του Ηρακλή Παπαϊωάννου

                                                                                                                                    φωτ: Ευδοξία Ράδη

Η πόλη λειτούργησε ιστορικά ως θερμοκήπιο φιλόδοξων σχεδιασμών, δεξαμενών ορατού και αόρατου πλούτου, ύφανσης λιγότερο ή περισσότερο συνεκτικών κοινοτήτων. Παράλληλα και μάλλον αναπόφευκτα, σώρευε γύρω της τόπους αμήχανους, μεταβατικούς, άδειους, που διασχίζονται πιο συχνά με ταχύτητα αυτοκινήτου, τόπους που το βλέμμα σαρώνει επιφανειακά, αγνοώντας τις εσωτερικές ζυμώσεις τους. Ο αστικός ιστός εκεί διαρρηγνύεται, φανερώνοντας γεννήτριες εντάσεων και γωνιώδεις βαθιές σκιές. Η ασυνέχεια και η δυστοπία τέτοιων τόπων εκπέμπει σήμα αδιόρατων κινδύνων, για ζωές που λανθάνουν πέρα από την εορταστική πρόσοψη της πόλης, τις μεγάλες δομές, τις λαμπρές κορυφώσεις. Καμία σύγχρονη πόλη, όμως, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο της πρόσωπο, τους τόπους εκείνους που ενώ είναι θεωρητικά ορατοί και γεωγραφικά εντοπισμένοι, παραμένουν παράξενα κενοί και ασάλευτα κρυμμένοι.

(από το ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ τχ 57)