Στα καθιερωμένα ετήσια βραβεία της Εταιρείας Συγγραφέων, που φέτος παρουσιάστηκαν κατά την εορταστική εκδήλωση των 35 χρόνων λειτουργίας της, το βραβείο «Γιάννη Βαρβέρη» απονεμήθηκε στον 21χρονο ποιητή Ενο Αγκόλλι για τη συλλογή του «Ποιητικό αίτιο» (εκδ. Εντευκτήριο).

Στο τεύχος 57 του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ (Σεπτέμβριος 2016)  ο Ένο Αγκόλλι μίλησε με την Αλεξία Τζιώνα για ποίηση και φιλοσοφία, διαλεκτική και διαφωτισμό, αλλά και για την Κορυτσά, την Θεσσαλονίκη, το Σικάγο.

Διαβάστε την συνέντευξη στην συνέχεια:

Η ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιητικό Αίτιο (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015) αποτελεί μια καλή αιτία να γνωρίσουμε τον Ένο Αγκόλλι. Γεννήθηκε το 1994 στην Κορυτσά και τρία χρόνια αργότερα ήρθε με τους γονείς του στη Θεσσαλονίκη, όπου και μεγάλωσε. Έχει σπουδάσει αναλυτική φιλοσοφία στο Σικάγο και στο Κέιμπριτζ.

Τα ποιήματά του εξετάζουν το θέμα του προαιώνιου διλήμματος της απώλειας. Θυμίζουν ημερολογιακές αναζητήσεις και καταγραφές ενός ανθρώπου που αποτυπώνει την εμπειρία της ενηλικίωσης του σε μια ποιητική συλλογή. Οι φίλοι, η μητρική φιγούρα, ο έρωτες και τέλος η απώλεια, συνθέτουν μια σειρά από αυτοαναφορικά ποιήματα που «συνδιαλέγονται μεταξύ τους.

Η πρώτη του αυτή ποιητική συλλογή εκπλήσσει ευχάριστα τον αναγνώστη καθώς ο Ένο καταφέρνει να δημιουργήσει τελικά ένα εξωστρεφές και κοσμοπολίτικο έργο με τη γλωσσική του πολυμορφία και την εναλλαγή ποίησης και πεζών.   

Poiitiko-aitio

Κορυτσά, Θεσσαλονίκη, Σικάγο, Κέιμπριτζ. Τέσσερις πόλεις σταθμοί που συνετέλεσαν στην ενηλικίωση σου, κάτι που φαίνεται και μέσα από τα ποιήματα σου. Ποιος είναι ο Ένο Αγκόλλι;

Ο Ένο Αγκόλλι δεν ξέρω ποιος είναι. Αυτήν την κρίση την αφήνω συνήθως στους άλλους. Ίσως μερικές υπόνοιες μπορεί να δώσει αυτό το ποίημα:

 

Εκείνες τις νύχτες
οπότε φυτρώνει στο λαιμό
ο κλοιός της μοναξιάς

ωσάν εξ αγχιστείας λώρος
των ανθρώπων σου,

είσαι – όπως λες –
εκείνοι

ή μήπως είσαι το γινόμενο
των κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση
απωλειών

τους;

Θέλω όμως να πω δυο λόγια για τις αγαπημένες μου αυτές πόλεις. Γενικά, τις πόλεις τις αγαπώ – το θορυβώδες περιβάλλον τους, τους ψιθύρους, τα αστικά τους θαύματα. Την Κορυτσά δεν την ξέρω καλά, δεδομένου ότι έζησα εκεί μια περίοδο της ζωής μου η οποία έχει χαθεί αμετάκλητα στην αμνησία κι έκτοτε οι επισκέψεις μου εκεί έχουν υπάρξει μόνο σποραδικές κι επεισοδιακές. Η κατάσταση αυτή ωστόσο είναι ευτυχής. Η μπαλωμένη μου εντύπωση της Κορυτσάς έχει παραδώσει αυτήν την μικρή πόλη των Δειναρικών Άλπεων καθ’ ολοκληρίαν στο φαντασιακό.

Οι άλλες τρεις πόλεις είναι πιο πραγματικές. Η Θεσσαλονίκη είναι χωρίς αμφιβολία η πατρίδα μου, εκεί όπου ζω πιο αυθεντικά, όπου είναι παλιότεροι φίλοι μου, η οικογένειά μου, η παιδεία μου. Το Σικάγο και το Κέιμπριτζ αποτελούν τίποτα παραπάνω από παροδικές πατρίδες, αναλώσιμες, ψεύτικες με κάποιον τρόπο λόγω της παροδικότητας, τόποι διαμόρφωσης, ερωτικής απελευθέρωσης, σωματικής απελευθέρωσης – ενδοχώρες όπου ωρίμασα και ξόδεψα τον εαυτό μου. Νομίζω ότι ξέρω, τώρα που το σκέφτομαι, με ποιον τρόπο είναι ψεύτικες: όλη τους υπόσταση, μετά το πέρας του καιρού, θα είναι μονάχα ένα θέατρο για την ποίησή μου, λες και υπάρχουν μόνο για μένα, μόνο για μια ντουζίνα ποιήματα.

Σχεδόν από την ηλικία των 10 γράφεις ποιήματα. Μάλιστα έχεις κερδίσει σε μαθητικούς διαγωνισμούς ενώ στη συνέχεια διακρίθηκες και σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Τι είναι αυτό που σε ώθησε στην ποίηση;

Θα μπορούσα να δώσω απαντήσεις που έχω αναλογιστεί κατά καιρούς σχετικά με το ερώτημα. Από το μυαλό μου έχουν περάσει εξηγήσεις λίγο πολύ δραματικές – όπως η μετανάστευση στην Ελλάδα και τα πρώτα μου χρόνια εδώ, ή η ευαίσθητη ή «νευρωτική» μου φύση, όπως θα την χαρακτήριζε ο Προυστ, ή μια δασκάλα στο Δημοτικό που με σαγήνευσε αναλύοντας τις παρηχήσεις ενός δημοτικού τραγουδιού – αλλά και «επιστημονικίζουσες» – όπως η ποιητικότητα της ελληνικής γλώσσας.

Αλλά δε θέλω να ενθαρρύνω αυτήν την επίπλαστη εικόνα που δημιουργείται για τον ποιητή. Θυμάμαι ένα επεισόδιο στην Δ’ Δημοτικού, περίπου δέκα χρονών: η δασκάλα που μάς έκανε μουσική μάς ζήτησε να παρουσιάσουμε τους εαυτούς μας για να μάς γνωρίσει, καθώς ήταν η πρώτη εβδομάδα μαθημάτων. Τα τυπικά: όνομα, επίθετο, καταγωγή, αγαπημένο μάθημα, μελλοντικό επάγγελμα. Κι ενώ πλησίαζε η σειρά μου, αγνωνιούσα για το τελευταίο – γύρω μου μπαλαρίνες, πολιτικοί, αστροναύτες, επιστήμονες. Ε, λοιπόν πρωτοτύπησα και είπα «ποιητής». Κάπως, έτσι άρχισα – υπόκωφα, αυθαίρετα κι αυτόβουλα.

Τα κείμενα σου συνδέονται με ένα κεντρικό θέμα, αυτό της απώλειας, το οποίο διατρέχει και την ποιητική συλλογή «Ποιητικό Αίτιο». Γιατί το θέμα της απώλειας εμφανίζεται τόσο έντονα στο έργο σου;

Θεωρώ ότι ώς τώρα έχω αποκτήσει μια αξιοπρεπή εποπτεία των μείζονων σχολών σκέψης ανά τον κόσμο. Αν έπρεπε, λοιπόν, να διακρίνω μια βασική θεωρητική αρχή, ένα θεματικό άξονα-λαιτμοτίφ από τον οποίο εμφορούνται τα περισσότερα απ’ αυτά θα έλεγα ότι είναι η απώλεια. Το ζήτημα της απώλειας. Δεν πρόκειται δηλαδή τόσο για θεματικό άξονα, αλλά περίσσότερο για μια μάζα παρόμοιων προβλημάτων που εκτείνονται από τα θεωρητικότατα ύψη της αφηρημένης σκέψης ώς τη γήινη, πρακτική μας υπόσταση. Είναι μια μάζα προλημάτων που αντιμετωπίζουμε κάθε δευτερόλεπτο: εσείς κι εγώ περνάμε, χανόμαστε προς τα πίσω, προς το χθες σαν να μας παίρνει ένας ακατανίκητος άνεμος.

Και το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρουμε, δεν έχουμε κανένα σταθερό κριτήριο με βάση το οποίο μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είμαστε ο ίδιος άνθρωπος που υπήρξε ένα δευτερόλεπτο πριν. Κατά βάθος, η μάζα προβλημάτων που αποκαλώ «απώλεια» είναι είναι συνυφασμένο με το πρόβλημα της διαχρονικής μας ταυτότητας.

10268478_10202699467446879_2669485111007143939_n

Οι γλωσσικές σου επιλογές ξεχωρίζουν στα ποιήματα σου. Λέξεις προσεκτικά τοποθετημένες, γλώσσες που εναλλάσσονται και έννοιες κοσμοπολίτικες δημιουργούν ένα έργα εξωστρεφές και πολυπολιτισμικό. Τα βιώματα σου συνετέλεσαν σε αυτό;

Σας παραχωρώ αυτή τη συνέντευξη από μια πόλη που λέγεται «Νατάλ» στη βορειονατολική Βραζιλία, όπου αναγκάζομαι να μιλώ πορτογαλικά σχεδόν κάθε στιγμή διότι ελάχιστοι από τους κατοίκους γνωρίζουν αγγλικά. Φυσικά, όπως καταλαβαίνετε, αυτές οι εμπειρίες και τα αντίστοιχα αναγνώσματα θα βρουν το δρόμου τους στα γραπτά μου. Όπως και οι οι εμπειρίες μου από την πρώτη πατρίδα μου και το σπίτι μου, που έλαβαν χώρα στα εξ ολοκλήρου αλβανικά. Όπως και οι αγγλικές μου εμπειρίες και τα αναγνώσματα, κ.ο.κ.

Μου αρέσει να λέω ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μια περιορισμένη και αρκετά πτωχευμένη θεώρηση της έκτασης που κυριαρχεί η γλώσσα. Θεωρούμε, δηλαδή, ότι τη γλώσσα την ομιλούμε, τη γράφουμε, και πάνω-κάτω μέχρι εκεί. Δε σκεφτόμαστε, οι περισσότεροι, ότι η ζωή μας όλη είναι βουτηγμένη στη γλώσσα: θέλω να πω, ζούμε στη γλώσσα. Το αν ζούμε σε μια ή άλλη γλώσσα, το αν οι περιστάσεις έχουν δημιουργήσει για εμένα την ανάγκη να ζω σε πορτογαλικά ή αγγλικά ή ελληνικά είναι θέμα απολύτως επιφανειακό και ως τέτοιο το αντιμετωπίζω. Το βαθύ θέμα πάντα είναι η γλώσσα.

Στα ποιήματα σου συνυπάρχουν με άμεσες ή έμμεσες αναφορές σε συγκεκριμένα έργα τους, ο Μαρσέλ Προυστ, ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, ο Τόμας Ελιοτ, ή ο Νίτσε. Με ποιον τρόπο σε έχουν επηρεάσει οι συγκεκριμένες προσωπικότητες;

Ο Έλλιοτ, όπως και άλλοι ποιητές που δεν εμφανίζονται ως επιρροές στα δικά μου γραπτά, με έχουν επηρεάσει με έναν ευρύ τρόπο μόνο: μου άνοιξαν τα μάτια στην πολυεδρικότητα της ποίησης και επομένως να αποκτήσω μια κάποια συναίσθηση σχετικά με το πώς θα μπορούσα να τοποθετηθώ σε αυτό το στερέωμα.

O Νίτσε σίγουρα δεν είναι ποιητής και δε με επηρέασε ως τέτοιος. Ο Νίτσε με επηρέασε μόνο ως προς κάποιες αρχικές, ορμέμφυτες αποδράσεις στην ποιητική θέαση του κόσμου. Δηλαδή, ψυχολογικά.

Οι μεγαλύτερες έμμεσες επιρροές φυσικά αντλούν από τους Προυστ και Βίτγκενστάιν. Στον Προυστ οφείλω τον ιλαρό μακροπερίοδο λόγο που ίσως έχετε διαπιστώσει ήδη, αλλά κατά βάση την πίστη – σε πρώτη φάση – στην ισχύ του πεζού λόγου. Λέω σε πρώτη φάση, γιατί πρόκειται για πίστη μόνο κατ’ επίφαση. Υποψιάζομαι ότι πρόκειται μάλλον για μια συνειδητοποίηση, σχεδόν αλλά όχι ακριβώς παραδοχή, του αναπόφευκτου της πρόζας ακόμη και στον ποιητικό λόγο. Στο «Ποιητικό Αίτιο» υπάρχουν αρκετά πεζά ή πεζόμορφα κείμενα, και μάλιστα εμφανίζονται με μια προσεγμένη κανονικότητα. Αυτά τα πεζά ήταν όντως αναπόφευκτα – δε θα μπορούσα να φανταστώ σήμερα μια ποιητική γραφή (δική μου, τουλάχιστον) χωρίς έναν τέτοιον υβριδισμό. Τα είδη έχουν πεθάνει προ πολλού. Στον Βίτκγενστάιν, από την άλλη, οφείλω τη φιλοσοφική μου ενηλικίωση και, στο βαθμό που η φιλοσοφική μου σκευή αποτελεί την πλέον αποφασιστική επίδραση στην ποίησή μου, την ποιητική μου ενηλικίωση. Ο Βίτγκενστάιν πολύ απλά με προσγείωσε, με ταπείνωσε (με τη χριστιανική έννοια) γιατί μου  έδειξε ότι ό,τι μετράει είναι πέρα από τη γλωσσική μας σύλληψη. Η ποίησή μου είναι καθολικά μια προσπάθεια να προσεγγίσω ίσως αυτά τα πράγματα, και μια υπενθύμιση τού μάντρα του:

Wovon man nicht sprechen kann, darüber muss man schweigen.

Πότε είναι σπουδαίο ένα ποίημα;

Όταν είναι επίκαιρο, χωρίς να είναι ιστορικό.

Στον καινούριο ψηφιακό κόσμο η δημιουργία εν γένει έχει διαφοροποιηθεί. Όσον αφορά την ποίηση και τη φιλοσοφία ισχύει αυτό; Εσύ είσαι ενεργός χρήστης των μέσων δικτύωσης και τα χρησιμοποιείς για να προβάλλεις το έργο σου;

Στη φιλοσοφία δε νομίζω ότι έχουν συντελεστεί σημαντικές αλλαγές. Πέρα από τη διευκόλυνση στην πρόσβαση άρθρων και ίσως συζητήσεων μέσω του φέισμπουκ ή άλλων διαδικτύων σχετικών με το αντικείμενο, τα πράγματα είναι περίπου όπως ήταν πριν την έλευση του Internet.

Στην ποίηση νομίζω ότι ο αντίκτυπος είναι μεγαλύτερος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ποίηση υπήρξε πάντοτε πιο «μαζική», πιο «ποπ» (πάντα σε σύγκριση με τη φιλοσοφία), με την έννοια ότι υπήρξε πάντα όχι μόνο πιο προσβάσιμη στο ευρύτερο κοινό, αλλά και φύσει κτήμα και κοινός τόπος του κοινού. Καλή ποίηση συμβαίνει – μετά βεβαιότητας – σε μπλογκ, σε μπλοκάκια, σε μια παρέα, στο νου κάποιου που καπνίζει νωχελικά ένα τσιγάρο. Δεν ισχύει το ίδιο με τη φιλοσοφία, ειδικά όπως η φιλοσοφία έχει εξελιχθεί στις μέρες μας.

Επομένως, το διαδίκτυο, στο βαθμό που διευκολύνει τη μαζική πρόσβαση και συμμετοχή, έχει αναζωπυρώσει την ποίηση. Και δεν αποτελώ εξαίρεση. Ξεκίνησα να γράφω πιο σοβαρά και πιο συστηματικά όταν αποφάσισα να δημιουργήσω το προσωπικό μου μπλογκ, στη γραφική διεύθυνση doctoragolli.tumblr.com, όταν ήμουν δεκαπτά χρονών. Η πλειονότητα των κειμένων που αποτελούν σήμερα το «Ποιητικό Αίτιο» προήλθαν απο εκεί. Κι εκεί εξακολουθώ να γράφω, πιο σπάνια, πλέον, ωστόσο.

Οι νέοι διαβάζουν ποίηση; Επιλέγουν την ποίηση για να στοχαστούν, να ανακουφιστούν και να γαληνέψουν;

Θα εικάσω ότι πολλοί νέοι – μιλώ για του νέους της Ελλάδας – είναι εκπληκτικά ποιητικοί. Με αυτό εννοώ ότι έχουν μια ποιητική διάθεση, μια φιλική στάση όχι μόνο προς την ποίηση εν γένει, αλλά κυρίως προς τη δημιουργία της ποίησης – κάτι αρκετά ξεχωριστό και σαφώς ανεξάρτητο από την ανάγνωση της ποίησης. Προσωπικά, δε θεωρώ ότι είμαι ένα εξαιρετικά διαβασμένος ποιητής. Τα αναγνώσματά μου εντοπίζονται κυρίως στον πεζό λόγο, και φυσικά στο δοκιμιακό-φιλοσοφικό. Και αυτά που είναι ποιητικά, είναι πλέον παρωχυμένα – Ελύτης, Σεφέρης, Καβάφης και οι συναφείς. Αυτό δε μου δημιούργησε, νομίζω, ποτέ πρόβλημα στην ποιητική δημιουργία, στη διάθεσή μου για ποιητική δημιουργία, και νομίζω ότι το ίδιο συμβαίνει σε πολλούς νέους – κυρίως εφήβους που ψάχνουν τη φωνή τους ποικιλοτρόπως – στον απίθανο κόσμο της μπλογκόσφαιρας.

Όσο για τα κίνητρά τους, μπορώ πάλι μόνο να εικάσω και να υπενθυμίσω ότι δεν αισθάνομαι βολικά με τη μυθική παρουσίαση της ποίησης ως καθοδηγούμενης από έμπνευση, από μια τάση για ηρεμία, για ψυχική ανάταση. Η ποίηση δεν είναι καθόλου εξαιρετική – την κάνουμε επειδή it feels good, επειδή μας δίνει ηδονή, επειδή γουστάρουμε.

Σπουδάζεις Αναλυτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και στο Πανεπιστήμιο του Κειμπριτζ. Πώς είναι ο φιλόσοφος του μέλλοντος;

Το ερώτημα με ενθαρρύνει για δύο λόγους: πρώτον, διότι προϋποθέτει ότι το μέλλον διαθέτει κάποιον χώρο – όσο πενιχρός κι αν είναι – για το φιλοσοφικό στοχασμό, και δεύτερον, διότι επίσης προϋποθέτει ότι η φιλοσοφική σκέψη εξελίσσεται, δηλαδή δεν έχει πεθάνει με τους αρχαίους – άντε με τον Καντ ή τον Χέγκελ ή τους υπαρξιστές για τους λιγότερο ελληνόπληκτους.

Η Αναλυτική Φιλοσοφία είναι – δεδομένων των ιστορικών συμφραζόμενων – ακόμη ένα νεογνό. Γεννήθηκε με το έργο των Φρέγκε και Ράσελ μόλις στις αρχές του προηγούμενου αιώνα κι έκτοτε έχει κυριαρχήσει τον αγγλοσαξωνικό και σκανδιναβικό κόσμο. Τα βασικά χαρακτηριστικά της Αναλυτικής Φιλοσοφίας είναι η καθαρότητα της σκέψης, η σαφήνεια, η προσήλωση στη λογική συνοχή και τη Λογική εν γένει, αλλά αυτό που πραγματικά την απογείωσε και εγγυάται την επιβίωσή της στο μέλλον είναι η ακράδαντη ιερή της συμμαχία με την επιστημονική και μαθηματική σκέψη. Σε αντίθεση με το αντίπαλο δέος της, την «Ηπειρωτική Φιλοσοφία» η οποία με τους Μαρκούζε, Αντόρνο, Ντερριντά, έχει επιδείξει συμπτώματα φορές ξεκάθαρα αντι-διαφωτιστικά και αντι-επιστημονικά, η Αναλυτική Φιλοσοφία – πιστεύω – έχει παραμείνει πιστή σε ορισμένες αρχές θεωρητικής ωριμότητας και ακεραιότητας τις οποίες θαυμάζω.

Για να απαντήσω λοιπόν πιο άμεσα, ο φιλόσοφος του μέλλοντος είναι επιστημονικός, λογικός, υπερασπιστής των αξιών του Διαφωτισμού, Αναλυτικός.

11013455_10203470488121914_1587256354377169796_n