«Η συμφιλίωση με το παρελθόν

μπορεί να φέρει τη συμφιλίωση με το σήμερα»

 

της Λίνας Μυλωνάκη

δημοσιογράφου, ιστορικού κινηματογράφου

Δρ. Κινηματογραφικών Σπουδών ΑΠΘ

 

Ένα ιστορικό πλοίο, το θρυλικό «Ματαρόα», πλέει ξανά σε ελληνικά νερά… 74 χρόνια μετά την αναχώρησή του από τον Πειραιά, το Δεκέμβριο του 1945, όταν διέσωσε, με πρωτοβουλία του τότε διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών Οκτάβιου Μερλιέ, 150 Έλληνες φοιτητές ―αντιστασιακούς αλλά και γόνους αστικών οικογενειών, φυγαδεύοντάς τους στο εξωτερικό με τελικό σταθμό το Παρίσι, το «Ματαρόα» επιστρέφει. Αυτή τη φορά στο Θερμαϊκό, στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όπου το «πλοίο της μεγάλης φυγής» αγκυροβόλησε ψηφιακά με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας επαυξημένης πραγματικότητας (augmented reality) και με αφορμή το φετινό 21ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και την ταινία «Ματαρόα», σε σκηνοθεσία Ανδρέα Σιαδήμα.

Ο δημιουργός της ταινίας θέλησε να φέρει το «Ματαρόα» στο σήμερα, όχι μόνο ως σύμβολο μιας σχετικά ξεχασμένης ιστορίας στην Ελλάδα, αλλά κυρίως ως προβληματισμό γύρω από το πώς και το γιατί το «Ματαρόα» επιστρέφει διαχρονικά με άλλα χαρακτηριστικά. «Πολλά Ματαρόα σαλπάρουν λόγω κρίσης από την Ελλάδα για την Ευρώπη και ταυτόχρονα πολλά Ματαρόα έρχονται στην Ελλάδα από άλλες περιοχές σε κρίση, τη Συρία ή αλλού. Πρέπει να δούμε τις αιτίες που δημιουργούν αυτά τα Ματαρόα, τις συνθήκες που κάνουν σήμερα το Ματαρόα αναγκαιότητα», σχολιάζει ο Ανδρέας Σιαδήμας. Ο σκηνοθέτης μιλά στο «Θ.Π.» για τις γοητευτικές προσωπικότητες που γνώρισε στα γυρίσματα —ανάμεσά τους και τον αειθαλή Εμμανουήλ Κριαρά στα 107 του χρόνια, άτυπο πρόεδρο της ελληνικής αποστολής του «Ματαρόα» στο Παρίσι— και για την εντυπωσιακή απελευθέρωση της σκέψης τους, μακριά από πολιτικά, κομματικά και θρησκευτικά στεγανά.

Όπως εξομολογείται ο Ανδρέας Σιαδήμας, η διαδρομή των ανθρώπων του «Ματαρόα», των απογόνων τους, αλλά όλων όσοι επηρεάστηκαν από το έργο τους,  φιλοδοξεί να οδηγήσει τον θεατή σε ένα διαρκές παιχνίδι «μνήμης-λήθης». Και να ανασύρει στην επιφάνεια τις πραγματικές αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης που, όταν προσπεράσει το παρελθόν, μπορεί να μεγαλουργήσει. Οι επιβάτες του «Ματαρόα» υπήρξαν ο ανθός της ελληνικής τέχνης, της επιστήμης και της διανόησης, που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελλάδα για να επιβιώσει. Οι υποτροφίες της γαλλικής κυβέρνησης στους «ανήσυχους» εκείνους νέους τούς απελευθέρωσαν από μια σπαρασσόμενη χώρα και τους έδωσαν το διαβατήριο για μια λαμπρή πορεία, για μια δεύτερη νέα ζωή. «Η συμφιλίωση με το παρελθόν μπορεί να φέρει τη συμφιλίωση με το σήμερα. Αυτή η συμφιλίωση πρέπει κάποια στιγμή να κυριαρχήσει. Και να καταλάβει ο θεατής πόσο απελευθερωτικό είναι ένα ανοιχτό πλαίσιο σκέψης». Το ίδιο το ντοκιμαντέρ «Ματαρόα» επαναφέρει σε κάθε ευκαιρία ως έννοια την πλεύση προς την ελευθερία, με διάφορους συμβολισμούς. Γιατί στο «Ματαρόα» «το ταξίδι συνεχίζεται»….

 

Πώς επιλέξατε την ιστορία του «Ματαρόα»;

Η αρχική ιδέα ανήκει στη φιλόσοφο Servanne Jollivet και στον ιστορικό Κωστή Κορνέτη. Με γοήτευσαν οι προσωπικότητες των επιβατών του «Ματαρόα» —διάσημοι καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, συγγραφείς, ερευνητές— και η μετέπειτα ανάπτυξή τους στο εξωτερικό. Θέλησα να αναζητήσω πώς το «Ματαρόα επηρέασε το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και πώς διαμόρφωσε πολιτισμικά όχι μόνο τους ανθρώπους που φιλοξένησε, αλλά και τις επόμενες γενιές.

Το «Ματαρόα» υπήρξε εξαρχής ένα ταξίδι γεμάτο αντιφάσεις. Μια φυγή από την εμφυλιακή Ελλάδα προς μια άλλη ζωή, μια φυγή που για αρκετούς από τους επιβαίνοντες συνεχίστηκε αργότερα σε άλλους τόπους. Το ταξίδι του «Ματαρόα» από τον Πειραιά στον Τάραντα, όπου αποβιβάστηκαν, ήταν για εκίνους ένας άλλος κόσμος. Έφευγαν κυνηγημένοι, πεινασμένοι και ξυπόλυτοι και βρίσκονταν ξαφνικά σε μια πλωτή πολυτέλεια, ένα πλοίο σε ρόλο κιβωτού, όπου τους σέρβιραν καλομαγειρεμένο φαγητό όσο οι μπάντες έπαιζαν μουσική. Η αντίφαση συνεχίστηκε στη στεριά,  όταν το πλοίο αγκυροβόλησε στον Τάραντα, όπου οι επιβάτες στοιβάχτηκαν σε ένα κατεστραμμένο τρένο, χωρίς παράθυρα, προκειμένου να διαφύγουν στο Παρίσι μετά από απίστευτες περιπέτειες.

 

Μιλήσατε με αρκετούς από τους επιβαίνοντες του «Ματαρόα» που βρίσκονταν ακόμη στη ζωή. Ποια ήταν η πιο έντονη στιγμή που θυμάστε από τις συνεντεύξεις;

Για μένα το σημαντικό δεν είναι ένα πρόσωπο ή μία κουβέντα. Είναι το κλίμα που αποκόμισα μέσα από τη συναναστροφή μου με ανθρώπους αυτής της ηλικίας, αυτής της γενιάς. Άνθρωποι πάνω από τα 90, επιβάτες του πλοίου, που έφυγαν όπως-όπως από την Ελλάδα.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, η αισιοδοξία που ενέπνεαν αυτοί οι άνθρωποι, στο κατώφλι της ζωής τους, ήταν αξιοθαύμαστη. Και με έκανε να αναρωτηθώ για το πώς μπορούμε να συμφιλιωθούμε με το παρελθόν και να αφήσουμε στην άκρη όσα μας χωρίζουν, που είναι τελικά τόσο μικρά απέναντι στην ανθρώπινη υπόσταση, η οποία, αν αφεθεί ελεύθερη, μπορεί να μεγαλουργήσει και να προκόψει. Συχνά στις συνεντεύξεις οι επιβάτες μου έλεγαν «τρέχαμε και δεν ξέραμε αν η σφαίρα που ακούγαμε θα πέσει πάνω μας ή θα βρει τον διπλανό μας. Και τώρα παραπονιέστε για κρίση;». Ήταν εντυπωσιακό πώς αποδομούσαν τις καταστάσεις και αξιολογούσαν τα πραγματικά σημαντικά στη ζωή.

 

Ένας από τους συνεντευξιαζόμενους και επιβαίνοντες στο «Ματαρόα» ήταν ο φιλόλογος Εμμανουήλ Κριαράς. Μιλήστε μας για τη συνάντηση μαζί του.

Συνάντησα τον Εμμανουήλ Κριαρά στα 107 του χρόνια, ήδη με σοβαρό πρόβλημα ακοής, αλλά με απίστευτη διαύγεια σκέψης. Με εντυπωσίασε το πόσο συνεκτικός και ξεκάθαρος ήταν ο λόγος του, ήταν χειμαρρώδης… Από τη στιγμή που άκουγε την ερώτηση, δεν υπήρχε “cut” στο γύρισμα.

Από πλευράς τεκμηρίωσης, o Κριαράς μου επιβεβαίωσε ό,τι είχα ακούσει και από άλλους επιβαίνοντες. Όμως, ήταν συναρπαστικός ο τρόπος αφήγησης, όταν μιλούσε για το πόσο αναγκαία ήταν η φυγή εκτός Ελλάδας με το «Ματαρόα» εκείνη την εποχή. Το υποστήριζε με πάθος, πίστευε ακράδαντα στις δυνατότητες αυτού του ταξιδιού.

 

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει έντονη συζήτηση και ιστορική έρευνα γύρω από τη δεκαετία του ’40, την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το «Ματαρόα» είναι ένα ιστορικό ντοκιμαντέρ που εμπνέεται από αυτή την εποχή. Πρόκειται, κατά τη γνώμη σας, για μια ξεχασμένη δεκαετία;

Απολύτως. Νομίζω ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε να κοιτάξουμε αυτό το παρελθόν, όπου όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές έχουν τις μελανές τους στιγμές. Και πρέπει να το αντιμετωπίσουμε, να το αξιολογήσουμε, να το προσπεράσουμε και να περάσουμε σε μια άλλη εποχή συμφιλίωσης. Η συμφιλίωση με το παρελθόν μπορεί να φέρει και μια συμφιλίωση με το σήμερα. Αυτή η συμφιλίωση πρέπει κάποια στιγμή να κυριαρχήσει. Και να καταλάβουμε πόσο απελευθερωτικό είναι ένα ανοιχτό πλαίσιο σκέψης.

 

Η παραγωγή της ταινίας ήταν για σας ένα μακρύ και επίπονο ταξίδι έξι ετών. Στα μισά της διαδρομής, μείνατε μόνος και αποφασίσετε να τη συνεχίσετε. Πόσο κοντά ήσασταν στον αρχικό προορισμό, όταν το «Ματαρόα» ολοκληρώθηκε;

Η απόφασή μου να συνεχίσω την ταινία είχε για μένα τεράστιο κόστος, προσωπικό και οικονομικό. Είχε, παράλληλα, και ένα κόστος ευθύνης, γιατί το «Ματαρόα» έγινε αναπόφευκτα μια προσωπική ταινία. Αυτό βέβαια δεν είναι κάτι που πρέπει να απασχολήσει το θεατή. Περισσότερο θα με ενδιέφερε ο θεατής να αναρωτηθεί πάνω σ’ αυτή την ιστορία μετά απ’ το να σκεφτεί πώς την έκανα και τι δυσκολίες αντιμετώπισα. Αυτά είναι περισσότερο τεχνικά ζητήματα και απασχολούν κυρίως τους ανθρώπους του κλάδου μου….

Προφανώς και επαναπροσδιορίστηκαν πολλοί από τους αρχικούς στόχους. Το «Ματαρόα» ξεκίνησε ως ιστορικό ντοκιμαντέρ, αλλά το στοίχημα για μένα ήταν να φέρω την ιστορία αυτή στο σήμερα. Πώς το «Ματαρόα «επιστρέφει, με ποιες εκδοχές, γιατί σήμερα, σε μια εποχή κρίσης, με έντονο κύμα μετανάστευσης, η ιστορία επανέρχεται με άλλα χαρακτηριστικά, γίνεται ένα σημερινό θέμα.

 

Πώς βλέπετε την ταινία σας τοποθετημένη στο σήμερα; Στην εποχή της κρίσης ζούμε ένα σύγχρονο Ματαρόα;

Πολλά Ματαρόα σαλπάρουν λόγω κρίσης από την Ελλάδα για την Ευρώπη και πολλά Ματαρόα έρχονται στην Ελλάδα από άλλες περιοχές σε κρίση, από τη Συρία ή αλλού. Υπάρχει μια κινητικότητα, που δυστυχώς είναι μαζική και θα συμβαίνει όλο και πιο συχνά στο μέλλον. Το ζήτημα είναι να κατανοήσουμε τις συνθήκες που έκαναν το Ματαρόα αναγκαιότητα. Χρειάζεται να προβληματιστούμε γι’ αυτό. Δεν αρκεί να αναγνωρίσουμε παραλληλισμούς, πρέπει να εμβαθύνουμε στις αιτίες.

Υπάρχει ο μύθος γύρω από το «Ματαρόα» και υπάρχει και η ιστορία. Ο ίδιος ο υπότιτλος που επιλέξαμε για την ταινία —«Το ταξίδι συνεχίζεται», μου πρόσφερε τη σύνδεση με το σήμερα. Να δω δηλαδή το «Ματαρόα» και τους σύγχρονους συμβολισμούς του: Μια θεατρική παράσταση από το Théâtre du Soleil με τίτλο «Ματαρόα, η διάτρητη μνήμη». Μια Ελληνίδα καλλιτέχνης στις Βρυξέλλες, η Σοφία Αλεξανδρίδου, που μεταφέρει την ιστορία του «Ματαρόα» σε comics. Η αίθουσα «Ματαρόα» στην περσινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Η περιοδική έκδοση «Ματαρόα» της ΠΕΕΒΕ. Μουσικές και συναυλίες με αυτό τον τίτλο. Το «Ματαρόα» επιστρέφει. Η ίδια η ταινία είναι ένα θέμα της σύγχρονης εκδοχής του πλοίου. Και το ταξίδι συνεχίζεται….