του Γιώργου Αναστασιάδη

Σύγχρονος στοχαστής, και με ανεπτυγμένη την αίσθηση της κοινωνικής ευθύνης, σαν Ρώσος διανοούμενος του 19ου αιώνα, ο Παύλος Αλ. Ζάννας (στο εξής: Π.Α.Ζ.), γεννημένος το 1929 στη Θεσσαλονίκη, αν και έφυγε από κοντά μας γρήγορα (1989), συνέδεσε το όνομά του με το ιστορικό-πολιτιστικό προφίλ του τόπου και ειδικότερα τον κινηματογράφο και την παιδεία του (1), την αντίσταση στη Δικτατορία (2), τη γραφή και τη δημιουργική ανάγνωση (3).

  1. Σινεμά και κινηματογραφική παιδεία

Δεν είναι μόνο το ότι σφράγισε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης και δικαίως μια αίθουσα στο «Ολύμπιον» φέρει το όνομά του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 εγκαθίσταται με τη σύντροφό της ζωής του, Μίνα, στη Θεσσαλονίκη, όπου ακόμα δεν έχουν κλείσει οι πληγές που άνοιξε η ζοφερή δεκαετία του ’40.

Γράφει ο Δ. Μαρωνίτης Το Βήμα, 24.6.1990): «[…] Η δεκαετία του ’50 υπήρξε η εποχή της Δεξιάς μετά τον σπαραγμό του εμφυλίου. Η όποια Αριστερά έμεινε τότε εξορισμένη ή φιμωμένη, πάντως ακόμα στο περιθώριο και σιωπηλή ή λιγομίλητη, μόλις προς το τέλος της δεκαετίας άρχισε να σπάζει τον λογοκριμένο κλοιό της. Αυτή η βαριά σκιά έπεφτε στη Θεσσαλονίκη τότε ακόμη πιο πηχτή απ’ ό,τι στην Αθήνα, πνιγηρή και ασφυκτική.

Έτσι, ο χώρος που άνοιγε κάπως ελεύθερος για φιλελεύθερη πρωτοβουλία ανήκε δικαιωματικά στους επίγονους και στους απόγονους του παλιού βενιζελισμού […]. Αίσθηση έκανε κυρίως η ντόπια λογοτεχνία, με τάσεις μάλιστα νεωτερικές, που την επρόδιδαν περιοδικά όπως ο Κοχλίας, η Διαγώνιος, και προς τα τέλη της δεκαετίας η Κριτική του Αναγνωστάκη. Να μην ξεχάσω και τα δύο βιβλιοπωλεία (του Συρόπουλου και του Μόλχο), βέβαια και το φαρμακείο του Πεντζίκη. Οι άλλες τέχνες (ζωγραφική, μουσική, θέατρο, κινηματογράφος κτλ.) ατροφικές και απομονωμένες. Σ’ αυτό το πολιτιστικό κενό πέφτει η σύσταση της καλλιτεχνικής εταιρίας «Τέχνη», που την ίδρυσε ο Λίνος Πολίτης με μια ομάδα νέων […]. Δεξί χέρι του Πολίτη στην προσπάθεια αυτή ο Παύλος Ζάννας […]»

Ο Π.Α.Ζ., με τη συμπαράσταση ανθρώπων της πόλης και του τότε διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου, Ενρύ Ερρέτ, δημιουργεί την Κινηματογραφική Λέσχη της «Τέχνης». Οι προβολές εγκαινιάζονται στις 23 Νοεμβρίου 1955. Προβάλλονται, μέχρι το πραξικόπημα του ’67, 300 και πλέον ταινίες, αρχικά στο «Μακεδονικόν» και αργότερα στον «Αλέξανδρο» και στο «Αελλώ», και οργανώνονται, με κεντρικό μοχλό τον Π.Α.Ζ., συζητήσεις και αφιερώματα στο σοβιετικό, γαλλικό και γερμανικό σινεμά, στην κωμωδία κτλ.

Όπως θα αποκαλύψει ο Π.Α.Ζ. αργότερα (:1985): «[…] έτυχε να κάνουμε προβολή και να είναι δύο άτομα μέσα, κι αυτά έτοιμα να φύγουν […] θυμάμαι ότι όταν προβλήθηκε ο «Δράκος» του Κούνδουρου έγινε μεγάλο σκάνδαλο. Όλοι έλεγαν ότι ήταν απαράδεκτη ταινία. Κανένας δεν τη συμπαθούσε…»

Σταδιακά, χάρη και στον «επίμονο κηπουρό» της εποχής, τον Παύλο Ζάννα, έγινε κοινή συνείδηση ότι η Λέσχη είχε σημαντική προσφορά στον πολιτισμό της πόλης, διαμορφώνοντας ένα κινηματογραφικό κοινό με γνώση και ευαισθησία.

Το 1960 η Δ.Ε.Θ. κάνει αποδεκτή την πρόταση της Τέχνης (δηλ. του Π. Ζάννα) και έτσι θα διοργανωθεί ―με επιτυχία μάλλον απρόσμενη― η «πρώτη εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου».

Το 1965 ο Παύλος Ζάννας διορίζεται από την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου γενικός διευθυντής της Δ.Ε.Θ. Το 1966 διοργανώνει το πρώτο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου στην πόλη. Αυτή η δημιουργική τροχιά θα διακοπεί από την στρατιωτική δικτατορία του 1967.

2) Αντίσταση στη Δικτατορία

Στις 8 Ιουλίου 1968 ο Π.Α.Ζ. συλλαμβάνεται στην Αμμουλιανή από τα όργανα της Χούντας, για τη συμμετοχή του στην αντιστασιακή οργάνωση «Δημοκρατική Άμυνα». Ανακρίνεται στις εγκαταστάσεις των δικτατόρων, στο Γ’ Σ.Σ.

Καταδικάζεται από το έκτακτο στρατοδικείο Θεσσαλονίκης στις 6 Νοεμβρίου 1968 σε δεκάμισι χρόνια φυλάκιση (μαζί του καταδικάζονται και οι Στ. Νέστωρ, Γ. Σιπητάνος, Σ. Δέδες, Αργ. Μαλτσίδης και Κ. Πύρζας)

Ο Π.Α.Ζ. μεταφέρεται από το Τμήμα Μεταγωγών στις φυλακές Επταπυργίου και μετά (από τις 7.12.1968) στις φυλακές της Αίγινας (και από τις 8.4.1971 στις φυλακές Κορυδαλλού).

Η ποινή του Π.Α..Ζ διακόπτεται στις 24.1.1973, προς αποφυγήν «ανηκέστου βλάβης της υγείας του»

Να σημειωθεί ότι, στην προσπάθεια για την αποφυλάκισή του, εκτός από τους Έλληνες (Γ. Σεφέρης, Στρ. Τσίρκας, Δ. Μαρωνίτης κ.ά.), πρωτοστάτησαν και οι Ζ. Π. Σαρτρ, Ρίτσαρντ Μπάρτον, η Σιμόν Σινιορέ κ.ά.)

Καθρέφτης μιας εποχής από την οπτική ενός αντικομφορμιστή και ταυτόχρονα .ανθολόγιο παραθεμάτων (ακόμη και χαρακτηριστικών γελοιογραφιών του Κ. Μητρόπουλου), το Ημερολόγιο της φυλακής (2000) λειτουργεί ως πλοηγός, με επιμέλεια του γιου του Αλέξανδρου, που ανέλαβε να το εμπλουτίσει με το εξαιρετικά χρήσιμο χρονολόγιο και το ευρετήριο· είναι «μια κιβωτός μνήμης και ευθύνης» και ένα παιδαγωγικό ανάγνωσμα για το πόσο δύσκολα κατακτιέται η γνώση και για το πώς η σχέση μας με τον κόσμο πρέπει να καθοριστεί από τον στίχο του Α. Εμπειρίκου:

«Πάρε την λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου» (βλ. το θαυμάσιο κείμενο της Μ. Δούκα για τον Π.Α.Ζ στο βιβλίο της Τίποτα δεν χαρίζεται, 2016, σ. 216 επ.)

Και μια ακόμη επισήμανση σχετική με το ηχόχρωμα των δύσκολων καιρών: Ο Π.Α.Ζ. άκουγε μέσα στη φυλακή Μπετόβεν, Μίλερ, Μπραμς κτλ.

Τη συγκίνηση του αναγνώστη την κερδίζει όμως η παρακάτω καταχώριση στο ημερολόγιό του:

«8-2-71 […]

Απόψε ήρθε κάπου στην Αίγινα ένα λούνα παρκ και τα μεγάφωνά του φωνάζουν το λαό κι αναγγέλλουν τα ζώα της ζούγκλας και μας θυμίζουν τον δίσκο του Μαρκόπουλου Χρονικό, που έχει μερικά πολύ ωραία τραγούδια και καλούς στίχους, ανάμεσα στα οποία το «Περάστε κόσμε… το καφενείο η Ελλάς… οι αλυσίδες δωρεάν…κτλ.

Όμως, μόλις τελείωσε η ανακοίνωση του λούνα παρκ, τα μεγάφωνά του άρχισαν να παίζουν τα παλιά και τα πιο όμορφα ρεμπέτικα: Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου. Ανοίξαμε το παράθυρο, ακούμε τώρα το «Όμορφη Θεσσαλονίκη», μας έπιασε όλους μια απροσδιόριστη θλίψη, το πραγματικό φυλακίστικο, βουβό, μελαγχολικό παράπονο ή νοσταλγία, όλα αυτά που εκφράζονται στα καλά ρεμπέτικα.

Κάνε λιγάκι υπομονή – Φτωχό κομπολογάκι μου ― Γιατί με ξύπνησες νωρίς – Χωρίσαμε ένα πρωινό – Πάμε στο Μπαξέ Τσιφλίκι… και καημό έχω μεγάλο, δεν μπορώ να πάρω άλλο…»

 

3) Γραφή και δημιουργική ανάγνωση

(α) Αναζητώντας και αξιοποιώντας τον «χαμένο χρόνο» μέσα στη φυλακή, ο Π.Α.Ζ. μεταφράζει το πολύτομο έργο του Μ. Προυστ Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Γράφει ο ίδιος:

«Το έργο του Προυστ απέδειξε πως ακριβώς λειτουργεί η αθέλητη μνήμη […]. Μπορώ να πω ότι έτσι συχνά βγαίνουν και οι δικές μου αναμνήσεις. Αυτές που έχουν σχέση με τα περασμένα, τη Θεσσαλονίκη των παιδικών μου χρόνων κι αυτήν που έζησα για αρκετά χρόνια ώς τη δικτατορία».

(β) Ο Π.Α.Ζ. δημοσιεύει δοκίμια και άρθρα στις εφημερίδες Βήμα, Αυγή, Καθημερινή και στα περιοδικά Η Τέχνη στη Θεσσαλονίκη, Εποχές, Η Συνέχεια, Ο Πολίτης κ.ά.

Το κείμενό του «Μποτίλια στο πέλαγο» στον τόμο Νέα Κείμενα (Κέδρος 1971) θα μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και θα έχει ιδιαίτερη απήχηση σ΄ ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.

(γ) Στο βιβλίο του Π.Α.Ζ. Πετροκαλαμήθρες (Διάττων 1990, 507 σ.), ο συγγραφέας συγκέντρωνε τα καλύτερα δοκίμιά του, γραμμένα και αφιερωμένα «μ΄ έρωτα και με ταπεινοσύνη» στους μερακλήδες αναγνώστες του.

Και δεν θα διστάσει να υποστηρίξει πειστικά, ότι «[…] η ανάγνωση είναι ενίοτε πιο θετική από τη δημιουργία».

Με οδηγό αυτήν τη διαπίστωση, ο Π.Α.Ζ. παρέχει μια πυξίδα στους νέους συγγραφείς.

Συνέβη να αναφέρω στο βιβλίο μου Η Θεσσαλονίκη στις συμπληγάδες του 20ού αιώνα (2005, σ. 11 κ.επ.) το παρακάτω παράθεμα του Π.Α.Ζ:

«Όταν αποφασίσεις να συγκεντρώσεις σε τόμο παλιά σου σκόρπια δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα κείμενα, δεν μπορείς ποτέ να προβλέψεις τι σε περιμένει».

[…] Είναι η καινούργια σχέση που δημιουργείται με τα περασμένα χρόνια. […] Επιστρέφεις εκεί πίσω στα παλιά, βλέπεις τα κείμενα σου και μέσα απ’ αυτά βλέπεις τον εαυτό σου όπως ήταν τότε, μ’ άλλο πρόσωπο αλλά και μ΄ άλλα πρόσωπα και καταστάσεις γύρω σου […]. Ξεχωρίζω φράσεις, τις απομονώνω απ’ το αρχικό τους περίβλημα, δίνω ένα καινούριο ειδικό βάρος, τις δένω μεταξύ τους σ’ ένα πολύχρωμο, πολύπλοκο μωσαϊκό […], συνθέτω μια ταινία, μοντάροντας ξένα κομμάτια για να μπορέσω κάποτε να την προβάλω […]. Από τη στιγμή που τα ξεχωρίζω και τα συνδυάζω μ’ άλλα, παίρνουν μιαν άλλη όψη. Κάθε εκλογή, κάθε παράθεση είναι ταυτόχρονα και μια ερμηνεία […]».

Ας μην αφήσουμε τη λήθη να πέσει πάνω στις σκέψεις αυτού του έξοχου διανοητή.

Ας διαβάσουμε ξανά τα βιβλία και δοκίμιά του.

Ας ξαναδούμε με φρέσκια ματιά το θαυμάσιο αφιέρωμα που του έκανε το περιοδικό Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη, τον Σεπτέμβριο του ‘92 (Μ’ ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα του Π. Ζάννα, παρουσιασμένο από τον Δ. Δασκαλόπουλο, με σπάνιες φωτογραφίες και με σημαντικά κείμενα των Δ. Μαρωνίτη, Σπ. Τσακνιά, Στ. Νέστορα, Π. Πούλου και Μ. Τρικούκη).

Ας ξαναδούμε τα δύο κινηματογραφικά πορτρέτα του, με τον Λ. Ξανθόπουλο, το 1988, να καταγράφει την παρουσία του και τον Π. Βούλγαρη, το 1990, να ανιχνεύει την απουσία του.

(Βλ. αναλυτικότερα Παύλος Ζάννας, 40ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 1999)

Και ας εντρυφήσουμε περισσότερο στους τρόπους με τους οποίους αναδείκνυε ο Π.Α.Ζ. τη σχέση που τον συνδέει με την Ιστορία, τον Λόγο και την Τέχνη (γράφει π.χ. στο βιβλίο του Ιστορία της τέχνης στον «Ιβάν τον Τρομερό του Αϊζενστάιν, 1977, σ. 17 κ.επ.):

«Ο Αϊζενστάιν προσπάθησε να δει την ιστορία με μάτι νηφάλιο, θέλησε να μας δείξει πως «η ιστορία […] δεν είναι μια αναπότρεπτη μοίρα. Τα περασμένα δεν τα ορίζουμε […] ― δεν μπορούν ν’ αλλάξουν. Μπορούμε όμως να δούμε τα τωρινά μέσα από τα περασμένα ― να προσπαθήσουμε να τα εξηγήσουμε μέσα στη μεταβλητή τους κίνηση, να προσπαθήσουμε ν’ αλλάξουμε ό,τι περνά από το χέρι μας. Ν’ αλλάξουμε τη ζωή ― και να ξυπνήσουμε από τον εφιάλτη της ιστορίας».