Πρόσφατα κυκλοφόρησε το φωτογραφικό λεύκωμα Πόλη γένους θηλυκού από την εταιρεία tzimas cosmetics, η οποία επέλεξε να γιορτάσει με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο τα εξήντα χρόνια λειτουργίας της και να τιμήσει τη μνήμη του ιδρυτή της, του Ιωάννη Τζίμα. Τη δημιουργία του λευκώματος εμπνεύστηκε η Λεώνη Σιών, ενώ την επιμέλειά του ανέλαβαν η Ευδοξία Ράδη και ο Ηρακλής Παπαϊωάννου και την κομψή σχεδίαση η Red Creative. Στις σελίδες του θα βρει κανείς ανέκδοτο συχνά φωτογραφικό υλικό που σφραγίζει την παρουσία της γυναίκας στην πόλη τη χρονική αυτή περίοδο. Πρόκειται για μια πρωτότυπη προσφορά του Γιώργου και της Λίλας Τζίμα προς το κοινό της πόλης, καθώς μάλιστα πρόκειται για έκδοση εκτός εμπορίου. Η έντεχνη αφήγηση που υφαίνουν οι εικόνες επιχειρεί να αγγίξει ζητήματα ιστορικά και σύγχρονα, προσωπικά και κοινωνικά, τοπικά και οικουμενικά, ενώ παράλληλα διατρέχει σε ένα άλλο επίπεδο την ίδια την εξέλιξη της φωτογραφίας, τεχνολογικά, εννοιακά όσο και αισθητικά, από την ασπρόμαυρη φωτογραφία δρόμου και τη γαμήλια απεικόνιση μέχρι τα αυθόρμητα πορτραίτα του instabooth. Πρόκειται, επίσης, για μια έκδοση στην οποία τρεις γενιές δημιουργών φωτογράφων διασταυρώνονται, με επίκεντρο τις ανησυχίες και την τόλμη της γυναίκας, τα βάσανα και τη γοητεία της, το ευρύτερο αποτύπωμά της στη δημόσια σφαίρα της πόλης.

 

Πόλη γένους θηλυκού

Του Ηρακλή Παπαϊωάννου

Η Θεσσαλονίκη φέρει, επί εικοσιτρείς αιώνες αδιάλειπτης αστικής ζωής, όνομα γυναικείο που αναδύεται μέσα από τις πρώτες πτυχώσεις της ιστορίας της. Ο κόλπος που δεσπόζει στη γεωμορφολογία της επιτρέπει στην πόλη να δέχεται, με μητρική σχεδόν τρυφερότητα, το άγγιγμα της θάλασσας, να ζυγίζει το βλέμμα της στον ορίζοντα, να καθρεφτίζεται στο άγνωστο. Το όνομα από μόνο του ανακαλεί τον ήπιο παφλασμό του νερού, αντηχώντας την επίσης θηλυκού γένους και αρχαίας καταγωγής λέξη θάλασσα. Το λεύκωμα αυτό, φόρος τιμής στα εξήντα χρόνια της εταιρείας tzimas cosmetics, επιχειρεί να διερευνήσει την πολύτροπη όσο και πλούσια παρουσία της γυναίκας στη Θεσσαλονίκη στο διάστημα των έξι αυτών δεκαετιών, μέσα από την αναπαράσταση των πολλών και διαφορετικών ρόλων της, από τη λαμπερή νεότητα ως τη διαυγή ωριμότητα.

Στις σελίδες του φιλοξενούνται γυναίκες που διέτρεξαν τον πλήρη κύκλο της ζωής τους στη Θεσσαλονίκη, άλλες που μετανάστευσαν σ’ αυτήν ή από αυτήν, που τη διέσχισαν ίσως πρόσκαιρα. Το λεύκωμα ψηλαφά επίσης, μεταξύ άλλων, τις νεανικές πολύχρωμες γιορτές που εμπλουτίζουν τη ζωή της· τη διαχρονική αναζήτηση του γυναικείου ιδεώδους· τα πρόσφατα κύματα προσφυγιάς που έβρεξαν τις ακτές της· τον τρόμο της απόλυσης και της ανεργίας· το βαθύ βλέμμα του ανθρώπου που ετοιμάζεται να δώσει συνέχεια στο φαινόμενο της ζωής, βλέμμα γεμάτο αίνιγμα για όλα όσα είναι ρητά ή μένουν για πάντα άρρητα. Άλλες εικόνες πάλι περιγράφουν τη συγκίνηση ή την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα στο μυστήριο του γάμου, τον αισθησιασμό με τον οποίο μια γυναίκα βιώνει τη θηλυκότητά της. Ή, εντοπίζουν την εργαζόμενη γυναίκα, τη νέα επιστήμονα· τη μητέρα το βλέμμα της οποίας επιτηρεί στοργικά το παιδί, ανεξάρτητα από ηλικία· τη γυναίκα που υπηρετεί τη βιομηχανία της ηδονής· τη σταρ της πόλης στο τραγούδι, το τελάρο, το θεατρικό σανίδι· τη γυναίκα που κοιτάζεται στον καθρέφτη, αναζητώντας την ταυτότητά της· που διαδηλώνει ή γλεντά, που γιορτάζει ή διστάζει, αλλά εκφράζει ό,τι την αφορά.

Το εγχείρημα ενσωματώνει ποικίλες πλευρές της φωτογραφίας, καθώς περιέχει εικόνες συνειδητής καλλιτεχνικής πρόθεσης, τεκμήρια εποχής, φωτογραφίες δημοσιογραφικές, επαγγελματικές, ερασιτεχνικές, γαμήλιες, στιγμιότυπα instabooth, επιβεβαιώνοντας τον πλατύ ορίζοντα των εφαρμογών του μέσου και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο κεντρίζει τη συλλογική συνείδηση. Η επιλογή εικόνων ενσωματώνει επίσης στοιχεία που μαρτυρούν κοινωνική διαστρωμάτωση. Ενίοτε ανακύπτουν σκηνές οικείες αλλά ξεχασμένες, όπως η κουβεντούλα της γειτονιάς από το παράθυρο στο πεζοδρόμιο, όπου λέγονταν στα πεταχτά και στα φωναχτά πλείστα όσα σοβαρά και ελαφρά· ή το αποκριάτικο πάρτι στο οποίο οι κοινωνικοί ρόλοι και οι τάξεις διασαλεύονταν, προσωρινά μόνο· ή ακόμη η επίδειξη των οικιακών συσκευών που εισέβαλλαν σε κάθε νοικοκυριό, ακολουθώντας την οριζόντια εξάπλωση του αγαθού του ηλεκτρικού ρεύματος. Πρόκειται για το μοναδικό ίσως λεύκωμα στο οποίο συνευρίσκονται φωτογραφίες του Θόδωρου, του Διογένη και της Χρύσας Νικολέρη, τριών διαδοχικών γενεών της μεγάλης αυτής φωτογραφικής οικογένειας της πόλης και της χώρας.

Παράλληλα, αναδεικνύονται μερικές από τις εξελίξεις αυτών των δεκαετιών, στη διάρκεια των οποίων η γυναίκα άλλαξε την κοινωνική της θέση, τη δημόσια υπόστασή της, τον τρόπο που η ίδια αντιμετώπιζε τον εαυτό της. Ενόσω διαδραματίζονταν όλα αυτά, η φωτογραφία άλλαζε επίσης, ακολουθώντας τα σημεία των καιρών. Από το φωτογραφικό υλικό συνάγεται πως την περισσότερο τεκμηριωτική πρόθεση των δεκαετιών ’50 και ’60 διαδέχθηκαν το επόμενο διάστημα εικόνες με πιο διακριτά στοιχεία προσωπικού ύφους. Σε πολλές, μάλιστα, από τις πιο ιστορικές φωτογραφίες η εικόνα της γυναίκας μοιάζει να παίρνεται με όχημα συνήθως κάποια κοινωνική ή φωτογραφική σύμβαση, ενώ το πρόσφατο διάστημα δείχνει να προσφέρεται πιο ελεύθερα, χωρίς ακκισμούς, ακόμη κι αν είναι πιο τολμηρή ή εμφανώς προσωπική. Μια ευδιάκριτη ακόμη μεταβολή είναι ότι ενώ η πλειονότητα των παλιών φωτογραφιών έχει τραβηχτεί σε δημόσιους χώρους και περιστάσεις, και συχνά είναι ομαδικές, στις πιο πρόσφατες προβάλλει και ο ιδιωτικός μικρόκοσμος της γυναίκας, δεν διστάζει να καταλάβει η ίδια αποφασιστικά τον χώρο του κάδρου. Οι φωτογραφίες περασμένων δεκαετιών μαρτυρούν ομοίως μια αυθόρμητα θετική προδιάθεση απέναντι στον φακό, παρότι συχνά στημένες. Σε πολλές από τις σύγχρονες, αντίστοιχα, γίνεται φανερή μια πιο λεπτή σκηνοθεσία, μια βαθύτερη διάθεση ερμηνείας του χαρακτήρα, η χρήση του συμβολισμού και της μεταφοράς. Αν παλιότερα η γυναίκα θεωρούσε πως η κάμερα και η χάρτινη αθανασία που αυτή διασφάλιζε της επιμέριζαν ένα είδος τιμής, στη σημερινή κορεσμένη εικόνων εποχή με τη μεγαλύτερη δυνατή επίγνωση του ρόλου της κάμερας, διαλέγει τι προσφέρει και τι αποκρύπτει. Δε χαμογελά ανακλαστικά. Αναζητά πιο ενεργητική στάση στο παιχνίδι της αναπαράστασης, φωτογραφίζει τον εαυτό της, διεκδικεί πλέον συμμετοχή στην αφήγηση της ιστορίας της, αντί να εκπέμπει απλώς μια προκατασκευασμένη εκδοχή της: ποζάρει για παράδειγμα έγκυος, προτείνει τον εαυτό της ως ανθοδέσμη.

Οι φωτογραφίες αυτές μας οδηγούν να αναλογιστούμε ότι, αν στο πέρασμα του χρόνου νέα ήθη και στερεότυπα εδραιώνονται, ο κύριος ρόλος της φωτογραφίας παραμένει ακόμη η προσπάθεια να εμπλουτίζει το απόθεμα της μνήμης, να προσφέρει μια, επιφανειακή έστω, υπαρξιακή επιβεβαίωση. Όσο διαφορετικές κι αν είναι, όμως, οι εικόνες που ανθολογούνται εδώ, δεν αρκούν για να λύσουν το γοητευτικό μυστήριο που περιβάλλει τη γυναικεία ύπαρξη, όπως υπαινίσσεται η εναρκτήρια εικόνα του λευκώματος. Και όλες μαζί, ως σύνολο, υποστηρίζουν με διάφορους τρόπους πως η ομορφιά, έννοια μεταβλητή ιστορικά και κοινωνικά, με την αναζήτηση της οποίας το γυναικείο φύλο είναι διαχρονικά συνδεδεμένο, δεν μπορεί πλέον να εκλαμβάνεται ως υπόθεση απλώς αισθητική ή στατιστικά φυσιογνωμική, αλλά περισσότερο ως αντανάκλαση της προσωπικής αλήθειας που φέρει και εκπέμπει κάθε γυναίκα.

 

Η θέση των γυναικών στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1960

Της Ζωής Ψαρρά-Παπαγεωργίου

Διαβάζουμε συχνά στις μέρες μας:

  1. Γυναικεία υπόθεση οι ανώτατες σπουδές. Γένους θηλυκού το 60% των πτυχιούχων.
  2. Μπορεί οι άνδρες να φημίζονται για τις ηγετικές τους ικανότητες και να έχουν περισσότερες θέσεις μάνατζερ από τις γυναίκες, ωστόσο νέες έρευνες ανατρέπουν τα δεδομένα αποδεικνύοντας ότι οι γυναίκες είναι καλύτερες ως αφεντικά από τους άνδρες στη αντοχή σε πίεση, στην ανάληψη πρωτοβουλιών, στην προώθηση των καινοτομιών, στην υποστήριξη προς τους άλλους και στην αποτελεσματική επίτευξη των στόχων.

Δε χωρά αμφιβολία ότι πολλά άλλαξαν από την εποχή της δεκαετίας του ’60 – όταν στη μετεμφυλιακή Θεσσαλονίκη ήταν φανερή μεν η φτώχεια της πλειονότητας των κατοίκων της, αλλά συγχρόνως υπήρχε διάχυτη η θρυλούμενη αξιοπρέπεια και ντομπροσύνη στους ανθρώπους της. Η γυναίκα, όμως, εκείνη την εποχή, εκτός από τις πολιτικές εντάσεις και τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα, είχε να αντιμετωπίσει τα εδραιωμένα επί δεκαετίες πατριαρχικά «στερεότυπα», ενώ πολλά από τα δικαιώματα των γυναικών που είναι πια αυτονόητα και που είναι κατοχυρωμένα από το οικογενειακό δίκαιο, τότε ήταν ανύπαρκτα.

Αρκεί να θυμηθούμε ότι μόνο με την αλλαγή του συντάγματος το 1975 ενσωματώθηκε ως βασική αρχή η ισότητα μεταξύ των δυο φύλων, ενώ αρκετά αργότερα, με την αλλαγή του οικογενειακού δικαίου το 1983, κατοχυρώθηκε η γονική μέριμνα αντί της πατρικής εξουσίας. Μέχρι τότε, τα παιδιά κληρονομούσαν το δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια, άρα και τα πολιτικά δικαιώματα, μόνο από τον αρχηγό της οικογένειας, τον πατέρα. Ακολούθησε η νομιμοποίηση των εκτρώσεων και της αντισύλληψης το 1986. Αυτά τα λίγα παραδείγματα, νομίζω, είναι ανάγλυφα.

Η θέση των γυναικών στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1960

Η γυναικεία παρουσία, και  η γυναικεία θέαση, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο σημάδεψαν την κοινωνική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας και οι ιδιαιτερότητες που υπήρχαν στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης, είναι ένα σύνθετο θέμα που θα προσπαθήσω να αναπτύξω, αφήνοντας ταυτοχρόνως αιχμές για προβληματισμό. Αξίζει να δούμε παράλληλα τις ομοιότητες με αυτά που συνέβαιναν στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά και τις ελληνικές ιδιαιτερότητες που βάραιναν αρνητικά, όπως τα στερεότυπα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας, η μετεμφυλιακή πολιτική και η κοινωνική ένταση και φτώχεια που μάστιζε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.

Εκείνα τα χρόνια, βελτιώθηκε σταδιακά η εκπαίδευση των γυναικών και τονώθηκε η έξοδός τους στην εργασία που σηματοδότησε την αρχή της χειραφέτησής τους από την πατριαρχική δομή και νοοτροπία της μέσης ελληνικής οικογένειας. Παράλληλα, υποχώρησαν και οι διακρίσεις τις οποίες υφίσταντο σε όλους τους εργασιακούς χώρους (στο γραφείο, στο χωράφι, στο εργοστάσιο, στις υπηρεσίες) και οι μειωτικοί, γι’ αυτές, κοινωνικοί καταμερισμοί. Σταδιακά, ήρθε η συγκρότηση της φεμινιστικής συνείδησης και του γυναικείου κινήματος, το αίτημα για την απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων και η ενσωμάτωση των γυναικών στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Δόθηκε, δηλαδή, δυναμική συνέχεια στο παράδειγμα της Ελένης Σκούρα, η οποία στις 18 Ιανουαρίου 1953 εξελέγη βουλευτίνα στον Νομό Θεσσαλονίκης με το κόμμα του Ελληνικού Συναγερμού. Όντας η πρώτη εκλεγμένη γυναίκα στην ιστορία του ελληνικού κοινοβουλίου, έστειλε στον γυναίκειο πληθυσμό της χώρας πολλά μηνύματα και συμβολισμούς.

Ο φεμινισμός εμφανίστηκε ενδυναμωμένος στις δυτικές κοινωνίες τα χρόνια του ’60 και έδρασε για τον περιορισμό ή την εξάλειψη της ανισότητας σε βάρος των γυναικών και την προώθηση των δικαιωμάτων, των συμφερόντων και των ζητημάτων τους στην κοινωνία.

Ο πληθυσμός της Θεσσαλονίκης τότε έφτανε τις 400.000 κατοίκους με την έκτασή της να ανέρχεται στα 2.800 περίπου εκτάρια μαζί με τους αυθαίρετους οικισμούς που είχαν δημιουργηθεί στα χρόνια του Εμφυλίου. Παράλληλα, η διαρκής ανάπτυξη του ΑΠΘ έφερνε στην πόλη νέες φοιτήτριες και φοιτητές που κατά τεκμήριο ήταν άτομα υψηλών προσόντων και έδιναν έμφαση, πέρα από τις σπουδές και την επιστήμη, στα πολιτιστικά πράγμα, όπως και στον αθλητισμό.

Βέβαια, εκείνη την εποχή, τα σπουδαία συνέβαιναν στο κέντρο της πόλης. Ό,τι συνέβαινε πέρα από τη ΧΑΝΘ από τη μία, και πέρα από την Ίωνος Δραγούμη και το λιμάνι και από την Εγνατία μέχρι την παλιά παραλία, εθεωρείτο «εκτός πόλεως», πράγμα που ακούγεται αστείο σήμερα. Πέρα από το Πανεπιστήμιο, και σίγουρα τη Διεθνή Έκθεση, όπου γεννήθηκαν δύο σπουδαίοι θεσμοί, το φεστιβάλ κινηματογράφου και το φεστιβάλ τραγουδιού, άλλες περιοχές ήταν αυτή του Λευκού Πύργου, της Αριστοτέλους και της Ερμού.

Τα πρώτα σημάδια της ανάπτυξης, η αύξηση της απασχόλησης και η είσοδος στη ζωή της οικογένειας και κυρίως των γυναικών των απελευθερωτικών συσκευών της τηλεόρασης, του πλυντηρίου, του ψυγείου και άλλων που έκαναν πιο εύκολη τη ζωή, έβγαλαν πολλές γυναίκες από το σπίτι και τον πατριαρχικό έλεγχο. Δεν έλειψαν, βέβαια, από τη Θεσσαλονίκη οι πιο σημαντικές καινοτομίες στη γυναικεία μόδα τη δεκαετία αυτή, με την εμφάνιση της μίνι φούστας και τη μεγάλη διάδοση του γυναικείου παντελονιού.

Οι γυναίκες στα τέλη της δεκαετίας του ’60 παρά τις δυσκολίες λόγω Χούντας ήταν πια παντού παρούσες. Στη δουλειά, στα μπιτς πάρτυ, στους συλλόγους και φορείς, στο πανεπιστήμιο, στις πρώτες επιχειρήσεις υπό γυναικεία διεύθυνση. Στο σινεμά, με τις γνωστές Θεσσαλονικιές Ζωή Λάσκαρη και Τζένη Καρέζη να συγκινούν τα πλήθη, με τις ποιήτριες της αποκαλούμενης Γενιάς του 1960, με τη Ρούλα Αλαβέρα, τη Μαρία Καραγιάννη και τη Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, με αθλήτριες υψηλών επιδόσεων.

Έξω από την Έλλαδα τα γεγονότα ήταν καταιγιστικά. Η μεταπολεμική εποχή ανήκει στις γυναίκες. Η αυξημένη πρόσβαση όλο και περισσότερων γυναικών στην τεχνολογία, η ενεργός συμμετοχή τους στην οικονομική ζωή και μετά την μεταπολίτευση η γενίκευση των απαιτήσεων για αυξημένη συμμετοχή τους στα κοινά και στη διαδικασία της λήψης αποφάσεων, άλλαξαν το τοπίο και έφεραν και νομοθετικές ρυθμίσεις πολύ σημαντικές. Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 σημαδεύτηκε από μεγάλες κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές, κινήματα πολιτικά, αλλά και νέα ρεύματα στη σκέψη και στην τέχνη, ακόμα και στη μόδα σε όλο τον δυτικό κόσμο.

Ο Γαλλικός Μάης, η Άνοιξη της Πράγας, οι διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Σεξουαλική απελευθέρωση, το χάπι, η ζωντάνια του ροκ εντ ρολ, η αμφισβήτηση και ο αντικομφορμισμός σε όλο τους το μεγαλείο. Μακριά μαλλιά, ντύσιμο των χίπις, αντισυμβατικές συμπεριφορές. Όλα αυτά άλλαξαν δραματικά και με θετικό πρόσημο για τη θέση της γυναίκας. Χαρακτηριστικό της μόδας ήταν η απελευθέρωσή της από παλιές φόρμες, και ταμπού.

Η Αμερική βρίσκει τη μούσα της στο πρόσωπο της Jackie Kennedy και επιβάλλει ένα στυλ κλασσικής κομψότητας, με φορέματα ως το γόνατο, σε γραμμή Α με γεωμετρικά σχέδια. Η Audrey Hepburn, όμως, είναι αυτή που θα κάνει μύθο το μικρό μαύρο φόρεμα μέσω της συμμετοχής της στην ταινία Πρόγευμα στο Τίφανις.

Μας χωρίζει πια μισός αιώνας από το 1969, χρονιά που ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι. Εκείνη η Θεσσαλονίκη είναι πια μια μακρινή ανάμνηση για όσες και όσους την έζησαν και είναι σήμερα στη ζωή. Ήταν, όμως, μια εποχή ρομαντική, πολύχρωμη και γεμάτη αναβρασμό και αλλαγές για τη γυναίκα