια μελέτη του με τα λόγια αυτά: «Στην πόλη εισάγεται συνήθως κανείς από την θάλασσα ακόμα και ως μετά την κατασκευή των πρώτων σιδηροδρόμων, στα τέλη του περασμένου αιώνα. Η πόλη εμφανίζεται σαν τραπέζιο στις υπώρειες του όρους Χορτιάτη -εντός του διαγράφονται τα σχέδια των σπιτιών της. Μόνες κάθετες γραμμές τονίζονται οι μιναρέδες των μετασκευασθεισών εκκλησιών. Μέχρι το 1867 το τραπέζιο μένει περιχαρακωμένο από το στεφάνι των τειχών της -μετά κατεδαφίζονται τα προς τη θάλασσα…». Η αμφιθεατρικότητα, η θάλασσα, τα τείχη είναι τα κύρια στοιχεία της εκ τον μακρόθεν θέασης.
Αρκετά χρόνια πριν, ο Σάκης Σερέφας συγκέντρωσε σε ένα μικρό βιβλίο έξι αποσπάσματα από μαρτυρίες στρατιωτικών που έφτασαν στη Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Προλογίζοντας, καταθέτει το καίριο ερώτημα: «Τι παθαίνει η ανθρώπινη ψυχή όταν καταφθάνει αντίκρυ σε μια πολιτεία;». Δεν είναι μόνο η αμφιθεατρικότητα της πόλης, το κλειστό σχήμα του κόλπου και τα άλλα στοιχεία που καταθέτουν οι περιηγητές. Είναι και οι ψυχικές διεργασίες του ταξιδιώτη, η συναισθηματική και συνειδησιακή σχέση του ανθρώπου με τον χώρο.
Αυτή η σχέση εκφράζεται σε πολλά περί Θεσσαλονίκης κείμενα. Ο Καμενιάτης, ένδεκα αιώνες πριν από μας, γράφει με υπερηφάνεια για το λιμάνι της και για την ασφάλεια που παρέχει στα πλοία, ακόμη και σε κακές καιρικές συνθήκες: «Νότια από την πόλη απλώνεται ένας θαλάσσιος κόλπος, που τη ζώνει από τη μία πλάγια πλευρά και παρέχει άνετη πρόσβαση στα φορτηγά πλοία που έρχονται από παντού.

Παπαϊωάννου

Τρίπιυχο με το θέατρο Λευκού Πύργου (λεπτομέρεια), εκδότης Alber J. Barzilai 1908-1909, Θεσσαλονίκη, συλλογή Αγγέλου Γ. Παπαϊωάννου

Γιατί εκεί υπάρχει ένα θαυμάσιο λιμάνι, που ανοίγει την είσοδό του με ασφάλεια στα πλοία, αφού δεν επηρεάζεται από τις φουρτούνες και ο κόλπος μένει ακύμαντος. Αυτόν τον όρμο ο τεχνίτης τον απέκοψε από την υπόλοιπη θάλασσα. Γιατί με ένα τείχος που έκτισε μέσα στη θάλασσα ανέκοψε την ορμή των υδάτων και μαζί εμπόδισε τις τρικυμίες που προκαλούνται από την ταραχή της θάλασσας…».
Εγκώμιο του λιμανιού της Θεσσαλονίκης πλέκει ο Κυδώνης το 1346: «Λιμάνια πολλοί επαίνεσαν. Το εδώ λιμάνι όμως δίκαια αποτελεί παράδειγμα για όλα τα άλλα, γιατί το ίδιο είναι και πόλη και λιμάνι και δεν αφήνει την πόλη να τελειώνει στη θάλασσα, αλλά σε μια άλλη πόλη». Δηλαδή, δίνει την εντύπωση ότι η πόλη δεν καταλήγει σε λιμάνι, αλλά σε άλλη πόλη. Φαίνεται, έτσι, πόσο παλιά είναι η «σημειολογική» σχέση λιμανιού και πόλης.
Με την ίδια οπτική, πάλι μέσω του λιμανιού της, αξιολογεί τη Θεσσαλονίκη στα 1521 ο ναύαρχος Piri Reis: «Ακόμα και σήμερα είναι η Θεσσαλονίκη μια μεγάλη πόλη. Ο όρμος της πόλης είναι palaca, δηλαδή είναι ανοικτές θέσεις, αλλά με κάθε άνεμο μπορεί κανείς να σταθεί με τη βοήθεια άγκυρας. Σε κάθε περίπτωση μπορούν σ’ αυτό το λιμάνι 300 πλοία ταυτόχρονα να ρίξουν άνετα άγκυρα και να μείνουν εδώ».
Με ανάλογο τρόπο, ο Γάλλος πρόξενος Arasy προλογίζει το 1777 τις αναφορές του: «Η πόλη της Θεσσαλονίκης, κτισμένη στο βάθος του ομώνυμου κόλπου, έχει περίπου περίμετρο μία λεύγα. Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά δίπλα στη θάλασσα και περιβάλλεται από ένα ψηλό, παλαιό τείχος από πλίνθους, που σωριάζεται σε ερείπια σε πολλά σημεία και το οποίο επισκευάσθηκε ελαφρά το 1771, με την προοπτική της εμφάνισης της ρωσικής αρμάδας στο Αιγαίο…». Η περιγραφή του μοιάζει πολύ μ’ αυτήν του De la Croix, έναν αιώνα νωρίτερα (1676): «Η Θεσσαλονίκη είναι κτισμένη στον μυχό του ομώνυμου κόλπου, στην κατωφέρεια του βουνού που την δεσπόζει. Το σχήμα της είναι τριγωνικό. Τα τείχη της με τις επάλξεις είναι κτισμένα με πέτρες, κεραμίδια, ασβέστη και άμμο, και ενισχυμένα με πολλούς τετράγωνους πύργους…».
Η πρώτη εντύπωση του ταξιδιώτη που έφτανε στην πόλη από χερσαία οδό ήταν απογοητευτική: «Στην πύλη στέκονται γενίτσαροι με ραβδιά. Εδώ μας ελέγχουν τα δισάκια.

Ένας τσιφούτης φοροεισπράκτορας μας παίρνει από δύο παράδες κατ’ άτομο για φόρο» σημειώνει ο Σέρβος ιερομόναχος Πόποβιτς που έφτασε στη Θεσσαλονίκη με καραβάνι τον Αύγουστο του 1745, με τελευταίο σταθμό την Άσσηρο. Ωστόσο, κι αυτός δεν θα αργήσει να τραβήξει για την αποβάθρα: «το λιμάνι των καραβιών υπέροχο, έχει καράβια που έρχονται από διάφορες χώρες, με ποικίλα εμπορεύματα». Ο ενθουσιασμός λείπει και από τον W. M. Leake, που μπήκε στην πόλη από την πύλη του Βαρδάρη, αφού διέσχισε ένα μουσουλμανικό νεκροταφείο και προσπέρασε ένα δέντρο στο οποίο κρεμόταν το πτώμα κάποιου ληστή.
Ο Charles Cockerell έφτασε στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 1810, με πλοίο, αλλά στις 8 το βράδυ. Στο ημερολόγιό του δεν σημειώνει τίποτε για την άφιξη, παρά μόνο ότι οι πύλες ήταν πια κλειστές κι ότι αναγκάσθηκε να περιμένει, σε ένα δωμάτιο του τελωνείου, τον Βρετανό πρόξενο. Μπήκαν στην πόλη «από μια μικρή πόρτα στη βάση ενός μεγάλου πύργου», δηλαδή από την πύλη της Σκάλας, δίπλα στον Τοπχανέ. Κρίνοντας από το ημερολόγιό του, αν και έφτασε από την πύλη, ο περιηγητής αυτός δεν εντυπωσιάσθηκε από τη θέα του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, ζωγράφισε τη Θεσσαλονίκη από την πλευρά του νοτιοδυτικού τείχους, σε ένα αχνό σχέδιο, που ίσως το φιλοτέχνησε το δειλινό που έμπαινε στο λιμάνι.
Ακόμη και ο Φαλμεράγιερ έμεινε ενθουσιασμένος από τη Θεσσαλονίκη και την εκ τον μακρόθεν αίσθησή της, όταν την επισκέφθηκε το 1840. Η περιγραφή προδίδει ότι είχε κι αυτός την εμπειρία της θαλάσσιας προσέγγισης: «Η έκταση της πόλης, η θέση της στη θάλασσα, ο ήμερος ουρανός, […] προσδίδουν στην παραμονή στη Θεσσαλονίκη μια τέτοια γοητεία που ασφαλώς καμία άλλη πόλη της Ευρωπαϊκής Τουρκίας δεν την έχει. Κι αυτός ακόμη ο αέρας έχει σ’ αυτό το σημείο της θάλασσας κάτι το μαλακό, το ιωνικό, που προσκαλεί τον άνθρωπο σε χαρμόσυνη απόλαυση της γήινης ύπαρξής του.
Σχεδόν την ίδια εποχή, ο Edward Lear βρίσκει την πόλη σαν «ένα τρίγωνο περίκλειστο στο πλαίσιο του λευκού τείχους, προς το λόφο, στο βάθος του κόλπου». Ο Lear έφτασε απόγευμα και τα τείχη αντιφέγγιζαν το φως του ηλιοβασιλέματος. «Και ήταν σχεδόν 6 μ.μ. όταν προσεγγίσαμε το λιμάνι για να αγκυροβολήσουμε».
Ο περιηγητής Karl Brown γράφει το 1875: «Η θέση της στο βορειοανατολικό όρμο του κόλπου που είναι προστατευμένος από όλες τις πλευρές με μια θάλασσα συνήθως ατάρακτη, καταγάλανη και αστραφτερή αλλά που μπορεί να γίνει πολύ άγρια όταν φυσάνε νοτιοδυτικοί άνεμοι γύρω από τον προστατευτικό κάβο του Βαρδάρη και του Καρα-Μπουρνού». Και προσθέτει την περίεργη παρατήρηση «… ανατολικά ο μεγαλόπρεπος Χορτιάτης, μια μακρόσυρτη βουνοραχιά με κορφή αιώνια χιονισμένη από μια γεωλογική ιδιομορφία των βράχων της».
Λίγο αργότερα, ο Μωραϊτόπουλος σημειώνει στην περίφημη πατριδογνωσία του: «Ο από του λιμένος ερχόμενος προς την πόλιν, τερπνοτάτην και ζωγραφικήν εικόνα έχει προ οφθαλμών. Αι οικίαι της, οι ναοί της, οι λευκοί μιναρέδες, αι υψηλαί κυπαρίσσοι και τα λοιπά δένδρα δίδουσιν εις αυτήν μακρόθεν λίαν ευάρεστον όψιν. Αι οικίαι καλύπτουσι πρώτον το πεδινόν μέρος της πόλεως, ολίγον δε κατ’ ολίγον αναβαίνουσαι προς τον λόφον φθάνουσι μέχρι του άκρου της πόλεως». Και προσθέτει: «Όταν αι πόλεις έχουσι τοιαύτην θέσιν, λέγομεν, ότι αύται είναι εκτισμέναι αμφιθεατρικώς».

 Αραμηατζίδου

The Illustrated London News,1876, ξυλογραφία, συλλογή Υβόνης Αραμηατζίδου

Οι συνθήκες του ταξιδιού είναι ένας παράγοντας που μπορεί να αμαυρώσει τις εντυπώσεις. Τα χαρακτηριστικά της εκ τον μακρόθεν πόλης ατονούν, όταν ο ταξιδιώτης βρίσκεται σε κακή φυσική κατάσταση, ακόμη κι όταν είναι ένας σκληραγωγημένος αξιωματικός, όπως ο Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης, ο οποίος φτάνει το 1906 στη Θεσσαλονίκη, για να ιδρύσει την περίφημη οργάνωσή του: «… έφτασα ύστερα από ένα ελεεινό, θυμούμαι ταξίδι […]. Ο καιρός ήταν κάκιστος και το πλοίο μικρό και ακάθαρτο. Θυμούμαι ότι είχα υποφέρει ελεεινά. Όταν ημπόρεσα να ανέβω στο κατάστρωμα μόλις είχε αρχίσει να διακρίνεται η Θεσσαλονίκη. Κάτι σαν πολιτεία στον μυχό του τρικυμισμένου Θερμαϊκού, κάτι πολύ λίγο, μικρό, πέρα από τα κύματα, στην άκρη της γύρω έρημης γης, κάτω από το σταχτί ουρανό».
Μια λυρική περιγραφή οφείλουμε σε έναν χρονογράφο που έζησε στην πόλη στις αρχές του εικοστού αιώνα: «Δεν τη βλέπω ακόμη, την εννοώ όμως, την αισθάνομαι περικαλλή την του Θερμαϊκού Βασίλισσαν. Σκυμμένος εις τα σιδερένια κάγκελα του Helius ζητώ με υπερέντασιν του οπτικού μου νεύρου να διασχίσω την μεγάλην έκτασιν και να ίδω την μορφή της […]. Αντικρύζω το ωραίο βουνό εις το οποίον είναι ενθρονισμένη και του οποίου την κορυφήν, περικυκλώνων με τα πρωινά ρόδινα φώτα του, ο Θεός της ημέρας μας την παρουσιάζει ως στέμμα ολόχρυσον, μυθικής βασιλίσσης στέμμα. Ήδη ο αριστοτέχνης αυτός κομμωτής ανασύρει βαθμηδόν και κατ’ ολίγον τον αραχνοϋφή πέπλον της ομίχλης που κρύβει από τα μάτια μου, την ωραίαν βασίλισσαν και αρχίζει να μου αποκαλύπτη τα κάλλη της με υπέροχον σκηνοθετικήν τέχνην, αρχίζων, από της κεφαλής και σεμνώς, ευλαβώς προχωρών προς τους πόδας…» σημειώνει εντυπωσιασμένος ο Κ. Σνωκ το 1908.
Την πόλη εγκωμιάζει και ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, που δίνει και μια πρωτότυπη ιδέα για το σχήμα της: «Η Θεσσαλονίκη δεν είναι μια κοινή πόλη αλλά ένας τόπος για προνομιούχους», έγραψε στο περιοδικό National Geographic ο H.G. Dwight το 1916. «Στέκεται σε επικλινές έδαφος στη μέση ενός μακρόστενου κόλπου που έχει σχήμα όμοιο με αυτό που οι κλασικιστές ονομάζουν “φρυγικό σκούφο”, ή αυτό που είναι πιο οικείο σε μας, ως σκούφος της γαλλικής επανάστασης. Αυτός ο κόλπος στρέφεται προς τα ανατολικά με τρόπο που το εσωτερικό μέρος του ποτέ δεν αισθάνεται την ταραχή της ανοικτής θάλασσας…».
Μια «γυναικεία» αίσθηση της σχέσης ανάμεσα στην πόλη και τη θάλασσα θα προσθέσει, το 1915, η μυστηριώδης χρονογράφος «Δεσποινίς με τα μωβ»: «Η Θεσσαλονίκη, η ήσυχη, νωχελής πολιτεία, η εξαπλωμένη σαν μια ωραία λουσμένη των πινάκων του Ingres ή του Van Huysum κατά μήκος του γαλήνιου κόλπου της…».
Τα θαλάσσια τείχη της Θεσσαλονίκης κατεδαφίστηκαν πριν σχεδιαστούν με λεπτομέρεια, κι έτσι μόνο υποθετικά μπορούμε να εννοήσουμε την επίδρασή τους στην οπτική του ταξιδιώτη. Δεν ήταν εύκολο να πάει κανείς κοντά τους από τη θάλασσα «διότι ένεκα της ρηχότητος των υδάτων η λέμβος έπρεπε να πλέη αρκετά μακράν», όπως μας διαβεβαιώνει ο Χατζή Ιωάννου. Η παραλία, που σχηματίζεται σταδιακά από το 1874, και τα κτίρια, που μορφοποιούν το νέο μέτωπο της πόλης προς τη θάλασσα, είναι εντυπωσιακό θέαμα, που όμως δεν συμπεριλαμβάνεται συνήθως στα όσα καταθέτουν οι ταξιδιώτες οι οποίοι φτάνουν στην πόλη μετά την κατεδάφιση των τειχών. Εξαίρεση είναι ο Κάρολος Ντηλ, που γράφει: «Λίγες πόλεις, πριν να την ερημώσει η τρομερή πυρκαϊά της 18ης Αυγούστου 1917, ήταν περισσότερο από τη Θεσσαλονίκη γραφικές και μαγευτικές. Ήταν μια αληθινή ανατολική πόλη. Πίσω από τη δυτική και σύγχρονη όψη που της παρείχαν κατά μήκος της θάλασσας οι ωραίες ευρωπαϊκές κατοικίες, αραδιασμένες στις πλατειές προκυμαίες του λιμανιού, η πόλη, διαρρυθμισμένη αμφιθεατρικά στις τελευταίες πλαγιές του όρους Χορτιάτη, εμφανιζόταν στεφανωμένη από πύργους τζαμιών και τρούλους, περικυκλωμένη από ψηλά οδοντωτά οχυρώματα…».
Στην περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, στην πόλη φτάνουν διά θαλάσσης πολλοί ξένοι στρατιωτικοί. «Η πόλη αναδύεται αργά μέσα από το πούσι των γύρω υψωμάτων, με τα σπίτια της να ροδίζουν στο πρώτο φως του ήλιου. Πρόκειται για μια εξαίσια οπτασία […] ακίνητη πομπή των σπιτιών κι όλων των υπόλοιπων ανθρώπινων μνημείων, έτσι όπως στέκουν απαθή και ανθεκτικά», γράφει ο λοχαγός Canudo. Άλλα στοιχεία εντυπωσιάζουν τον J. Arene: «Η Σαλονίκη εκτείνεται μπρος στα μάτια μας. Στην ακτή, στα δεξιά, αστράφτουν οι πολυτελείς βίλες, ολόλευκες κάτω από τον ήλιο της Ανατολής […]. Στ’ αριστερά, το τουρκικό τμήμα της πόλης σκαρφαλώνει -σαν κατακτητής- στους βράχους…». Περισσότερο προϊδεασμένος ο L. Moreau, τονίζει τα ανατολίτικα στοιχεία: «… σε λίγο προβάλλει στα βάθη της μεγαλόπρεπης αυγής το μαργαριτάρι της Ανατολής, θαμπό ακόμη απ’ τη νυχτερινή του χαύνωση, η πόλη των εκατό μιναρέδων, την ώρα που στον τριανταφυλλένιο της όρμο ανοίγουν τα αδύναμα ρόδα του πρωινού».
Αξίζει να προσέξουμε ιδιαίτερα δύο ακόμη περιγραφές εκ τον μακρόθεν, επειδή δεν περιορίζονται στη συναισθηματική καταγραφή αλλά επιχειρούν οιωνεί αισθητικές προσεγγίσεις. Και οι δυο προέρχονται από Βρετανούς στρατιωτικούς.

Γερόλυμπου

A. Elton, Σχέδιο τηε πόλης της Θεσσαλονίκης από τη θάλασσα (λεπτομέρεια), 1780 – British Museum, αρχείο Αλεξάνδρας Καραδήμου-Γερόλυμπου

Μια γεωγραφική ερμηνεία, αλλά με ιδιαίτερη προσοχή στην ανατολική, νέα Θεσσαλονίκη, καταθέτει ο H. Day: «…αυτό που περισσότερο απ’ όλα συμβάλλει στη γοητεία τούτης της σκηνής είναι ο τρόπος με τον οποίο η μικρή λευκή πολιτεία, σκορπισμένη εκεί ψηλά, κατρακυλά απότομα από τα υψώματα της ακρόπολης μέχρι κάτω στην ακτή από πλαγιά σε πλαγιά, ώσπου το διάβα της αναχαιτίζεται ακα¬ριαία μπρος στο χείλος της θάλασσας, η οποία πέρα από τον Λευκό Πύργο παφλάζει ενάντια στους αυλότοιχους των εξοχικών κατοικιών και, σε μερικά μέρη, ίσα πάνω τους. Τόσο κοντά στην ακροθαλασσιά κατεβαίνει η πόλη, που μοιάζει να γλυστρά μαλακά σαν κύκνος πάνω στα κύματα. Είναι μια οφθαλμαπάτη που εντείνεται από το πλήθος των γραφικών καϊκιών και των φέριμποουτς τα οποία ναυλοχούν σε μήκος δύο τριών μιλιών προς σε μαγαζιά και ξενοδοχεία χτισμένα πάνω στο δρόμο που οδηγεί στην Καλαμαριά».
«Είναι τόσο ελκυστική η θέση και το φόντο της πόλης, ώστε ένας καλλιτέχνης ή οποιοσδήποτε διαθέτει αίσθηση του ωραίου καταλαμβάνεται ευθύς αμέσως από τον πόθο να αφεθεί έρμαιο καταμεσής του λιμανιού και να πασχίσει να αποτυπώσει στον καμβά με τα πιο ζωηρά χρώματα το πανόραμα που ξεδιπλώνεται μπρος στα μάτια του. Στ’ αλήθεια είναι σε τέτοιο βαθμό τέλεια η σύνθεση της εικόνας, πον λες πως κάποιος την σχεδίασε και την ολοκλήρωσε από δω, από την θάλασσα, όπως ο διακοσμητής ενός μαγαζιού βγαίνει και σκηνοθετεί τα εκθέματα τηςβιτρίνας απ’ έξω, από το πεζοδρόμιο», γράφουν οι A. Goff και H.A. Fawcett.
Όμως αυτή την αίσθηση δεν την είχαν μόνο οι παλαιοί περιηγητές και οι ταξιδιώτες, αλλά κι εμείς που ζήσαμε σ’ αυτή την πόλη. Όταν τα καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων εκείνα τα θαυματουργά, μικρά πλοία -ο Ποσειδών, η Λευκή, η Θεσσαλονίκη- μας έφερναν πίσω, από την άλλη πλευρά του κόλπου, από την άλλη πλευρά της προσωπικής μας μυθολογίας, από εκείνα τα θεσπέσια, χαμένα θέρετρα -την Περαία, το Μπαχτσέ Τσιφλίκ, την Αγία Τριάδα- τι άλλο κάναμε άραγε, από δω από τη θάλασσα, παρά να σκηνοθετούμε το μικρό, προσωπικό όνειρό μας, δίπλα σ’ αυτόν τον κύκνο-πόλη, που γλυστρά μαλακά πάνω στα κύματα;