( ή μήπως αφορμή για μια νέα αρχή;)

Της Μαίρης Καιρίδη
Μεταπτυχιακής φοιτήτριας
Συγκριτικής Λογοτεχνίας

ΑΠΘΚάθε Παρασκευή στις 4 μ.μ., δέκα μεταπτυχιακοί φοιτητές της Φιλολογίας συνδέονται στην πλατφόρμα Jitsi για να συζητήσουν τη διαδικασία της πρώτης έκδοσης του νεοσύστατου περιοδικού της σχολής. Πολλά θέματα εκκρεμούν και χρειάζεται να διευθετηθούν: το τεύχος θα τυπωθεί ή θα κυκλοφορήσει μόνο ως αρχείο pdf, προτιμούμε το εξώφυλλο με τη βυζαντινή γραφή ή τη συμβατική, ποιο σύστημα βιβλιογραφίας θα χρησιμοποιηθεί, θα επιτρέπουμε το «oxford comma», ποιος θα αναλάβει να ελέγξει τα αποσπάσματα που παρατίθενται τώρα που οι βιβλιοθήκες είναι κλειστές λόγω πανδημίας;

Δεν έχω συναντηθεί διά ζώσης με τους περισσότερους από τους συμμετέχοντες. Πρέπει να τους γνωρίσω και να καταλάβω τον τρόπο σκέψης τους μέσω της οθόνης, κάτι που δεν είναι πάντα εύκολο. Παρατηρώ ότι απολαμβάνω τη συνομιλία περισσότερο απ’ ό,τι περίμενα. Με εκπλήσσει η συνοχή που έχουν οι συνομιλίες μας. Δίνεται η ευκαιρία στον κάθε συμμετέχοντα να πει τη γνώμη του. Στις δύο ώρες ολοκληρώνουμε την κουβέντα μας. Σχεδιάζουμε ένα οργανόγραμμα και αναθέτουμε ξεκάθαρους ρόλους. Εύχομαι αυτή η πειθαρχία που επιδεικνύει κάθε ένας συνομιλητής –συμπεριλαμβανομένης της γράφουσας, που δεν σπεύδει να αποφύγει μια ακόμη πολυπληθή συνάθροιση, έστω και διαδικτυακή– αυτή η πειθαρχία να μείνει και όταν πλέον θα μιλάμε από κοντά, στους χώρους του Πανεπιστημίου.

Αλλαγή μέσου
Από τη μία μέρα στην άλλη, και χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία, κληθήκαμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας σχεδόν αποκλειστικά μέσω του ίντερνετ, μειώνοντας τις κοινωνικές επαφές μας στο απολύτως απαραίτητο. Γράφτηκε ότι αυτή η ευκολία της μετάβασης προοιωνίζεται το τέλος διαδικασιών που μπορούν να εκπονηθούν εξ ολοκλήρου διαδικτυακά, όπως π.χ. οι συναλλαγές του πολίτη με τις δημόσιες υπηρεσίες ή με την τράπεζα. Η ακαδημαϊκή κοινότητα, με τη σειρά της, προσαρμόστηκε επίσης γρήγορα στην πραγματικότητα της κοινωνικής απομόνωσης, αξιοποιώντας τα εργαλεία τηλεδιασκέψεων, αλλά και τις άφθονες βιβλιογραφικές πηγές που διατίθενται online.
Εξ αφορμής, λοιπόν, της νέας τάξης πραγμάτων, συνομίλησα με προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές που ζουν στη Θεσσαλονίκη. Τους ρώτησα σχετικά με την εμπειρία της τηλεκπαίδευσης, και τους ζήτησα ακόμη να θυμηθούν τις μέρες προ κορωνοϊού και να μου σκιαγραφήσουν όψεις της φοιτητικής ζωής: τα μέρη όπου συχνάζουν, ποιες πολιτιστικές δράσεις ξεχωρίζουν και κυρίως ποια είναι η σχέση τους με την πανεπιστημιούπολη. Αν πράγματι κρίνεται τώρα το μέλλον του πανεπιστημιακού campus, ποιο ήταν αυτό in the first place;

Μια σημείωση: Γράφοντας αυτό το άρθρο, συνειδητοποίησα πως η αιφνίδια μετάβαση των καθημερινών μας ασχολιών στη διαδικτυακή ή ψηφιακή τους μορφή επιφέρει ένα λεξιλόγιο το οποίο αφενός δεν έχει ακόμη πλήρως παγιωθεί στην καθημερινή ελληνική γλώσσα και αφετέρου παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστο και η χρήση του στερείται συχνά ακρίβειας. Αν αυθαιρετώ στην απόδοση κάποιων λέξεων στα ελληνικά ή σφάλλω γενικότερα στη χρήση τους, ελπίζω ο αναγνώστης να φανεί επιεικής μαζί μου.

Πώς το βιώνουν οι φοιτητές;
«Δεν μου πολυαρέσει το online μάθημα, αλλά από την εμπειρία μου μέχρι στιγμής με βοηθάει να συγκεντρωθώ καλύτερα στον καθηγητή», μου έγραψε σε mail ο Γιάννης, τελειόφοιτος της Σχολής Επιστημών, Φυσικής Αγωγής & Αθλητισμού (ΣΕΦΑΑ) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Η Κωνσταντίνα, πτυχιούχος μηχανικός, βρίσκεται σε πυρετώδη προετοιμασία για τις εξετάσεις GRE, τεστ για υποψήφιους μεταπτυχιακών προγραμμάτων σε πανεπιστήμια του εξωτερικού: «Το πρώτο διάστημα ήταν αρκετά δύσκολη η προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα, διότι τα τεχνικά προβλήματα ήταν αρκετά: συχνή διακοπή σύνδεσης, δυσκολία στην επεξήγηση αποριών κ.ά. Με τη μέχρι τώρα εμπειρία μου στο e-learning, δεν μπορώ να αποφανθώ πως έχω βρει προτερήματα σε σχέση με την εμπειρία της αίθουσας. Με τίποτα δεν μπορώ να συγκρίνω τον άμεσο τρόπο διδασκαλίας και επικοινωνίας με τον καθηγητή και την αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους μαθητές με αυτό του διαδικτυακού μαθήματος».
Την αμφιθυμία της καταθέτει η Εύα, η οποία αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ το 2016 και τώρα ολοκληρώνει τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Γερμανία.: «Παρά την αρχική προκατάληψή μου, θεωρώ ότι είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να συμβεί εντός του δεδομένου πλαισίου, και αυτό μόνο στην περίπτωση που το ίντερνετ είναι τουλάχιστον επαρκές. Αλλιώς, είναι απελπισία. Υπάρχουν, πάντως, και περιπτώσεις φοιτητών που χρησιμοποιούσαν τις φοιτητικές εγκαταστάσεις και βιβλιοθήκες για να έχουν διαδικτυακή πρόσβαση. Η κατοχή laptop δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη. Οι τηλε-συναντήσεις, σε κάθε περίπτωση, μέσω zoom ή άλλων αντίστοιχων platforms έχουν δώσει τη δυνατότητα σε φοιτητές να κρατούν ευκολότερα σημειώσεις, απ’ ό,τι θα μπορούσαν σε ένα μεγάλο ακροατήριο. Οι διδάσκοντες καλούνται να ανεβάζουν περισσότερο υλικό ψηφιακά, κάτι που με μια πρώτη ματιά λειτουργεί υπέρ του φοιτητή. Ωστόσο, η εμπειρία της τάξης ως βιώματος που υπερβαίνει την ανταλλαγή “σημειώσεων” και “ύλης”, αλλά αποτελεί μια διαδικασία μύησης στη γνώση μέσω της ομαδικότητας, της ενεργού συμμετοχής, της αλληλεγγύης και του εποικοδομητικού διαλόγου, δεν μπορεί να συγκριθεί με τα e-classes. Είναι αναντικατάστατη. H σπουδαστική εμπειρία είναι πάνω από όλα μια εμπειρία κοινωνικότητας, συνεργασίας, έκθεσης και συμμετοχής σε πολιτιστικές εμπειρίες ή ακαδημαϊκές συνευρέσεις (π.χ. colloquia) που προκύπτουν εντός του campus και τείνουν να εκλείψουν με την τηλεκπαίδευση». Η άποψη της Εύας απηχεί τα λόγια του καθηγητή Χαρίδημου Τσούκα, ο οποίος σε πρόσφατο άρθρο του, επικαλούμενος την κρίσιμη σωματική διάσταση της εμπειρίας σύμφωνα με τον Merleau-Ponty, παρατηρεί: «Η τηλεδιδασκαλία μού παρέχει εύρος (να επικοινωνήσω με άτομα διάσπαρτα στον χώρο), αλλά μου στερεί το βάθος» (Καθημερινή, 22.04.2020).

ΑΠΘΜε αφορμή την απουσία του σώματος την εποχή του κορωνοϊού, μίλησα με μια εκκολαπτόμενη ηθοποιό. Πράγματι, ποια εμπειρία ξεπερνάει σε σωματικότητα αυτή των ηθοποιών; Η Σοφία φοιτά στο δεύτερο έτος της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και από τα τέλη Απριλίου παρακολουθεί τα μαθήματα της σχολής εξ αποστάσεως. «Είναι παράξενο, επειδή μετά δεν έχεις πολύ έντονη εμπειρία του τι έχεις ζήσει. Ας πούμε, αν δεν μυρίσεις τον ιδρώτα του άλλου, αν δεν τον αγγίξεις, χάνεται. Ούτε σινεμά ούτε βίντεο θα το έλεγα… είναι κάτι άλλο». Ο κόσμος θαρρείς βγαλμένος από την τέχνη του Nam June Paik δεν προκαλεί σε καμία περίπτωση τη μονομερή αποδοκιμασία των φοιτητών. «Είναι ωραίο να κρατάς μια επαφή, κυρίως με τους ανθρώπους. Το αντικείμενο της δουλειάς χάνεται σε μεγάλο βαθμό», συνεχίζει η Σοφία. «Σε καμία περίπτωση το μάθημα δεν μπορεί να αντικατασταθεί. Για μένα έχει σημασία να βρεις νέους τρόπους να δουλέψεις. Ούτε να πεις τώρα πάμε να κάνουμε ακριβώς την ίδια δουλειά ούτε δεν κάνω καθόλου διαδικτυακό μάθημα. Έχει νόημα να βρεις με τι μπορείς να δουλέψεις. Βρήκαμε χρόνο που δεν τον είχαμε πριν μέσα στην καθημερινότητα να αρχίσουμε να μελετάμε με έναν διαφορετικό τρόπο, με τα μέσα που διαθέτουμε, το κείμενο και τους ρόλους μας. Βέβαια, μετά από λίγη ώρα είναι πολύ κουραστικό όλο αυτό λόγω του ίντερνετ και της οθόνης. Υπάρχουν πολλές διακοπές, πολλά αστεία…». Για το μάθημα κινηματογράφου, οι φοιτητές της σχολής του ΚΘΒΕ ανέλαβαν να φτιάξουν ένα προσωπικό βίντεο με το θέμα «Ημερολόγιο Εγκλεισμού». Το βίντεο της Σοφίας κλείνει με ένα ζευγάρι να διασχίζει την έρημη παραλιακή λεωφόρο πιασμένο χέρι-χέρι, ενώ ακούγεται το τροπάριο Ω Γλυκύ μου Έαρ. «Σίγουρα κάτι καινούριο μπορεί να βγει από αυτή την κατάσταση».

ΑΠΘ«Αυτό που με τρελαίνει είναι η ελευθερία που έχεις», μου λέει ο Βασίλης, μεταπτυχιακός φοιτητής του εξ αποστάσεως προγράμματος Άσκηση και Ποιότητα Ζωής του ΤΕΦΑΑ στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, επικαλούμενος τη Σύγχρονη/Ασύγχρονη Τηλεκπαίδευση. «Δηλαδή παρακολουθείς το μάθημα, μπαίνοντας σε μια αντίστοιχη πλατφόρμα τηλεκπαίδευσης, για παράδειγμα στο openeclass.org, μια συγκεκριμένη ώρα –αυτό σημαίνει “σύγχρονη τηλεκπαίδευση” – και το μάθημα καταγράφεται, ανεβαίνει στην πλατφόρμα και μπορείς να το παρακολουθήσεις όποτε θέλεις (“ασύγχρονη”). Το πρόγραμμα το διαμορφώνεις μόνος σου, πότε θα το δεις, αλλά και πού θα το δεις. Δεν χρειάζεται να πάρω δύο λεωφορεία και να έχω άπειρη αναμονή. Είμαι σπίτι, έχω ετοιμάσει τον καφέ μου, βάζω ένα πουκάμισο και είμαι έτοιμος».

Διαβάζοντας τα λόγια του Βασίλη θυμήθηκα την αναπάντεχη απόλαυση που ένιωσα κατά τη διάρκεια των διαδικτυακών συσκέψεων με τους συμφοιτητές μου: «Στην ουσία του, το περιβάλλον του ίντερνετ είναι πολύ πιο δημοκρατικό απ’ ό,τι εμείς νομίζουμε και μάλλον γι’ αυτό δυσκολευόμαστε να το διαχειριστούμε. Είναι φοβερό πώς μπορεί να εξελιχθεί μια συζήτηση σε μια ψηφιακή πλατφόρμα επικοινωνίας 20 ατόμων. Ή θα πετύχει ή όχι. Δεν υπάρχει μέση λύση. Πρώτη μου φορά κατάλαβα σε μια τέτοια αντίστοιχη εμπειρία μου πόσο σημαντικό είναι να ακούς τον άλλον να μιλάει. Σε μια live συζήτηση είναι πιο εύκολο να τον διακόψεις».

Ως εξαιρετικά επιτυχημένα παραδείγματα τηλεκπαίδευσης, ο Βασίλης αναφέρει το Mathesis και το Coursera. Ψυχή του Mathesis είναι ο διακεκριμένος κβαντικός φυσικός Στέφανος Τραχανάς, ο οποίος είναι επίσης ο δημιουργός των πρώτων ακαδημαϊκών εκδόσεων εν Ελλάδι, των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης. Σε πρόσφατη συνέντευξη, ο καθηγητής αναδεικνύει το πιο σημαντικό όφελος των διαδικτυακών μαθημάτων: «[η] εξίσωση των ευκαιριών στην ποιοτική εκπαίδευση. Το ότι το αγαθό της ποιοτικής εκπαίδευσης γίνεται προσιτό σε κάθε ανήσυχο άνθρωπο, ανεξάρτητα από κοινωνικούς, γεωγραφικούς ή ταξικούς φραγμούς. Τα ανοικτά διαδικτυακά μαθήματα προσφέρουν μια νέα ιστορική ευκαιρία στις δημοκρατικές κοινωνίες να πραγματοποιήσουν αυτό που ήταν κάποτε ένας από τους ευγενέστερους στόχους τους. Θέλω, όμως, να υπογραμμίσω τη λέξη-κλειδί: ποιοτική εκπαίδευση. Γιατί εκεί αρχίζουν τα δύσκολα» (LiFO.gr, 06.05.2020).

Το campus υπάρχει;
«Προσωπικά δεν περνούσα πολύ χρόνο στο campus, το μέρος που περνούσα χρόνο στο campus ήταν η κεντρική βιβλιοθήκη του ΑΠΘ για το διάβασμα της εξεταστικής», μου είπε ο Γιάννης. Αυτή η περιστασιακή σχέση με τον ευρύτερο χώρο του Πανεπιστημίου φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των φοιτητών. «Δεν περνούσα χρόνο στις εγκαταστάσεις του ΑΠΘ, πέραν των εβδομαδιαίων παρακολουθήσεων διαλέξεων», μου γράφει η Εύα. «Σπανίως, ίσως μία φορά την εβδομάδα και κυρίως για να δανειστώ βιβλία, τα οποία όμως διάβαζα στο σπίτι. Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αποτελεί campus μάλλον μόνο από μια χωροταξική προοπτική, δηλαδή με τη συγκέντρωση της πλειονότητας των σχολών σε έναν ενιαίο χώρο. Αυτό είναι κάτι όμορφο. Όχι όμως πολιτισμικά, δεν καλλιεργείται δηλαδή κάποια κουλτούρα συμμετοχής στην πανεπιστημιακή κοινότητα στον εκτός των παραδόσεων χρόνο. Τουλάχιστον εγώ δεν ένιωσα κομμάτι του με αυτόν τον τρόπο. Δεν παραβλέπω, βέβαια, την ύπαρξη θεατρικών ομάδων και μουσικών σχημάτων που συγκροτήθηκαν σε σχολές ούτε υποτιμώ τη σημασία τους. Ο ρόλος, όμως, του Πανεπιστημίου σε καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες ή φεστιβάλ ήταν, από τη δική μου εμπειρία, μάλλον αποθαρρυντικός».

Όπως μου επισήμαιναν φοιτητές με τους οποίους συνομίλησα, σπάνια μια φοιτήτρια θα αναφερθεί στο «campus» του πανεπιστημίου. «Δεν θα πούμε “πάμε να αράξουμε στο campus του ΑΠΘ”. Θα πούμε “πάμε να κάτσουμε στα γρασίδια;”». Η έννοια του campus προέρχεται από τον κόσμο των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης των ΗΠΑ και έχει πλέον γίνει συνώνυμο με την εμπειρία της φοιτητικής ζωής που δεν εξαντλείται στην αίθουσα διδασκαλίας, αλλά φιλοδοξεί να παρέχει στον φοιτητή ένα περιβάλλον από ερεθίσματα που καλύπτει σχεδόν κάθε όψη της ζωής του. Η απορρόφηση της λέξης στο ελληνικό συγκείμενο συμβαίνει με αργούς ρυθμούς, ίσως ακριβώς επειδή το campus του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό του. Αν καταλαβαίνω σωστά, μάλιστα, η χρήση και μόνο της λέξης συνδέεται με μια «άνωθεν» πρωτοβουλία διοικητικής μεταρρύθμισης που όμως δεν έχει ακόμη συγχρονιστεί με την πραγματικότητα του πεδίου.

Η Σοφία, η οποία παράλληλα με τα μαθήματα στη σχολή του ΚΘΒΕ ολοκληρώνει τις σπουδές της στη Νομική Σχολή, έχει συμμετάσχει ενεργά σε φοιτητικές λέσχες κινηματογράφου και θεάτρου κατά τη διάρκεια των φοιτητικών της χρόνων. Μου επισημαίνει ότι όλες οι ομάδες, και κυρίως οι καλλιτεχνικές, υπέφεραν από την έλλειψη χώρου, καθώς δεν έβρισκαν ελεύθερες αίθουσες στις οποίες να μπορούν να κάνουν πρόβες μετά το πέρας των μαθημάτων. «Η Διοίκηση του Πανεπιστημίου είχε αποφασίσει να κλειδώνουν οι χώροι και να μην είναι διαθέσιμοι στις ομάδες που τις είχαν ανάγκη για πρόβες. Η φύλαξη των χώρων είναι ένα θέμα. Οι περισσότεροι φοιτητές πηγαίνουν στη σχολή και φεύγουν. Ο χώρος του Πανεπιστημίου είναι πολύ μεγάλος, αλλά είναι παραμελημένος. Από τη μία το καταλαβαίνω, πώς να το ελέγξεις όλο αυτό; Δεν ενδιαφέρεται κανείς». Μάλιστα, το 2014 οι πολιτιστικές ομάδες συνεργάστηκαν για την οργάνωση του «AΠΘ Unchained», ενός δρωμένου που διήρκησε δέκα μέρες κατά το οποίο οι φοιτητές εξέφρασαν την «κοινή ανάγκη να βιώσουμε το Πανεπιστήμιο όχι μόνο ως ένα χώρο μαθημάτων και ακαδημαϊκών διαδικασιών, αλλά και ως ένα χώρο ελεύθερης έκφρασης, διακίνησης ιδεών, δημιουργίας και συλλογικής διεκδίκησης», όπως αναφέρεται στο blog αφιερωμένο στο δρώμενο (authunchained.blogspot.com).

Ωστόσο, το campus φαίνεται να αποκτά ζωή πιο αργά μέσα στη μέρα, σαν προέκταση της νυχτερινής ζωής. «Η σχέση μου με την πανεπιστημιούπολη ήταν όπως η σχέση της Γης με τη Σελήνη, ένα μέρος της δεν θα το δεις ποτέ με το φως της μέρας», μου γράφει γλαφυρά ο Βασίλης. «Το λέω αυτό γιατί τον περισσότερο χρόνο τον περνούσαμε ενώ οι σχολές, βιβλιοθήκες, κυλικεία ήταν κλειστά. Τις Παρασκευές, το χειμερινό εξάμηνο παρτάκι στο “τρίγωνο” και το εαρινό εξάμηνο στο Αστεροσκοπείο ή στα γρασίδια».

Εμβληματικά μέρη και τοπόσημα
«Μετά τα μαθήματα που είχαμε στο κέντρο πηγαίναμε σε ένα καφέ της Μελενίκου, συγκεκριμένα στο Διεθνές, έχει ωραίο κλίμα και χτυπάει ο ήλιος στα έξω τραπεζάκια υπέροχα, γι’ αυτό το προτιμούσαμε», μου έγραψε ο Γιάννης.

ΑΠΘ

Η Εύα μού στέλνει μέσω mail έναν χάρτη από τοπόσημα της πόλης: «Σε μια ακτίνα γύρω από την πανεπιστημιούπολη και συγκεκριμένα περιφερειακά της Ροτόντας εκτείνονται το καφέ Ιντερνασιονάλ, ο Ιπποπόταμος, η Σπείρα, το Domino, το Belleville, το Tabya, το Mικρού Mήκους. Λίγο πιο κάτω, το Αστόρια αποτελεί κλασική επιλογή, όπως και το διπλανό του, το Ηλιοτρόπιο και οι Ενοχές, ενώ για το βιβλιόφιλο κοινό υπάρχουν και οι Ακυβέρνητες Πολιτείες. Οι πρωτοετείς πήγαιναν, τουλάχιστον μέχρι πριν κάποια χρόνια, παραδοσιακά στη Ραστώνη. Φαίνεται να υπάρχει μέρος της φοιτητικής κοινότητας που για νυχτερινή διασκέδαση προτιμά τα ρεμπετάδικα, κι από εκεί έχουμε: Τομπουρλίκα, Ροσινιόλ, Πριγκηπέσσα, Καφενείον Τζαμάλα και Ανατολικό. Από νέες προσθήκες, η Στάση στην πλατεία Καλλιθέας, αλλά και το διαχρονικό Ίγγλις παραδίπλα είναι φοιτητικά στέκια, αν και ίσως όχι πρωτοετών. Η Ρωμαϊκή Αγορά είναι, μάλλον, επίσης προσφιλής προορισμός, με το Λουξ και το Artcore να αποτελούν μέσα στα χρόνια κλασικά στέκια, ενώ για νυχτερινή διασκέδαση, και ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες, το Μπιτ Μπαζάρ σφύζει από φοιτητές».

Το Καφωδείo θυμάται ο Βασίλης, «για καφέ, μπύρα και εκείνα τα ατελείωτα live του Παυλίδη. Ξύλινη διακόσμηση, παλιά πράγματα, αντίκες κι εκείνος ο τοίχος με παλιούς ανθρώπους που μόνο που τον κοιτούσες, με όλα εκείνα τα κάδρα με τη Μερκούρη, τον Χατζιδάκι, τον Γκάτσο, τον Σολωμό και πόσους άλλους που δεν ξέραμε και ντρεπόμασταν, άνοιγε το μυαλό σου». Αργότερα, μέσα στη νύχτα της πόλης, εκείνος και οι φίλοι του μαζεύονταν στο Ρόβερ, στα Λαδάδικα. «Παράρτημα του σπιτιού μας. Άνετα το φοιτητικό μας δωμάτιο».

Πολιτιστική ζωή
Το γεγονός που έρχεται στα χείλη των περισσοτέρων είναι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου. «Έπαιρνα ρεπό μία βδομάδα από τα μαθήματα και πήγαινα. Μαζί με φίλους σινεφίλ», θυμάται η Σοφία. «Από τη σχολή μου, τη Νομική, δεν υπήρχε τόσο μεγάλη συμμετοχή. Έβλεπα άτομα από τον Σύλλογο Κινηματογράφου, βέβαια, που ήταν εκεί σταθερά». Οι συνομιλητές μου ανακαλούν επίσης τη Γυμνή Ποδηλατοδρομία που διοργανώνεται στις αρχές Ιουνίου, καθώς και το φεστιβάλ μουσικών ντοκιμαντέρ In Edit. Η Εύα ξεχωρίζει δύο πολιτιστικά δρώμενα από την πρόσφατη ζωή της πόλης: την μπαρόκ όπερα Dido and Aeneas του Henry Purcell στο Μακεδονικό Moυσείο Σύγχρονης Τέχνης, διοργανωμένη από το Opera Studio Skull of Yorick Productions το 2015, και την έκθεση με τίτλο «ΦΟΡΜΑ.ΧΡΩΜΑ.ΧΩΡΟΣ» της σημαντικής μορφής της ρώσικης avant garde Lyobov Popova, τον Ιανουάριο στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης.

«Αυτό που θα ήθελα ίσως να υπάρχει πιο οργανωμένα στη φοιτητική ζωή της Θεσσαλονίκης είναι η ενημέρωση για τα πολιτιστικά δρώμενα», σημειώνει καίρια ο Γιάννης.

ΑΠΘ
Επίλογος
Όταν με το καλό αρθούν τα μέτρα κι επιστρέψουμε στο πανεπιστήμιο –στα σπουδαστήρια και στα αμφιθέατρα, στις αίθουσες σεμιναρίων, στη φοιτητική λέσχη και στο πανεπιστημιακό γυμναστήριο, στα κυλικεία και στους υπαίθριους χώρους– το αίτημα των φοιτητών με τους οποίους συνομίλησα θα παραμένει το ίδιο: ευκαιρίες για σύνδεση του ακαδημαϊκού προγράμματος με την ευρύτερη πολιτιστική ζωή και την πόλη. Κλείνω με μια ερώτηση: Τι θα αλλάζατε στην πόλη; «Πεζοδρόμια. Θα άλλαζα τα πεζοδρόμια», σημειώνει ο Βασίλης. «Θα έκανα φαρδιά και μεγάλα πεζοδρόμια. Ειδικά γύρω από τα πανεπιστήμια. Έχετε δει τα πεζοδρόμια που οδηγούν στο “πανεπιστήμιο που είναι προσβάσιμο για όλους”; Το πανεπιστήμιο νομίζει ότι είναι προσβάσιμο. Περισσότερο απρόσιτο μου φαίνεται. Με δυσκολία μπορεί να φτάσει κάποιος άνθρωπος που μετακινείται με αναπηρικό αμαξίδιο. Καλά, να μην πούμε ότι εάν είσαι ερωτευμένος και θέλεις να κρατάς αγκαλίτσα το ταίρι σου, πρέπει κάθε τρεις και λίγο να αφήνεις τα χεριά σου για να αποφύγεις τα δέντρα φυτεμένα στο κέντρο του πεζοδρομίου. Αναίσθητος και ανέραστος τα έφτιαξε, σίγουρα…».