Πάσχα σε δύο εποχές

κείμενο, εικόνα: Ντίνος Παπασπύρου

 

Μεγάλη Πέμπτη 13 Απριλίου του ’44.

Με το πρώτο φέγγος πεταχτήκαμε από τα κρεβάτια μας με άγρια γαυγίσματα του Μπόμπη μας. Ανοίγω το τζάμι, σηκώνω από τις γρίλιες το πισσόχαρτο που είχαμε για συσκότιση. Δυο Γερμανοί με πλήρη εξάρτυση, μπροστά ψηλός ο ένας με αυτόματο κρεμασμένο σταυρωτά και ένα πέταλο στο στήθος, ξοπίσω ο δεύτερος με τουφέκι κρεμασμένο στον δεξί ώμο και ένα μεγάλο ψαλίδι, από αυτό που κόβουν τα συρματοπλέγματα, στο αριστερό χέρι.

Ο Μπόμπης συνέχιζε να τους γαυγίζει τρέχοντας γύρω τους, μέχρι που μια κλωτσιά από τον πρώτο τον έστειλε γρυλίζοντας να λουφάξει μέσα στα χόρτα του κήπου με την ουρά κάτω από τα σκέλια.

Το έντονο χτύπημα στην ξύλινη πόρτα της κουζίνας ανάγκασε τον πατέρα να ξεκλειδώσει. “Radio, radio” και άλλα ακαταλαβίστικα ο ψηλός. “no, no radio” απάντησε με τρέμουλο ο πατέρας. Τον έσπρωξε με δύναμη, μπήκε μέσα στην κουζίνα και από κει στο διπλανό δωμάτιο όπου πάνω στο κρεβάτι αγουροξυπνημένος κάθονταν ανακούρκουδα ο τρίχρονος αδελφός μου. Ξανά πίσω στην κουζίνα, γυρίζει τον διακόπτη φωτισμού και ανάβει το φως. Το σπίτι μας μοναδικό στην γειτονιά, ίσως και στην Θεσσαλονίκη που δεν του είχε γίνει διακοπή, επειδή η παροχή έρχονταν από την Εθνική Ασφάλεια, που ελέγχονταν από τους Γερμανούς, με την οποία ήμασταν σε μεσοτοιχία.

Ξανά έξω ο ψηλός ψάχνοντας την παροχή, που ξεκινούσε στη γωνία του σπιτιού μας πάνω από την κουζίνα. Δείχνοντάς την φάνηκε ότι έδινε οδηγίες στον κοντό. Εκείνος γύρισε προς εμένα, που είχα κουρνιάσει πάνω στην μάνα μου, και τον αδελφό μου δίπλα, που ακόμη έτριβε τα μάτια του, έβαλε τα χέρια του πάνω από τα κεφάλια μας και με γλυκό ύφος απευθύνθηκε στον ψηλό. Από ότι κατάλαβα του έλεγε επειδή η οικογένεια είχε μικρά παιδιά να μην κόψουν το ρεύμα. Ο ψηλός αγρίεψε, του έδειξε επιτακτικά την παροχή με ένα ηχηρό «λος, λος». Καβάλησε τότε ο κοντός το χαμηλό τοιχάκι κάτω από την παροχή και με δυο ψαλιδιές έκοψε τα δύο σύρματα που μας έδιναν ρεύμα. Συνεχές το ρεύμα τότε.

Έτσι εκείνο το Πάσχα το περάσαμε με την γκαζόλαμπα, και ο πατέρας με στενούς φίλους δεν μπορούσαν να ακούνε νέα από το «Εδώ Λονδίνο» με το παράνομο ραδιοφωνάκι που έφερνε μαύρα μεσάνυχτα ο γείτονας κυρ-Δημητρός.

Μόνη πληροφόρηση από την θρησκευόμενη μητέρα, όταν γυρνούσε από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, όπου άκουγε τα πύρινα κηρύγματα του διάκου Στρατίδη «αδέρφια κουράγιο, τελευταίο Πάσχα στην σκλαβιά, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ έτοιμοι να ροβολήσουν από τα γύρω βουνά για να ελευθερώσουν την Θεσσαλονίκη μας».

Ήταν και ο Παράνομος Τύπος που ψιθυριστά διάβαζε στο φως της γκαζόλαμπας ο κύριος Τάκης, που εργάζονταν την Ελεύθερη Ζώνη του λιμανιού. Το μόνο που έπιασα ήταν όταν τον ρώτησε ο πατέρας πως τον βγάζανε έξω και δεν φοβόντουσαν μη και τους πιάσουν «χιλιοδιπλωμένο μέσα στην κάλτσα κάτω από το μεγάλο δάχτυλο». Φαγώθηκα να ρωτάω την μητέρα τι βγάζουν έξω μέσα στην κάλτσα «ζάχαρη, ζάχαρη», μου απάντησε, δισεύρετη αν όχι ανύπαρκτη εκείνη την εποχή. Παρ΄όλα αυτά δεν μπορούσα να καταλάβω πως έτρωγαν μια ζάχαρη που ακουμπούσε στα βρώμικα πόδια τους.

Μέχρι και σήμερα έχω μια απέχθεια στην ζάχαρη, σκέτος ο καφές, σκέτο το γάλα, ίσως παιδικό τραύμα καθώς πάντοτε μου έρχεται στο νου ο τότε τρόπος διακίνησής της.

./.

Μεγάλη Τρίτη 8 Απριλίου του ’47.

Το κουδουνάκι της ξύλινης καγκελόπορτας της αυλής μας προειδοποίησε για τον μεσημεριανό επισκέπτη, όπως και τα γαυγίσματα του Μπόμπη μας.

Ένας Εγγλέζος στρατιώτης με μπερέ και περίστροφο στη μέση έκανε την εμφάνισή του μέσα από τις πρασινάδες. Η μητέρα, με τσεμπέρι στο κεφάλι, σταμάτησε την καθαριότητα και βγήκε να τον υποδεχθεί. Χαιρέτισε στρατιωτικά και δείχνοντας χιτώνιο, παντελόνι και παπούτσια της έδωσε με νοήματα να καταλάβει ότι έπρεπε να του τα παραδώσει. Ήταν μια στολή που είχαν δώσει οι Εγγλέζοι σε όλους τους εργαζόμενους στο NAAFI (Navy, Army and Airforce Institutes), όπου ο πατέρας ως αρχιμάγειρος είχε προσληφθεί αμέσως μετά την γερμανική κατοχή ως υπεύθυνος της κουζίνας. Στεγάζονταν σε ένα υπέροχο νεοκλασικό στην Βασ. Όλγας, παραδίπλα στην σημερινή Σχολή Τυφλών.

Οι καλύτερες στιγμές που ζήσαμε μετά την κατοχή ήταν εκείνες, καλό μεροκάματο 15 δραχμές, ενώ στη ΧΕΝ έπαιρνε 5, μπόλικο και πλούσιο φαγητό, που δικαιούνταν και για το σπίτι όλοι οι εργαζόμενοι, αλλά το κυριότερο η καντίνα του NAAFI. Με πολύ χαμηλό κόστος μπορούσαν να προμηθευτούν όλοι αγαθά που δεν υπήρχαν τότε στην ελληνική αγορά, σοκολάτες, μπισκότα, τσίχλες, μπύρες, κρασιά, μακαρόνια, όσπρια, φάρμακα, ακόμη και σερβιέτες για τις γυναίκες, άγνωστο αντικείμενο στην ελληνική καθημερινότητα τότε.

Η απόλυση του πατέρα από το NAAFI, μια εβδομάδα πριν το Πάσχα, έπεσε σαν βόμβα στην οικογένειά μας. Ο πατέρας πήγαινε να σκάσει αφού όλοι Εγγλέζοι και Έλληνες ήταν κατευχαριστημένοι από την μαγειρική και την συμπεριφορά του.

Αναγκαστικά αναβλήθηκε το πάρτυ που σχεδίαζε στην αυλή μας ανήμερα το Πάσχα, που το NAAFI θα ήταν κλειστό, με καλεσμένους την ελληνική ορχήστρα του NAAFI, όλους τους συναδέλφους και δύο Εγγλεζάκια με τις ελληνίδες φιλεναδίτσες τους. Ακύρωσε και την παραγγελία που είχε κάνει στην Καπουτσίδα για ένα κατσικάκι, που σκόπευε να σουβλίσει. Έτσι περάσαμε το Πάσχα φτωχικά και σιωπηλά. Αρτυθήκαμε με δυο οκάδες χοιρινό που με καλοσύνη μας έδωσε διπλανός γείτονας.

Τριγυρνούσε καθημερινά στο κέντρο, μετά το Πάσχα, ψάχνοντας για νέα δουλειά. Τυχαία συνάντησε μια μέρα, κοντά στην Διαγώνιο, τον Άλκη που ήταν διερμηνέας στο NAAFI. «Άλκη αγόρι μου λύσε την απορία που με βασανίζει, γιατί με απέλυσαν;» Κόμπιασε εκείνος «κυρ-Γιάννη ξέρεις πόσο σε εκτιμώ και σε σέβομαι, είσαι σαν τον πατέρα μου», τον είχαν σφάξει οι Ελασίτες σε μια επιδρομή, «θα σου το πω αλλά μη βγάλεις λέξη γιατί θα έχω την δική σου τύχη. Την δουλειά έκανε η πληροφορία που έστειλε στο NAAFI η Εθνική Ασφάλεια ότι έκανες αποχή και δεν ψήφισες στις εκλογές 31.03.1946, άρα κομμουνιστής. Φυσικό να μην κρατήσουν στην δούλεψή έναν κομμουνιστή που, όντας υπεύθυνος για την διατροφή του στρατεύματος, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να κάνει σοβαρό σαμποτάζ».