Από το τεύχος 66 του περιοδικού ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

των Γιάννη Δ. Βανίδη (φωτογράφου)
Γιώργου Κορδομενίδη (συγγραφέα / εκδότη-διευθυντή του περιοδικού Εντευκτήριο)

Γιατί αφέθηκα στο τρομερό

και είδα

και λιποτάχτησα με τα ρούχα, τη σάρκα μου

να καίγονται

γι’ αυτό παραμιλώ όταν με πλησιάζει

πάλι

και το ξορκίζω και υπόσχομαι

να μην επαναπαύομαι

και δραπετεύω σε κήπο

αλλοτινό

εκεί να ξεχαστώ για λίγο

[«Γιατί αφέθηκα», Μυστική δίοδος, 1989]

 

Γεννήθηκε το 1936 στο Σέλι Ημαθίας. Από το 1941 ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο ΑΠΘ, όπου έκανε και μεταπτυχιακές σπουδές στο ποινικό δίκαιο. Αργότερα, πήρε δίπλωμα ζωγραφικής από την Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης. Έχει συμμετάσχει με έργα της σε εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εικονογράφησε βιβλία για παιδιά και συνεργάστηκε με το Κ.Θ.Β.Ε. ως σκηνογράφος.

Εμφανίστηκε στην ποίηση το 1973, με τη συλλογή Η κατάδυση και ο Πυθμένας. Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο υποδέχτηκε εκείνο το πρώτο της βιβλίο η οξυδερκής κριτικός Νόρα Αναγνωστάκη: «[…] η Μ.Κ. […] επέτυχε το δύσκολο έργο: χωρίς να χάσει τη φορά της κατάδυσης στη φρίκη μιας μνήμης φορτωμένης ακρωτηριασμένα αισθήματα, αντί να βρεθεί στον πάτο του πηγαδιού, βρέθηκε στον πυθμένα της γενικής καταστροφής ανάμεσα σε όλους, χωρίς να χάσει και το φορτίο της. Το πρώτο ποίημα του “Πυθμένα” (1967-1971) νομίζεις ότι είναι σελίδα από την Αποκάλυψη. Η αίσθηση της ατομικής της φρίκης είναι τόσο γνήσια και η ευαισθησία της τόσο ακονισμένη, που παίρνει μουσικές διαστάσεις συμφωνίας με το κοινό αίσθημα. Σημαντική ποιήτρια από το πρώτο της βιβλίο».

Ακολούθησαν οι συλλογές Δίδυμο όνειρο (1979), Μυστική δίοδος (1989), Συνήχηση (2004), καθώς και τα βιβλία για παιδιά Ερυθρούλης, το κόκκινο αστέρι (2004) και Ιστορία αγάπης στον βυθό, γέλια ένα σωρό (2005).

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε πολλά ελληνικά και ξένα περιοδικά, και έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά, στα αγγλικά, στα γαλλικά και στα ρουμανικά.

Η ποίησή της μπορεί να χαρακτηριστεί, κάπως σχηματικά, υπαρξιακή (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απουσιάζουν από αυτήν οι κοινωνικές ή οι ερωτικές αιχμές), και εκφράζει την ενδοσκόπηση μιας ύπαρξης που επιδιώκει την αυτογνωσία μέχρι τα όριά της. Το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει συχνά τη μοναχικότητά του μέσα σ’ έναν κόσμο «σακατεμένο, κομματιασμένο, με τρόπο ιδιαίτερα σκληρό», τερατογόνο και εφιαλτικό, χωρίς κανένα καταφύγιο, και με τον οποίο κάθε γέφυρα θετικής επαφής είναι εξ ορισμού κομμένη.

Ο λόγος της είναι στοχαστικός, έντονα ελλειπτικός, κατά τόπους φτάνει να γίνεται ―παρά τη συχνή εικονοποιΐα― κρυπτικός. Η δραματική ένταση αυτού του λόγου δεν εκφράζεται με υψηλούς τόνους αλλά με αιχμηρές εικόνες, που αρκετές φορές αποκτούν αποκαλυπτική δύναμη. Πρόκειται για έναν λόγο ουδέτερο, με την έννοια ότι «δεν εξηγεί, δεν κρίνει, δεν σχολιάζει το πραγματολογικό υλικό των κειμένων· απλώς το εκθέτει. Και ο τρόπος που το πραγματοποιεί αυτό είναι κατεξοχήν εικονιστικός. Με τα μέσα του λόγου αποδίνονται σχήματα, επιφάνειες, όγκοι, φυσικά φαινόμενα κτλ.».

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

― Νόρα Αναγνωστάκη, «Ποιητικά 1973», Χρονικό ΄73, τώρα στο Διαδρομή: Δοκίμια κριτικής (1960-1995), 1995

― Παντελής Μπουκάλας, «Εγώ λέω Καρυωτάκης…», εφημ. Η Πρώτη, 25.11.1989

― Μάριος Μαρκίδης «Το ποίημα ως μυστική δίοδος», Εντευκτήριο, τχ. 11 (1990)

― Γιώργος Αράγης, «Η δεύτερη μεταπολεμική γενιά των ποιητών της Θεσσαλονίκης (και της ευρύτερης περιοχής)», Η ποίηση της Θεσσαλονίκης στον 20ό αιώνα (πρακτικά συνεδρίου) 2003

― Α.Ζ. [Αλέξης Ζήρας], Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρόσωπα – Έργα – Ρεύματα – Όροι. Αθήνα, Πατάκης 2008