της Μαρίας Καβάλα, μεταδιδακτορικής ερευνήτριας Τμήμα Πολιτικών Σπουδών ΑΠΘ

«Πόσο πένθιμο ήταν εκείνο το Σάββατο… Η πρόσκληση ήταν για τις 8 το πρωί» σημειώνει ο Ιάκωβος Στρούμσα…

11 Ιουλίου 1942: η πρώτη κατάφωρη κίνηση από τις γερμανικές αρχές εναντίον των εβραίων ανδρών της Θεσσαλονίκης συλλογικά, στην οποία έσπευσαν να συνεργαστούν οι διορισμένες δοσιλογικές αρχές πριν ακόμη εφαρμοστούν οι φυλετικοί νόμοι της Νυρεμβέργης και αρχίσει ο εκτοπισμός προς το θάνατο. Οπροϊστάμενος σύμβουλος της στρατιωτικής διοίκησης στην πόλη, Καρλ Μάρμπαχ (που είχε αντικαταστήσει τον Φρίντριχ Χάινε πριν από την άφιξη του Μαξ Μέρτεν), διέταξε την επίσημη απογραφή των ικανών για εργασία αρρένων εβραίων (από 18 ώς 45 χρόνων), που θα έπρεπε να δουλέψουν σε στρατιωτικά έργα, τα οποία είχαν αναλάβει οι εταιρείες Μίλερ και Bauleitung και η οργάνωση Todt.

Η διαταγή δημοσιεύθηκε στην Απογευματινή στις 7 Ιουλίου και επαναδημοσιεύθηκε στη Νέα Ευρώπη λίγο αργότερα. Το Σάββατο 11 Ιουλίου 1942 ξεκίνησε η επιχείρηση. Οι περίπου 7.000 – 9.000 άντρες, που πήγαν να παραλάβουν τις κάρτες εργασίας τους στην πλατεία Ελευθερίας, κατέληξαν να υποβάλλονται σε απάνθρωπη μεταχείριση για ώρες. «Υποχρέωναν τους άντρες να πηδούν, να κάνουν τούμπες, να κυλιούνται στο έδαφος, να σέρνονται μέσα στη σκόνη και να εκτελούν γελοίες γυμναστικές ασκήσεις […]» γράφει ο Ιάκωβος Χανταλί. Την παραπάνω εικόνα αποτυπώνουν πλήθος γραπτές πηγές και μαρτυρίες αλλά και οι γνωστές φωτογραφίες της επίσημης γερμανικής προπαγάνδας. Ποιες άλλες όμως μπορεί να είναι οι πτυχές εκείνης της ημέρας;

Το σπάνιο φωτογραφικό υλικό του νεαρού Γερμανού στρατιώτη Βέρνερ Ράνγκε από τη συλλογή του Ανδρέα Ασσαέλ[1] μας αποκαλύπτει την ενοχλητικά ταξιδιωτική και ιδιόμορφα ανθρωποκεντρική οπτική ενός Γερμανού στρατιώτη-θεατή. Ταυτόχρονα, απεικονίζει εξαιρετικές λεπτομέρειες και συμβάλλει με στοιχεία μικροϊστορίας στην εναργέστερη αφήγηση της ημέρας εκείνης του Ιουλίου που προανήγγειλε την αρχή του τέλους για την εβραϊκή κοινότητα της πόλης, για ένα κομμάτι της ίδιας της ιστορίας της.
Picture2

Σε μία από τις φωτογραφίες στο ξεκίνημα της μέρας ―όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί από το παιχνίδι των σκιών[2]― διακρίνουμε πλήθος ανδρών, νέων και μεγαλύτερων, παραταγμένων ήδη στο πάνω μέρος της πλατείας Ελευθερίας, ενώ στο βάθος δεσπόζει το Μέγαρο Στάιν. Οι περισσότεροι φορούν τα «καλά τους σαββατιάτικα ρούχα», είτε στη φτωχική είτε στην πιο εκλεπτυσμένη τους εκδοχή, καλοκαιρινά πουκάμισα, λευκά παντελόνια οι νεότεροι, σακάκια οι μεγαλύτεροι. (φωτ. IMG_0916). Ένδειξη ίσως ότι ήθελαν να δείχνουν περήφανοι και αξιοπρεπείς ή ότι θεωρούσαν πως σύντομα θα τελείωναν από τη γραφειοκρατική διαδικασία και θα συνέχιζαν τη μέρα τους, πηγαίνοντας στη συναγωγή, επισκεπτόμενοι φίλους εβραίους ή χριστιανούς, κάνοντας βόλτα σε κεντρικά σημεία της πόλης.

Οι συγκεντρωμένοι βρίσκουν ευκαιρία να συζητήσουν μεταξύ τους για το τι συμβαίνει. Είναι χαρακτηριστικό το προβληματισμένο και διστακτικό σκύψιμο του ψηλού νεαρού με τα λευκά ρούχα στα δεξιά της φωτογραφίας ενώ συνομιλεί με ένα άλλο άτομο σκουροντυμένο. Στο βάθος της εικόνας, αριστερά, κάποιοι από τους παραταγμένους προσπαθούν να προστατευθούν από τον καυτό ήλιο του Ιουλίου, κίνηση που σε αρκετές περιπτώσεις δεν επιτράπηκε από τους Γερμανούς ή έγινε αφορμή για ξυλοδαρμούς. Οι αυστηρά στοιχισμένοι, σε πρώτο πλάνο στην αριστερή πλευρά της φωτογραφίας, επί της Μητροπόλεως, ετοιμάζονται μάλλον για την απογραφή, η οποία πραγματοποιούνταν στο κτίριο της Ιονικής Τράπεζας (σημερινή Alpha Bank). Οι Έλληνες χωροφύλακες, που έχουν κληθεί να συνδράμουν τους Γερμανούς, συνομιλούν και αυτοί μεταξύ τους… Η γερμανική απόφαση της συγκέντρωσης στην πλατεία Ελευθερίας υλοποιήθηκε από τον γενικό διοικητή Μακεδονίας Β. Σιμωνίδη, ο οποίος ενεργοποίησε τον ελληνικό μηχανισμό,[3] τακτική που ακολουθούνταν από τους Γερμανούς σε πολλά ζητήματα που αφορούσαν τις κατεχόμενες περιοχές και τους κατοίκους τους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη κατεχόμενη Ευρώπη.

Η διαδικασία προχωρούσε με αργούς ρυθμούς. Στο πεζοδρόμιο της Ίωνος Δραγούμη (γωνία με Μητροπόλεως), μπροστά από την τράπεζα στέκονται εκείνοι που έχουν ήδη απογραφεί. Ορισμένοι κρατούν το δελτίο τους στο χέρι. Δείχνουν απορημένοι για όλο αυτό που υφίστανται. Συγκεντρώσεις ανέργων σε φάλαγγες εργασίας (όχι ακόμη επιστράτευση για «υποχρεωτική εργασία») που θα εκτελούσαν δημόσια έργα ήταν ένα αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο από το 1941 στη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, ο δημόσιος εξευτελισμός των υποψήφιων εργατών κατά τη γραφειοκρατική διαδικασία δεν ήταν τόσο συνηθισμένος. Σημειώνονταν περιστατικά βιαιοπραγιών και κακοποιήσεων αλλά κυρίως στον χώρο εργασίας και σχετίζονταν με την απόδοση, με ενδείξεις ανυπακοής κτλ.[4] Επομένως, όλο αυτό που διαδραματίστηκε ήταν μη αναμενόμενο και η ανταπόκριση στο κάλεσμα από τους Έλληνες εβραίους πολίτες ήταν μαζική, τόσο επειδή δύσκολα θα παράκουγε κάποιος γερμανική διαταγή όσο και επειδή θεωρούσαν ότι θα ήταν κάτι παρόμοιο με αυτό που είχαν δει να συμβαίνει νωρίτερα.

Θα λέγαμε ότι ήταν από τις πρώτες απόπειρες επιστράτευσης για «υποχρεωτική εργασία» στη Θεσσαλονίκη, μέτρο που θα προκαλέσει θύελλα κοινωνικών αντιδράσεων αργότερα. Τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1942 ―και ενώ οι Έλληνες εβραίοι λυγίζουν στους χώρους εργασίας και η κοινότητα συγκεντρώνει χρήματα για να τους αντικαταστήσει―, θα καλέσουν τους Έλληνες χριστιανούς άντρες που γεννήθηκαν από το 1912 ώς το 1921 και τις στρατιωτικές κλάσεις 1925-1932 και 1943-1944,[5] ενώ στις 30 Ιανουαρίου 1943, ο γερμανός διοικητής Νοτιοανατολικής Ευρώπης θα εκδώσει διαταγή που επέβαλλε τη γενική υποχρέωση εργασίας στον «ελληνικό πληθυσμό […] ηλικίας 16-45 ετών».[6] Γενικότερα, η «Νέα Ευρώπη» των Ναζί χαρακτηρίστηκε από την επαναφορά κάθε μορφής δουλείας σε όλη την κατεχόμενη ήπειρο.

Picture1

 

Στη φωτογραφία μας, οι Γερμανοί έχουν αρχίσει γυμναστικά παραγγέλματα, στα οποία οι παραταγμένοι άνθρωποι αναγκαστικά υπακούουν… Ο δεύτερος κύριος στη σειρά, στα δεξιά της φωτογραφίας, έχει ένα ελαφρύ μειδίαμα. Ίσως αναρωτιέται αν πρόκειται για ένα κακόγουστο αστείο… Μαρτυρίες αναφέρουν ότι το κύριο θέατρο του εξευτελισμού ήταν ακριβώς μπροστά από την Ιονική τράπεζα, ενώ όσοι ήταν στο κάτω μέρος της πλατείας δεν υπέστησαν βασανιστήρια ή και δεν πρόλαβαν να απογραφούν, οπότε διατάχτηκαν να ξαναπαρουσιαστούν τη Δευτέρα 13 Ιουλίου. Τουλάχιστον 1.000 άτομα δεν πήγαν στο δεύτερο κάλεσμα, από τον φόβο επανάληψης των βιαιοτήτων…

Picture4

Ένα ακόμη πλάνο μπροστά από την Ιωνική, ιδωμένο από πιο δεξιά. Δύο Γερμανοί, αριστερά ένας λοχαγός της Βέρμαχτ και δεξιά ένας υπαξιωματικός του ναυτικού,[7] εποπτεύουν τον βασανισμό, ενώ τα παραγγέλματα δίνονται από κάποιον στα αριστερά τους. Πρόσωπα βουβά πια, ίσως οργισμένα, υπομένουν… Το γεγονός ότι συμμετέχουν στρατιωτικοί από διάφορες μονάδες της Βέρμαχτ μαρτυρά ότι δεν πρόκειται για ενέργεια των SS. Η επιλογή να βασανιστούν και να εξευτελιστούν οι Έλληνες άρρενες εβραίοι κατά τη διάρκεια της απογραφής για τα καταναγκαστικά έργα είχε μάλλον ευκαιριακό και ανεπίσημο χαρακτήρα και δεν φαίνεται να ήταν διαταγή προερχόμενη από πολύ ψηλά.

Άλλωστε, μαρτυρίες επισημαίνουν ότι οι συγκεντρωμένοι αφέθηκαν ελεύθεροι χάρη στην παρέμβαση του αντιπροσώπου του βελγικού Ερυθρού Σταυρού, ο οποίος απείλησε ότι θα ενημέρωνε τον στρατηγό Φον Λιστ, αρχηγό των γερμανικών δυνάμεων στα Βαλκάνια, αν δεν σταματούσε η κακοποίηση. [8]Όλα δείχνουν ότι όσα συνέβαιναν ήταν παράτυπα και αποτελούσαν περισσότερο μία έκφραση δριμύτατου αντισημιτισμού. Άλλοι θυμούνται ότι οι Γερμανοί ναύτες που κατέβηκαν από ένα κτίριο της πλατείας ήταν εκείνοι που άρχισαν τα «καψόνια» στους συγκεντρωμένους πολίτες.[9] Είναι πιθανό τα βασανιστήρια και η κακοποίηση να προέκυψαν ως ιδέα εκείνη τη στιγμή ή λίγες μέρες νωρίτερα, και μάλιστα σε βάρος του σχεδίου για συγκέντρωση εργατικών χεριών, καθώς δημιουργούσαν εμπόδια για τη συνέχιση της απογραφής ενώ εξαντλούσαν και τρομοκρατούσαν τους μελλοντικούς «εργάτες».

Picture3

Σε άτακτη φυγή μοιάζουν να τρέπονται οι άνθρωποι που για ώρες υπέφεραν κάτω από τον καυτό ήλιο, στην επόμενη φωτογραφία. Η αποτύπωση της αναχώρησης από το σημείο μόλις τους αφήνουν ελεύθερους (IMG_914) αναδεικνύει εύγλωττα τι έχει προηγηθεί. Οι ταλαιπωρημένοι άνδρες τρέχουν στην κυριολεξία να γλιτώσουν. Φεύγουν προς την Τσιμισκή. Αρκετοί ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. Η απουσία σκιών δείχνει ότι έχει μεσημεριάσει, επιβεβαιώνοντας τις ανάλογες μαρτυρίες… Η απογραφή συνεχίστηκε επί 4 ημέρες (σύμφωνα με μαρτυρίες), χωρίς παρόμοια επεισόδια ωστόσο.

Οι φωτογραφίες του Ράνγκε αυτές καθαυτές αλλά και το ότι έχει την άνεση να τις τραβήξει επαναφέρουν με νέα δυναμική ζητήματα που έθιξε νωρίτερα η βιβλιογραφία, όπως το «οργανωμένο χάος» της γερμανικής διοίκησης, τη χαλαρότητα των θεσμών και της ιεραρχίας στο πλαίσιο του γερμανικού στρατού σε πολλές περιπτώσεις, τον τοπικό παράγοντα, τη δυνατότητα των δραστών να μην υπακούουν σε διαταγές ή να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, την ηθική (η ανήθική) τους αυτονομία, την εξέλιξη «απλών» στρατιωτών της Βέρμαχτ σε ανελέητους βασανιστές ή σε ψυχρούς δολοφόνους.[10]

Picture5

Λίγες μέρες μετά την απογραφή ξεκίνησαν οι κλήσεις για εργασία μέσα από τη δημοσίευση των αριθμών των Ελλήνων εβραίων πολιτών στις εφημερίδες. Ο Ράνγκε φωτογραφίζει από το μπαλκόνι του διαμερίσματός του. Η συγκέντρωση αυτών που θα έφευγαν για τα έργα έγινε στην πλατεία Αριστοτέλους. Στην ίδια αυτή πλατεία είχαν κάνει μαζί με τους υπόλοιπους Θεσσαλονικείς τόσες φορές τη βόλτα τους· λίγο πιο πάνω από την πλατεία, στην αγορά Μοδιάνο, είχαν περιδιαβεί τόσες φορές ανάμεσα στους πάγκους με τα πολύχρωμα ζαχαρωτά του εβραϊκού Πουρίμ (απόκριες) ενώ άλλες τόσες φορές, τα μεσαία και ανώτερα κυρίως αστικά στρώματα είχαν καλοδεχτεί στα σπίτια τους ομοθρήσκους και χριστιανούς κατά την εβδομάδα του Πάσχα, για να προσφέρουν «μπομπέλος» (τηγανίτες από άζυμα με μέλι και αυγά). Ο κόσμος αυτός τελείωνε τραγικά και οριστικά…

Οι «εργάτες» είναι έτοιμοι να αναχωρήσουν, έχοντας ο καθένας και ένα μικρό μπογαλάκι. Ανάμεσα σε κάθε ομάδα, μερικοί χωροφύλακες για την τήρηση της τάξης. Δεξιά στη γωνία ένας θερινός κινηματογράφος και το λιμάνι με τους πολλούς εβραίους εργάτες, αχθοφόρους και τελωνειακούς στο παρελθόν. Αριστερά διακρίνεται ένα μαύρο γερμανικό αυτοκίνητο, ίσως της ενδιαφερόμενης εταιρείας.

Επιστρατεύθηκαν 3.500 άτομα για καταναγκαστικές εργασίες, 3.000 στην οδοποιΐα, 500 στην κατασκευή του αεροδρομίου του Σέδες και 34 στα μεταλλεία,[11] ενώ άλλη πηγή αναφέρει ότι ήταν συνολικά 5.000 οι εβραίοι που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή δρόμων και στην εξόρυξη μεταλλευμάτων μέχρι τον Οκτώβριο του 1942.[12] Σε διάστημα δυόμισι μηνών, ένα ποσοστό τουλάχιστο 12% των ανδρών πέθανε από την ταλαιπωρία. Η Κοινότητα προσπαθούσε να φέρει πίσω τους ανθρώπους της και, ύστερα από μία σειρά συνομιλιών με τον Μαξ Μέρτεν (που είχε έρθει από τον Αύγουστο στη πόλη), κατέληξε σε συμφωνία πληρωμής 2 δισ. εκατ. δραχμών στη γερμανική διοίκηση, η οποία τα ζήτησε με τη δικαιολογία να αυξηθούν οι μισθοί ώστε να πάρουν Έλληνες χριστιανούς εργάτες και έτσι να αφήσουν τους εβραίους, και τα οποία έπρεπε να καταβληθούν μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.[13]

Το «Μαύρο Σάββατο» παραμένει ένα ορόσημο για την ιστορία της Θεσσαλονίκης, για την ιστορία της εβραϊκής της κοινότητας, για τη δράση των δωσιλογικών αρχών της, για την οικονομική κατοχική ιστορία, για το ζήτημα της «υποχρεωτικής εργασίας» και το ενδιαφέρον για τα εβραϊκά περιουσιακά στοιχεία, για τον φυλετικό αντισημιτισμό και την επίθεση ενάντια την ανθρώπινη προσωπικότητα, και μας καλεί σε μία μνήμη με διάρκεια, με σεβασμό και υπευθυνότητα.

 

 

[1] Ο Ανδρέας Ασσαέλ, συλλέκτης φωτογραφιών πολέμου, ανακάλυψε σε ένα παζάρι παλαιών ειδών το σπάνιο φωτογραφικό αρχείο του Βέρνερ Ράνγκε. Ανάμεσα στις άλλες φωτογραφίες από τη Θεσσαλονίκη της γερμανικής κατοχής απεικονίζεται και το «Μαύρο Σάββατο» και σε μία από αυτές ο πατέρας του Ανδρέα, Φρέντυ (Ιωσήφ) Ασσαέλ. Ο νεαρός στρατιώτης Βέρνερ Ράνγκε έπαιζε τρομπόνι και ήταν μέλος μπάντας σε μονάδα του Μηχανικού του γερμανικού στρατού. Έφτασε στη Θεσσαλονίκη ―έπειτα από διαμονή στην Έδεσσα και την Καβάλα― τον Φεβρουάριο του 1942. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις τρεις πόλεις της Μακεδονίας, με μια μηχανή (πιθανότατα Leica) απαθανατίζει εικόνες καθημερινής ζωής σε δρόμους και πλατείες. Βλ. Γιώτα Μυρτσιώτη, «Φωτογραφίζοντας το ‘Μαύρο Σάββατο’, Αρχείο Πολιτισμού, Η Καθημερινή, 7 Αυγούστου 2011.

[2] Κάτι που εύστοχα μου επεσήμανε ο κ. Ασσαέλ.

[3] Andrew Apostolou, “Τhe Exception of Salonica. Bystanders and Collaborators in Northern Greee”,Holocaust and Genocide Studies, 14:2 (2000), σ. 165-196.

[4] Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι, από το καλοκαίρι του 1942, άρχισε να ελαττώνεται ο αριθμός των ανθρώπων που ενδιαφέρονταν να στρατολογηθούν ως εργάτες. Παρουσιάστηκε έλλειψη εργατικού δυναμικού σε τομείς που ήταν άμεσα ενταγμένοι στην κάλυψη των αναγκών του Ράιχ και των γερμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη, όπως τα μεταλλεία. Είναι πιθανόν η απροθυμία αυτή να οφειλόταν στις κακές συνθήκες εργασίας, στο χαμηλό ημερομίσθιο αλλά και στην προπαγάνδα που ασκούσε το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, προκειμένου να αποθαρρύνει κάθε συμμετοχή σε εργασίες των γερμανικών υπηρεσιών. Σε αυτή τη φάση άρχισε η συζήτηση και η εφαρμογή του μέτρου για την «υποχρεωτική εργασία». Μαρία Καβάλα, «Η Θεσσαλονίκη στη γερμανική κατοχή (1941-1944): Κοινωνία, οικονομία, διωγμός Εβραίων», διδ. διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης (επ.: καθηγήτρια Έφη Αβδελά), Ρέθυμνο 2009, σ. 241-242.

[5] Παναγιώτης Κουπαράνης, «Η Θεσσαλονίκη στην Κατοχή. Ορισμένα ζητήματα από τα γερμανικά αρχεία», Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912, Συμπόσιο, 1-3 Νοεμβρίου 1985, Κ.Ι.Θ., Θεσσαλονίκη 1986, σ. 200.

[6] Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Η ελληνική οικονομία, πεδίο μάχης και αντίστασης», Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τ. Γ 2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 205.

[7] Την αναγνώριση των στρατιωτικών στολών την οφείλω στον κ. Ανδρέα Ασσαέλ.

[8] Ιάκωβος Στρούμσα, Διάλεξα τη ζωή, Ίδρυμα ΕτςΑχαΐμ – Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 34.

[9] ΈρικαΚούνιο-Αμαρίλιο – ΑλμπέρτοςΝαρ (ΦραγκίσκηΑμπατζοπούλου, επίμετρο-επιμ.), Προφορικές Μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα, Ίδρυμα ΕτςΑχάιμ – Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 384.

[10]Christopher Browning, Ordinary Man: Reserve Police Bataillon 101 and the Final Solution in Poland, Harper Collins Publishers, New York 1992, 1998. Daniel Jonah Goldhagen, Hitler’s willing executioners. Ordinary Germans and the Holocaust, Alfred A. Knopf, New York 1996, σ. 4. Νίκος Παπαναστασίου – Χάγκεν Φλάισερ, «Το ‘οργανωμένο χάος’», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. 1940-1945 Κατοχή – Αντίσταση, τ. Γ1, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ.  101-149.

[11] Βλ. Κουπαράνης, ό.π., σ. 199, όπου παραπέμπει στο MA, RW 29/109, DerDeutscheWehrwirtschaftooffizierSaloniki, Br. B. Nr. 6002/42, 30.10.1942.

[12] Βλ. Χατζηιωσήφ, «Η ελληνική οικονομία…», ό.π., σ. 192.

[13] Τα στοιχεία τα αντλούμε από την κατάθεσή του ως μάρτυρα στη δίκη του Άντολφ Άιχμαν, το 1961. Βλ. την κατάθεσή του στην ιστοσελίδα www.nizgor.org/hweb/people/e/eichman-adolf/trancripts/Testimony-Abroa/Max-Merten-01.html. (Στο εξής Δίκη Άιχμαν) Τα ίδια είχε ισχυριστεί και στη δίκη του στην Ελλάδα το 1959, βλ. Αριθμός Αποφάσεως 1/1959 του Ειδικού Στρατοδικείου Εγκληματιών Πολέμου, Πρακτικά των συνεδριάσεων από 11.2.1959 ώς 5.3.1959, 1- 2, 145. Επίσης, ΜίκαελΜόλχο – Ιωσήφ Νεχαμά, InMemoriam, Ισραηλητική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 72, Αμπατζοπούλου, Γιομτώβ… ό.π., 73.  Ακόμη, «Ανακοίνωσις διά τους Ισραηλίτας επιστρατευθέντας προς υποχρεωτική εργασία», εφ. Απογευματινή, 10 Σεπτ. 1942 .