Συνέντευξη: Αλεξία Τζιώνα

 

Η μουσική που συνθέτει κινείται σε μινιμαλιστικά μονοπάτια και, ακόμη και στις πιο σκοτεινές της στιγμές, είναι φωτεινή και σε γεμίζει ελπίδα. Η ευχέρεια του Μάνου Μυλωνάκη να παίζει πολλά και διαφορετικά όργανα χρωματίζει ξεχωριστά τους ήχους και δίνει τη δυνατότητα στον ακροατή να ταξιδέψει με τη μουσική, δημιουργώντας παράλληλα εικόνες.

manos-photo-by-Dafni-Melidou01Solfar σημαίνει ταξιδιώτης του ήλιου και είναι η νέα δισκογραφική δουλειά του Μάνου Μυλωνάκη, ο οποίος μας ταξιδεύει μέχρι την Ισλανδία, εκεί όπου ηχογραφήθηκε ο δίσκος. Ο Μάνος Μυλωνάκης μάς συστήθηκε πριν από μερικά χρόνια ως μέλος των Your Hand in Mine και από τότε έχουμε ακούσει τη μουσική του σε θεατρικές παραστάσεις αλλά και στον κινηματογράφο. Ο προηγούμενος δίσκος του, Zyklon, αποτελεί πρωτότυπη μουσική για το θεατρικό έργο του Θανάση Τριαρίδη Zyklon ή Το πεπρωμένο, σε σκηνοθεσία Γιάννη Παρασκευόπουλου, ενώ στο τελευταίο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ συμμετείχε σε δύο ταινίες, στο Χαίρε και Πιεί Ευ της Λένας Αθανασοπούλου και στο ΕΣΥ να με Θυμάσαι του Κωστή Κεκελιάδη, με δύο παλαιότερες συνθέσεις των Your Hand in Mine.

Στο υπόγειο του γραφείου του συνδυάζει τη μουσική και την αρχιτεκτονική, καθώς είναι απόφοιτος της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Α.Π.Θ. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας αρχιτέκτονας που «σχεδιάζει» μουσική. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε πιάνο και ανώτερα θεωρητικά σε πτυχιακό επίπεδο. Ασχολήθηκε ερευνητικά με την «ηχητική» αρχιτεκτονική και τον ρόλο του υποκειμενισμού στην ηχητική αντίληψη του αρχιτεκτονικού χώρου (Soundscapes, 2008).

Η νέα σας δουλειά, με τίτλο Solfar, κυκλοφόρησε πρόσφατα και έχει σχέση με το ομώνυμο άγαλμα του Jón Gunnar Árnason, που βρίσκεται στην ισλανδική πρωτεύουσα. Τι σημαίνει Sólfar και πώς προέκυψε αυτός ο δίσκος;

Η σχέση του δίσκου με το άγαλμα περιορίζεται στον κοινό τίτλο και κυρίως στην έννοια της ισλανδικής λέξης Sólfar, που σημαίνει “the sun voyager”. Είναι ο ταξιδιώτης που, μόνο με οδηγό τον ήλιο που δύει, χωρίς GPS, διασχίζει βουνά, ατελείωτα δάση, ζούγκλες και καταρράκτες, φτάνει στην ακτή, κατασκευάζει μία βάρκα και αναζητά τη χαμένη πατρίδα που (νομίζει ότι) έχει. Αυτή η αφελής, αλλά ενθουσιώδης, αναζήτηση οικειότητας σε ανεξερεύνητες περιοχές, που κάποιες φορές την έχεις ανάγκη…

Το άγαλμα που συνάντησα, περπατώντας τυχαία εκείνη τη μέρα στο λιμάνι του Reykjavik, μετά την ηχογράφηση στο studio του Viktor, μου θύμισε ακριβώς το πώς ένιωσα ηχογραφώντας την πρώτη μου σόλο δουλειά, με όργανα που δεν τα έχω σπουδάσει (κουαρτέτο εγχόρδων), τόσο μακριά από το σπίτι μου και με άγνωστους συνεργάτες. Πέρα από το ότι η ηχογράφηση ενός δίσκου στην Ισλανδία, χώρα της οποίας τη μουσική και τους μουσικούς θαυμάζω τόσο πολύ, ζούσε μέσα μου ως όνειρο από παλιά, η κατασκευή μίας συνθήκης που θα με έβγαζε από το “καβούκι” μου, είναι κάτι που συχνά μου αρέσει να κάνω όταν χρειάζομαι ανανέωση ή έμπνευση.

Ο δίσκος αποτελεί προσωπική σας παραγωγή. Είναι καλύτερο ο καλλιτέχνης να έχει τον πλήρη έλεγχο της δουλειάς του ή τελικά «τρώει χρόνο» από το δημιουργικό κομμάτι της παραγωγής του δίσκου;

Ο πλήρης έλεγχος μίας δισκογραφικής παραγωγής από τις πρώτες ιδέες της σύνθεσης μέχρι την ηχογράφηση, τη μίξη, το artwork και τη συναυλιακή παρουσίαση, είναι κάτι πολύ γνώριμο σε μένα, αυτονόητη πρακτική και από τις πρώτες δισκογραφικές δουλειές με τους Your Hand in Mine. Όμως, αυτό δεν γινόταν πάντα από επιλογή, και, σύμφωνα με τις εμπειρίες μου, θα μπορούσα να δίνω κάθε μέρα διαφορετικές απάντήσεις στην ερώτησή σου για το πότε τελικά “απλά χάνεις χρόνο”.

Ασφαλώς, και θεωρητικά υπάρχει μεγαλύτερη ομοιογένεια όταν ο καλλιτέχνης βρίσκεται πάντα στο “τιμόνι” της άμαξας, όμως υπάρχουν φορές που μπορείς να βρεθείς σε αδιέξοδο, ή να χάσεις τον δρόμο σου ή την ευκαιρία για μια πολύ όμορφη διαδρομή, όταν κλείνεσαι στον εαυτό σου. Υπάρχουν επίσης κομμάτια της παραγωγής που ο συνθέτης δεν θα μπορούσε εκ φύσεως να τα κάνει σωστά, όπως π.χ. το mastering, η προώθηση ή η διανομή.

Από την άλλη, μπορεί η επιλογή κάποιου ακατάλληλου συνεργάτη να σε πάει τόσο πίσω, ώστε να ήταν προτιμότερο εκατομμύρια φορές να έκανες τη δουλειά του από την αρχή μόνος σου. Νομίζω, στην περίπτωση της χώρας μας και για το συγκεκριμένο είδος μουσικής, με το μικρό target group και το ελάχιστο δυναμικό επαγγελματιών στον χώρο, από το οποίο καλείσαι να επιλέξεις τους κατάλληλους, η απάντηση θα είναι για πάντα δύσκολη και αβέβαιη. Εύχομαι πραγματικά κάποια στιγμή να αλλάξει αυτό.

Τι σας τράβηξε στην αρχιτεκτονική και τι στη μουσική; Πώς συνδέονται, τι τις χωρίζει και πώς μπορούν να συνδυαστούν;

Η ευχέρειά μου στο σχέδιο αλλά και η αγάπη για την καλή αισθητική, την οργάνωση και το design με έστρεψαν την αρχιτεκτονική και με έκαναν να μη μετανιώσω ποτέ για τις σπουδές μου. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ως φοιτητής να σκέφτομαι πόσο ευτυχισμένος είμαι που δεν σπουδάζω οτιδήποτε άλλο! Για το ίδιο το αντικείμενο των σπουδών, τα ταξίδια, αλλά κυρίως για την επαφή μου με πολύ ενδιαφέροντες ανθρώπους.

Στη μουσική με έσπρωξαν οι γονείς μου. Μαθήματα πιάνου στο ωδείο, από τα 6 μέχρι τα 24, πτυχίο αρμονίας και θεωρητικά. Εκεί είχα την επίσης φοβερή τύχη να μην πιεστώ να τελειώσω το πιάνο, κράτησα όσες γνώσεις ήθελα, επιλεκτικά, καθώς ήξερα (λόγω αρχιτεκτονικής) ότι δεν με ενδιαφέρει να γίνω επαγγελματίας πιανίστας. Έτσι νιώθω ότι προστάτευσα, κατά μία έννοια, την αγάπη μου για το όργανο (και τη μουσική γενικότερα).

Κάπου μετά τα 20, είδα με έναν μαγικό τρόπο αυτά τα δύο να συνεργάζονται. Δεν γνωρίζω αν είναι η αρχιτεκτονική που σου βάζει το μικρόβιο της θετικο-καλλιτεχνικής σκέψης ή η μουσική που εισάγει τον παράγοντα του χρόνου, στην οργάνωση μιας δομής, πάντως νιώθω καθημερινά ότι χωρίς το ένα δεν θα μπορούσα να κάνω το άλλο. Και σε επίπεδο εγκεφαλικής λειτουργίας, αλλά και σε επίπεδο βιοπορισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι στο υπόγειο (σχεδόν στα θεμέλια) του αρχιτεκτονικού μου γραφείου υπάρχει το μουσικό μου studio. Ελπίζω έτσι πάντα το ένα να “στηρίζει” το άλλο.

manos-photo-by-Minos-Alchanatis

Έχετε εμφανιστεί σε πολλούς και διαφορετικούς χώρους. Δεδομένης και της επαγγελματικής σας ιδιότητας ως αρχιτέκτονα, μπορεί ένας χώρος να σας επηρεάσει και πώς;

Από επιστημονική σκοπιά, η τομή μουσικής και αρχιτεκτονικής βρίσκεται στην ακουστική. Έχω πάρει κάποια μαθήματα ακουστικής στο πανεπιστήμιο και έγραψα την ερευνητική μου εργασία με θέμα την “ηχητική αρχιτεκτονική”. Πώς δηλαδή η διαμόρφωση μιας χωρικής εμπειρίας έχει να κάνει με τα ηχητικά χαρακτηριστικά του χώρου, τα υλικά, τη γεωμετρία του, αλλά κυρίως με τη μελέτη της ηχητικής προσδοκίας του χρήστη του χώρου ως εργαλείο σχεδιασμού του.

Στην περίπτωση μιας συναυλίας, θα έχουμε για πάντα την αντίστροφη διαδικασία: Ο χώρος και ο χρήστης “δίνονται” και εμείς προσθέτουμε τη μουσική. Σε ένα τετράγωνο γυάλινο κτίριο, για παράδειγμα, είναι εγκληματικό να έχεις πολύ δυνατά τις πολύ χαμηλές συχνότητες… εκτός αν αποσκοπείς στη δυσφορία του κοινού! Στην κλασική συνθήκη ενός live (υπάρχουσες συνθέσεις σε συγκεκριμένο χώρο) μπορούν να γίνουν πράγματα μόνο στο επίπεδο της ηχοληψίας. Το πολύ ενδιαφέρον όμως είναι να μπορέσεις να προβλέψεις σε επίπεδο σύνθεσης, δηλαδή να αξιοποιήσεις τα χαρακτηριστικά του χώρου στη μουσική σου. Κάτι που μπορεί να γίνει (και ίσως μόνο τότε) όταν γράφεις μουσική για το θέατρο.

Πού νιώθετε πιο άνετα, στο στούντιο, ζωντανά στη σκηνή, στο θέατρο ή στο σινεμά, όταν είστε σε μπάντα ή μόνος σας; Τι νομίζετε ότι σας ταιριάζει περισσότερο και πιο είναι το μουσικό σας όνειρο;

Έχει να κάνει με την ψυχολογική μου κατάσταση στην εκάστοτε στιγμή ή περίοδο. Υπάρχουν φορές που με γεμίζει περισσότερο να βρίσκομαι στο studio και να βλέπω το αποτέλεσμα να δημιουργείται σιγά σιγά, ή να ακούω πρώτη φορά ένα τελειωμένο κομμάτι. Υπάρχει όμως και η μαγεία της επικοινωνίας με τον κόσμο, όταν βρίσκεσαι ζωντανά σε μια σκηνή, που δεν θα την άλλαζα με τίποτα! Πιο άνετο και ελεγχόμενο περιβάλλον είναι οπωσδήποτε το studio, αλλά η άνεση δεν είναι πάντοτε αυτοσκοπός. Η διαδικασία της έκθεσης εκτός “comfort zone” έχει πολλαπλά ευεργετικά αποτελέσματα στη δουλειά μου, όπως ανέφερα και προηγουμένως.

Έχετε την ευχέρεια ως μουσικός να παίζετε διάφορα όργανα, από κιθάρες και μπάσο μέχρι γιουκαλίλι και ακορντεόν. Ποιο είναι το αγαπημένο σας και γιατί;

Νομίζω πώς το πιάνο για μένα θα είναι για πάντοτε ο “βασιλιάς” σε όλη τη συλλογή μου. Έχει πολύ να κάνει με το ότι είμαι περισσότερο καταρτισμένος σ’ αυτό απ’ ό,τι σε άλλα, οπότε και μπορώ να σκέφτομαι πιο γρήγορα εκεί. Ένα καινούριο ηχόχρωμα όμως, και ο ενθουσιασμός τού να κρατάς ένα νέο παιχνίδι ή όμορφο αντικειμενο στα χέρια σου, μπορεί να ενεργοποιήσει κάτι στο μυαλό σου και να σε οδηγήσει σε ένα άλλο είδος μουσικής, ακόμη και σε έναν διαφορετικό τρόπο να παίζεις… πιάνο! Η συλλογή μουσικών οργάνων είναι ένα ακριβό αλλά απαραίτητο χόμπι όταν γράφεις μουσική, νομίζω.

 Έχετε παίξει ζωντανά με μουσικούς όπως ο Max Richter, o Yann Tiersen και οι Tuxedomoon. Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συνθέτες ή μουσικοί; Στη μουσική που εσείς συνθέτετε, υπάρχουν αναφορές από άλλες τέχνες, όπως π.χ. η ζωγραφική, το σινεμά ή η λογοτεχνία;

Aν και η επαφή με τη μουσική του Max Richter έγινε ουσιαστικά τη μέρα της κοινής συναυλίας μας (το 2007), παραμένει από τότε ένας από τους αγαπημένους μου. Σε αντίθεση με τον Tiersen, που ενώ τον θαύμαζα για χρόνια, τη μέρα της συναυλίας επήλθε η απομυθοποίηση… Τα τελευταία χρόνια εξερευνώ τα σημεία τομής της μίνιμαλ και κλασικής μουσικής με την ηλεκτρονική, και θαυμάζω συνθέτες όπως ο Luke Howard, ο Dustin o’ Halloran, ο Olafur Arnalds…

Οι αναφορές της μουσικής μου σε άλλες τέχνες υπάρχουν είτε άμεσα, όταν, για παράδειγμα, μου ζητείται να επενδύσω μουσικά μια ταινία, θεατρική παράσταση ή περφόρμανς, είτε έμμεσα, όταν μπορεί να επηρεαστώ από έναν τρόπο γραφής, σκέψης, ή αναπαράστασης κάποιου ποιητή, γλύπτη, αρχιτέκτονα. Ένα από τα κομμάτια του Sólfar, για παράδειγμα, ξεκίνησε ως μελοποίηση ενός ποιήματος του Σκωτσέζου Edwin Morgan. Τελικά, δεν κατάφερα να αγοράσω τα δικαιώματα για τη χρήση του ποιήματος και το κομμάτι έμεινε instrumental, όμως για μένα θα υπάρχει πάντα από πίσω αυτό το μυστικό ποίημα.

θανάσης τριαρίδης

Τι σημαίνει για εσάς τέχνη; Τι σας έκανε να ασχοληθείτε με τη μουσική;

 Τέχνη για μένα είναι η αποτύπωση του υποσυνείδητου ενός ανθρώπου σε ένα μέσο. Όποιος και να είναι ο λόγος για τον οποίο γίνεται αυτό (εσωτερική ανάγκη, βιοπορισμός κτλ.), το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα θα κρίνεται πάντα υποκειμενικά για την ομορφιά του.

Με τη μουσική ασχολήθηκα δημιουργικά από τα εφηβικά μου χρόνια, όταν η περιέργειά μου για τα καινούρια μουσικά όργανα που ανακάλυπτα τότε (κιθάρα, μπάσο, υπολογιστής) συγχρονίστηκε με κάποιες κυκλοφορίες-σταθμούς, συναυλίες, συγκεκριμένες παρέες, συζητήσεις, όνειρα κτλ., όπως γίνεται λίγο-πολύ σε όλους τους εφήβους.

Αν γράφατε το soundrack για μια ταινία που θα αφορούσε τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη, τι ήχους και μουσικό ύφος θα επιλέγατε;

Θα ακουγόταν μάλλον σαν το κούρδισμα μιας ορχήστρας με πολλά διαφορετικά όργανα, που δεν καταφέρνει ποτέ να κουρδιστεί γιατί ο καθένας θα έχει τη δική του άποψη για το “λα”.

Ποια είναι τα σχέδια σας για το μέλλον;

Θα ήθελα να διατηρήσω την ευελιξία μου να εργάζομαι από όποιο πόστο μπορώ, είτε αυτό του αρχιτέκτονα είτε του συνθέτη. Επειδή το έδαφος στην Ελλάδα δεν μοιάζει γόνιμο για τίποτε από τα δύο, ψάχνω την περίπτωση να μεταφερθώ προς τα έξω… Οφείλουμε να είμαστε προσαρμοστικοί! Ευελπιστώ να παρουσιάσω το καλοκαίρι τη νέα μου κυκλοφορία, το Sólfar, σε συναυλίες σε κάποιες πόλεις της Ελλάδας, και το φθινόπωρο να ξεκινήσει ένας νέος δημιουργικός κύκλος.