ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ // τεύχος 66

Γράφει η Θούλη Μισιρλόγλου

 

Αλέξανδρος Ιόλας « Η κληρονομιά»

Αλέξανδρος Ιόλας (1908-1987): αντισυμβατικός, παθιασμένος, λάτρης των πολιτισμών του κόσμου και των ξεχωριστών αντικειμένων, κυρίως όμως ο επιδραστικότερος ίσως γκαλερίστας και άνθρωπος της τέχνης από το 1950 και ως το 1980 και κορυφαίος κρίκος που συνδέει την ελληνική συμμετοχή με τα παγκόσμια εικαστικά γεγονότα του 20ού αιώνα. Όσο κι αν διαφωνήσει κανείς για επιμέρους όψεις της προσωπικότητάς του, όσο κι αν εμπιστευθεί αλληλοσυγκρουόμενες πληροφορίες, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Ιόλας έχει εγκατασταθεί στην περιοχή του μύθου. Η έκθεση με τίτλο «Αλέξανδρος Ιόλας: Η Κληρονομιά», που οργανώθηκε από και στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, τον ξαναφέρνει στην επικαιρότητα.

Αντί μιας γραμμικής αφήγησης της ζωής του και των επιτευγμάτων του, εδώ θα επιχειρήσουμε μια σπερματική, απολύτως ενδεικτική όμως, παράθεση θεμάτων, που δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει για την περίπτωση Ιόλα και τα οποία συνθέτουν ένα όχι ιδιαίτερα απλό, κοινό ή συνηθισμένο ανθρώπινο πορτρέτο.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Μια πρώτη απόχρωση του βιοτικού ύφους του Ιόλα δίνει η αφετηρία του. Κράμα πολλών διαφορετικών επιδράσεων, επιρροών και σχέσεων, ο Ιόλας ξεκινά από την αλεξανδρινή Αίγυπτο, κουβαλά όλο τον κοσμοπολιτισμό των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας, όταν, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, ξέρουμε τι σημαίνουν και πώς λειτουργούν οι ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου. Κρατά ως μόττο το πρόσταγμα του Σικελιανού, το «αύξου αεί».

«ΑΥΞΟΥ ΑΕΙ»

Αύξου αεί, grow forever, grow eternal. Σήμερα θα το μεταφράζαμε «γίνε αέναος, γίνε αιώνιος». Το μόττο αυτό δεν είναι παθητικό. Αντίθετα, προστάζει σε ατομική δράση: για μια ανάπτυξη, για μια συνεχή καλλιέργεια, που πρέπει να τείνει πάντα στην αυτοϋπέρβαση. Μέντορας του Ιόλα ο Άγγελος Σικελιανός, οι συναναστροφές του οποίου και μέρος της ζωής του ακόμη πλανώνται στην περιοχή του μύθου. Ο Νίκος Καζαντζάκης επιβεβαιώνει γράφοντας στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Μέναμε οι δυο σ’ ένα εξοχικό σπίτι, μέσα σε πευκώνα, στην άκρα της θάλασσας. Διαβάζαμε Ντάντε και Παλαιά Διαθήκη κι Όμηρο, μου απάγγελνε με τη βροντερή φωνή του στίχους δικούς του, κάναμε μακρινούς περιπάτους· ήταν οι πρώτες μέρες της γνωριμίας μας, τ’ αρραβωνιάσματα. Χαρά μεγάλη που είχα βρει έναν άνθρωπο να μην μπορεί ν’ αναπνέει παρά στο πιο αψηλό πάτωμα της επιθυμίας. Γκρεμίζαμε και δημιουργούσαμε τον κόσμο, ήμασταν και οι δυο σίγουροι πως η ψυχή είναι παντοδύναμη (…)». Το ίδιο έμαθε και πίστεψε και ο Ιόλας.

ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Ακόμη κι αν ο Ιόλας ξεκινάει από την Αλεξάνδρεια, δεν μένει όμως εκεί, ούτε στην Αθήνα του Σικελιανού, της Νelly’s  και τόσων άλλων. Συνεχίζει στο Βερολίνο και αλλού για μικρά διαστήματα χορεύοντας, για να καταλήξει μετά στη Νέα Υόρκη, στο Παρίσι, στο Μιλάνο, στη Γενεύη, στη Ρώμη. Ήδη οι τόποι αυτοί δεν είναι αφαιρετικές οντότητες, μετέωρες μέσα στο χρόνο, αλλά χαρακτηρίζονται από δεδομένες χρονικότητες. Η Αλεξάνδρεια του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, η Αθήνα της δεκαετίας 1920, το Βερολίνο της φασιστικής Γερμανίας, η μεταπολεμική Νέα Υόρκη, σημαίνουν και συγκεκριμένα, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, περιβάλλοντα. Η διαδρομή του παραμένει εξαιρετικά ατομική, μοναδική, εκτός των προδιαγεγραμμένων δρομολογίων των Ελλήνων της Διασποράς.

ΤΕΧΝΗ

Ο μοναδικός συνεκτικός ιστός της πορείας αυτής είναι η αδιαπραγμάτευτη επιθυμία να βρίσκεται μέσα στον κόσμο της τέχνης. Η Μαρίκα Κοτοπούλη είναι η πρώτη συγκλονιστική του εμπειρία, o de Chirico η δεύτερη. Ενδιάμεσα όμως είναι ο Jean Cocteau, o Prokofiev, o Dali, o Gershwin, ο Καβάφης, ο Μητρόπουλος, η Kyra Nijinsky, οι Rothschild, ο Balanchine, η Arden και πολλοί άλλοι. Η μεγαλύτερη ευτυχία του υπήρξε το να περιτριγυρίζεται από καλλιτέχνες, ποιητές, φιλοσόφους.

DE CHIRICO

Όταν ο χορός έχει πάψει να είναι ένα ταξίδι στο άγνωστο, ο Ιόλας συγκλονίζεται από ένα έργο του de Chirico, το οποίο βλέπει τυχαία στη βιτρίνα μιας γκαλερί. Έκτοτε γνωρίζεται με τον μεγάλο καλλιτέχνη, με τον οποίο μιλούσαν μαζί ελληνικά και του διάβαζε στο ατελιέ του αποσπάσματα από τη Βίβλο, του μάθαινε Αισχύλο και γι’ αυτόν έτρεφε απέραντο θαυμασμό.

Ο de Chirico είναι ξεχωριστή περίπτωση όχι μόνο για τον Ιόλα, αλλά και για τους Σουρεαλιστές: συμμετείχε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα στις δράσεις της ομάδας. Βαθιά συνδεδεμένος με την ουμανιστική παράδοση, σχεδόν συντηρητικός και επιφυλακτικός απέναντι σε κάθε μορφή εικονοκλαστικής πρωτοπορίας, ανέπτυξε σχέσεις πολύπλοκες μαζί τους. Το έργο του της Μεταφυσικής περιόδου του υπήρξε μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές καταβολές του υπερρεαλιστικού κινήματος. Και ο ίδιος είναι σαφώς ο μεγάλος πρόδρομος της υπερρεαλιστικής ζωγραφικής.

Ο Ιόλας, τολμώ να υποθέσω, δεν εντυπωσιάζεται από τον de Chirico ως Έλληνας της Ελλάδας, αλλά ως Έλληνας του κόσμου. Αναγνωρίζει στο έργο του την ιδιοφυή ευρηματικότητα και την έμπνευση τόσο από το παρελθόν και την παράδοση, όσο και από τη σύγχρονη πρωτοπορία. Αναγνωρίζει την ανασύνθεση της παράδοσης και την παράδοξη αναβίωση των διαφόρων πολιτισμικών περιόδων της Δύσης (αρχαιότητα, Μεσαίωνας, Αναγέννηση) μέσα σ’ ένα χώρο διαχρονικό και κατάσπαρτο από τα σύμβολα του παρόντος και του νέου τεχνοκρατικού πολιτισμού, αναγνωρίζοντας όμως ταυτόχρονα και τη δύναμη του ερωτισμού, όσο και του ανορθολογισμού.

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Ο Σουρεαλισμός, αυτή η «τελευταία ακαριαία έξαρση της ευρωπαϊκής ευφυίας», όπως είχε γράψει χαρακτηριστικά ο Walter Benjamin, υπήρξε ένα κίνημα με εξαιρετικά σύνθετη σύσταση και πορεία. Εκδηλώθηκε σαν μια επανάσταση ενάντια στην παράδοση και την άρχουσα ιδεολογία, αλλά ταυτόχρονα και σαν σύμπτωμα του αδιεξόδου της εποχής του μεσοπολέμου που έζησε τις συνέπειες των βαθύτερων ίσως ρωγμών στην πολιτισμική και κοινωνική ιστορία της Δύσης.

Ο Ιόλας κάνει μια τεράστια προσπάθεια όχι απλώς για την εμπορική εδραίωση του Σουρεαλισμού στην μεταπολεμική Αμερική, αλλά για το ουσιαστικό διακύβευμα, το οποίο είναι να φτιαχτούν νέες εικόνες και νέα όνειρα μετά την τραγική εμπειρία των πολέμων. Με άλλα λόγια, συμβάλλει ώστε να καλυφθεί το ιδεολογικό κενό και η σοβαρή «κρίση των μορφών» που βάραινε πάνω από την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της Γαλλίας και του κόσμου. Μέρος του ίδιου διακυβεύματος είναι η επιβολή της φαντασίας, η κατάλυση της λογικής ως αρχής που επιτρέπει να προσεγγίσει κανείς την τέχνη. Οι πρώτες του εκθέσεις στην Hugo Gallery αυτό ακριβώς προσπαθούν να πετύχουν, αλλά και οι μετέπειτα σχέσεις του με τους καλλιτέχνες της στενότερης ή ευρύτερης περιφέρειας του σουρεαλισμού.

ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Αν δει κανείς με προσοχή το χρονολόγιο των εκθέσεων που διοργάνωσε ο Ιόλας από το 1945 ως το 1985 χονδρικά, και το οποίο με πολύ κόπο συγκεντρώσαμε για την έκθεση, θα καταλάβει τι σημαίνει περιπέτεια. Περιπέτεια με τόσους διαφορετικούς μεταξύ τους καλλιτέχνες και προσωπικότητες, περιπέτεια σε τόσο διαφορετικά περιβάλλοντα όσο είναι η Νέα Υόρκη, το Παρίσι, το Μιλάνο, η Ρώμη, η Μαδρίτη, η Αθήνα. Από τον de Chirico στον Man Ray, από τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα στον Victor Brauner και τον Τάκι, από τον Calder στον Jean Tinguely, από τον Magritte στον Pino Pascali και τον Martial Raysse, από τον Modigliani στον Warhol, η διαδρομή που διένυσε ο Ιόλας μέσα στον καλλιτεχνικό χώρο, δεν αποτυπώνει μόνο υποκειμενικές προτιμήσεις, αλλά και ένα οξύ βλέμμα, διαρκώς ανοιχτό στην καλλιτεχνική έκφραση. Ειδικά στις δεκαετίες 1960 και 1970, οι αναρίθμητες εκθέσεις που παρουσίασε αποδεικνύουν την καθοριστική δράση του στο διεθνές καλλιτεχνικό περιβάλλον, αλλά και την υποστήριξη από μέρους του της νέας καλλιτεχνικής έκφρασης. Επίσης, τις συνεργασίες του σε διεθνές επίπεδο με άλλες γκαλερί, όπως ήταν και η περίπτωση της Γκαλερί Ζουμπουλάκη στην Αθήνα, η οποία ήταν η πρώτη και πιο συστηματική σχέση με γκαλερί στην ελληνική επικράτεια. Στα κλισέ που χαρακτηρίζουν τον υστερόχρονο λόγο για τον Ιόλα είναι ότι είναι αυτός που ανακάλυψε τον Andy Warhol, γεγονός που είναι αλήθεια, πόσο μάλλον ότι τους συνέδεσε μια βαθιά τριαντάχρονη φιλία, ωστόσο στα ίδια κλισέ δεν έχει ενσωματωθεί ακόμη ότι «ανακάλυψε», εμπιστεύθηκε δηλαδή και ένα πλήθος άλλων καλλιτεχνών, που επίσης καθόρισαν την ιστορία της τέχνης του 20ού αιώνα. Παράδειγμα μόνο ο Yves Klein.

Ο ρυθμός με τον οποίο κινήθηκε εκθεσιακά δεν είχε προηγούμενο και δεν έχει καν τόσους επιγόνους. Η ίδια η εξακτίνωση της δράσης του σε τόσα καλλιτεχνικά κέντρα ταυτόχρονα δεν είχε προηγούμενο και αυτό ήταν από τις πρωτοπόρες κινήσεις του, να ιδρύσει ταυτόχρονα πολλές γκαλερί ανά τον κόσμο, που τον διέκριναν από όλους τους υπόλοιπους ως προς την δράση του.

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟ

Κομβική για την αφετηρία, αλλά και για μια νέα ερμηνεία του Ιόλα και της δράσης του, είναι η σχέση του με τον Σουρεαλισμό, τον οποίο κατά τη γνώμη μου έχει εμπεδώσει όχι μόνο ως ιστορικό κίνημα, αλλά ως τρόπο ζωής και αντίληψης. Ο Ιόλας, όπως έδειξε η ζωή και η δράση του στη συνέχεια, είχε ασυνείδητα μια ντανταϊστική προπαιδεία, αναγκαία για την πρόσληψη και του σουρεαλισμού. Με τις επιλογές και τις αντιφάσεις του, θα έλεγε κανείς, καταχρηστικά ίσως, ότι έζησε σχεδόν με τη μέθοδο του ψυχικού αυτοματισμού. Κι αυτό ασυνείδητα. Οι αντιφατικές πληροφορίες, οι μυθικές αφηγήσεις, οι αμέτρητες ανεκδοτολογικές ιστορίες που μοιραζόταν σε συνεντεύξεις, καθώς και οι άλλες που μοιράστηκαν εκ των υστέρων πολλοί ακόμη, δημιούργησαν ένα «σουρεαλιστικό» πορτρέτο του Ιόλα, ένα πορτρέτο από τον οποίο δεν λείπει το χιούμορ, ο σαρκασμός, ο αυτοσαρκασμός, τα αστεία. Ο Ιόλας δεν θα μπορούσε συνειδητά να αναλάβει τον προγραμματικό στόχο των σουρεαλιστών, να γίνει ο ίδιος η πολεμική μηχανή που θα συνέτριβε την παραδοσιακή αστική αντίληψη για την τέχνη. Συνέβαλε όμως σε ένα τέτοιο αποτέλεσμα, μέσα από τις καλλιτεχνικές επιλογές που έκανε, στη δεδομένη στιγμή που τις έκανε, όσο και μέσα από το modus vivendi του, αφήνοντας μάλιστα κι ένα μικρό χάος πίσω του.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Η πόλη της Θεσσαλονίκης είχε μια τύχη που ίσως δεν κατάλαβε εγκαίρως, ή τουλάχιστον δεν την συνειδητοποίησε στο βαθμό που θα μπορούσε. Η ίδια αυτή τύχη της Θεσσαλονίκης ήταν ατυχία της Αθήνας, όταν έχανε έναν θησαυρό που προτίθετο να της δωρίσει ο Αλέξανδρος Ιόλας. Ο δρόμος των προσωπικών σχέσεων, αρχικά με την Μάρω Λάγια, έφερε τον Ιόλα εδώ και όχι ένας θεσμικός δρόμος, πολύ πιο οργανωμένος ή καθοδηγούμενος. Και τον έφερε σε μια πόλη που δεν είχε επισκεφτεί ποτέ ξανά, μια πόλη που την αγάπησε, μεταξύ άλλων γιατί του θύμισε και την Αλεξάνδρεια.

Το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης έχει πολλούς λόγους να τιμά ξανά τον Ιόλα. Ο βασικός είναι ότι η δωρεά του πριν 40 περίπου χρόνια είναι αυτή που κατέστησε δυνατή τη δημιουργία ενός Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης στην Ελλάδα, όταν δεν υπήρχε τίποτα ανάλογο, και στη συνέχεια τη μετεξέλιξη του Κέντρου στο πρώτο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της χώρας, το οποίο ιδρύθηκε χάρη στην ιδιωτική πρωτοβουλία ενεργών πολιτών αυτής της πόλης. Σήμερα το ίδιο αυτό Μουσείο προχωρά στο επόμενο βήμα του, συνενώνοντας τις δυνάμεις του και το όραμά του με το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης για τη δημιουργία ενός ενιαίου πια, μητροπολιτικού φορέα, που θα φέρει την διακριτική επωνυμία «MOMus».

Ο ΙΟΛΑΣ ΣΗΜΕΡΑ

Βασικό μου μέλημα για την έκθεση που ετοιμάσαμε ήταν να αφηγηθούμε την ιστορία του Ιόλα όχι μόνο για το προφανές ιστορικό της ενδιαφέρον, αλλά και για να μπορέσουμε να μεταδώσουμε ένα βίωμα σημερινό. Με άλλα λόγια, το κεντρικό ερώτημα που θα ανανέωνε τη σχέση μας με την κληρονομιά του είναι «γιατί μας ενδιαφέρει ο Ιόλας σήμερα, πέραν της ιστορικής του σχέσης με την πόλη και το Μουσείο». Γιατί μας ενδιαφέρει λοιπόν; Μας ενδιαφέρει ένας άνθρωπος αταξινόμητος, ιδιοφυής και εκκεντρικός, που κατά κάποιον τρόπο δεν θα έπρεπε να αφορά τη σημερινή εποχή, η οποία είναι γενικώς αμνήμων;

Μα ειδικά ένας αταξινόμητος άνθρωπος ενδιαφέρει σήμερα. Και ειδικά ένας αταξινόμητος άνθρωπος ενδιαφέρει ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης. Άλλωστε, κόσμος με κρίση που θυμάται, που αισθάνεται και που έχει ανάγκη να ακούσει ανθρώπους πνευματικούς και περιπετειώδεις πάντα θα υπάρχει. Έτσι λοιπόν, αν συνόψιζα εξαιρετικά λακωνικά γιατί μας ενδιαφέρει σήμερα ο Ιόλας είναι γιατί μας θυμίζει τι σημαίνει περιπέτεια, τι σημαίνει τόλμη και απόλαυση, μέσα από την τέχνη, καθώς στην περίπτωσή του τέχνη και ζωή ήταν ένα πράγμα.

ΜΥΘΟΣ

Ο Ιόλας ανήκει στην περιοχή του μύθου. Αυτό όμως που έχει και σήμερα σημασία να αντιληφθούμε είναι ότι ο μύθος δεν είναι μια περίκλειστη έννοια, αλλά αντίθετα είναι εκείνη η έννοια που μας επιτρέπει, σήμερα και διαρκώς, να ανανοηματοδοτούμε τα πράγματα, ακριβώς γιατί δεν είναι μονοσήμαντα. Το ίδιο που λέει περίπου και ο Pierre Restany, ο κριτικός αυτός της τέχνης που έδωσε ξεχωριστή σημασία στην ομάδα των Νέων Ρεαλιστών της Γαλλίας, μια περιπέτεια που υποστήριξε και ο Ιόλας εξαιρετικά. Ο Ρεστανί λέει ακριβώς ότι «θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τη μυθολογία ως μια εν σπέρματι ιστορία, μέσα στην προϊστορία της ιστορίας. Οι μύθοι, στην ουσία, ακολουθούν το νήμα του χρόνου, γενιά με γενιά, και αποκτούν το νόημα που τους δίνουν οι άνθρωποι που τους ενσαρκώνουν. Για μένα ο Αλέξανδρος Ιόλας ενσαρκώνει τον ελληνικό μύθο της γενιάς μου». Και ως τέτοιο μπορούμε να τον προσεγγίζουμε ξανά και ξανά. Άλλωστε, κάθε “μύθος” μας ζει ταυτοχρόνως σε παράλληλα σύμπαντα: δικαιωμένος και αδικαίωτος, σωτήρας και καταστροφέας. Εμείς όμως είμαστε που καθρεφτιζόμαστε πάνω στους “μύθους” μας, όχι οι ίδιοι οι μύθοι.

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Ο Ιόλας, πρωτίστως μέσα από την αποκαλυπτική σχέση του με τους καλλιτέχνες, και δευτερευόντως μέσα από την προσπάθειά του να μεταστρέψει τις αισθητικές αξίες (και) της ελληνικής κοινωνίας,  μας καταθέτει μέχρι σήμερα εξαιρετικά πολλές και διαφορετικές αποχρώσεις ευαισθησίας. Ο ίδιος έκανε την τέχνη εργαλείο ζωής και αυτό σήμερα παραλαμβάνουμε ως κληρονομιά του. Κληρονομιά αυτού του ανθρώπου που έδειξε μοναδικό ενδιαφέρον για όλες τις όψεις του πολιτισμού, αρχαίου, κυρίως όμως σύγχρονου, του ανθρώπου που δεν γνώριζε όρια, όχι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά και εθνικά, του ανθρώπου που μιλούσε πολλές γλώσσες, του ανθρώπου με τις αναρίθμητες ταυτότητες. Χωρίς αυτά κατά νου δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ιστορία, παρά μόνο φιλολογία ή απλώς σχολαστικότητα. Και εδώ δεν μιλάμε μόνο για ιστορία της τέχνης, αλλά και πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική ιστορία.

Έτσι, η κληρονομιά του είναι αφενός ιστορική, αφετέρου είναι και διυποκειμενικά προσωπική, γιατί μας ξαναθυμίζει ότι η τέχνη είναι υλικό που πλάθεται μέσα από τα όνειρα, τις εμμονές, τις φαντασιώσεις και κυρίως τις συγκινήσεις.

Θούλη Μισιρλόγλου

Ιστορικός Τέχνης, Προϊστάμενη Συλλογών MOMus – Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης / Museum of Contemporary Art, και Επιμελήτρια της έκθεσης «Αλέξανδρος Ιόλας: Η Κληρονομιά».