Με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Μανόλη Αναγνωστάκη (23 Ιουνίου 2005) δημοσιεύουμε ένα κείμενο του πρόσφατα χαμένου Μάκη Τρικούκη, από το τεύχος 52 ( Ιούνιος 2015) του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ MΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
του Μάκη Τρικούκη

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες ποιητικές δημιουργίες κατά την περίοδο της Κατοχής και τη μετακατοχική περίοδο. Παρά το γεγονός ότι η ποίησή του πρωτοεμφανίστηκε στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, στην οποία ο ποιητής συμμετείχε ενεργά ως ΕΠΟΝίτης, φοιτητής τότε στην Ιατρική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, τα ποιήματα που δημοσίευσε το 1943 με τον τίτλο Εποχές, γραμμένα από το 1941 έως το 1944, τίτλο τον οποίο θα χρησιμοποιήσει ―με χρονολογική πλέον ένδειξη― και στις επόμενες συλλογές του, η κριτική είχε επισημάνει ότι τα χαρακτήριζε το κλίμα κάποιας ανίας, μιας αίσθησης του χρόνου που κυλά άσκοπα και η οποία θύμιζε περισσότερο Καρυωτάκη και τη γενιά του ’20 παρά Σεφέρη και τη γενιά του ’30.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1948, ο νεαρός ποιητής συνελήφθη μαζί με πολλούς άλλους και τον επόμενο χρόνο καταδικάστηκε και φυλακίστηκε. Αποφυλακίστηκε το 1951, με την ψήφιση ευνοϊκών των μέτρων της κυβέρνησης Πλαστήρα.
Τα ποιήματα που δημοσίευσε ο Μ. Αναγνωστάκης από το 1945 έως το 1962, παρά την προφανή εξέλιξη του ποιητικού του λόγου στο διάστημα αυτό, τα χαρακτηρίζει λίγο-πολύ ενότητα γλώσσας, ύφους, ποιητικού κλίματος, και στόχευσης. Με αυτά άλλωστε διαμόρφωσε την προσωπική του ποιητική, που τον ανέδειξε σε έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου. Την εικοσαετία 1941-1962 την απαρτίζουν διάφορες εποχές, λέξη με την οποία προτιμούσε ο ποιητής να τιτλοφορεί τις ποιητικές του συλλογές (πόλεμος, κατοχή και αντίσταση, εμφύλιος, μετεμφυλιακή περίοδος), με κοινό χαρακτηριστικό όλων τη μη ομαλή εξέλιξη των πολιτικών αλλά και των κοινωνικών γεγονότων, όσο κι αν αυτό διέφερε από εποχή σε εποχή. Η εικοσαετία έκλεισε τη στιγμή που η μετεμφυλιακή Ελλάδα είχε αρχίσει να αναζητά, με ιδιαίτερη πλέον έμφαση και φυσικά μέσα από πολιτικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, μια ομαλή δημοκρατική πορεία. Αυτήν ακριβώς την πορεία θέλησε να ανακόψει η δικτατορία αργότερα.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ ΕΓΧΡΩΜΗ

Όταν το 1971 κυκλοφόρησε ο τόμος με τα ποιήματα που είχε γράψει ο Αναγνωστάκης από το 1941 μέχρι τη χρονιά εκείνη, κανείς από όσους παρακολουθούσαμε την ποίησή του με ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι κρατούσε στα χέρια του ολόκληρη πλέον την ποιητική του παραγωγή. Μόλις τον προηγούμενο χρόνο, άλλωστε, είχαμε διαβάσει στη συλλογική έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα μερικά πρόσφατα ποιήματά του, τα οποία μαζί με μερικά άλλα, επίσης πρόσφατα, περιέλαβε στην έκδοση του 1971 υπό τον κοινό τίτλο Ο Στόχος. Την έκδοση εκείνη την είχαμε δει ως ενδιάμεσο σταθμό ανάμεσα σε δυο περιόδους, όπως ήταν η προηγούμενη του 1956 και μόνον εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ότι με αυτήν είχε κλείσει η ποιητική του παραγωγή οριστικά. Ό,τι άλλωστε δημοσίευσε τα επόμενα χρόνια, όπως Το Περιθώριο ’68 – ’69 (1973), Το ΥΓ. (1983) ή ακόμη και το δοκιμιακό σχεδίασμα Μανούσος Φάσσης (1987), με το οποίο παρωδεί την ποίηση, όλα αυτά έχω την εντύπωση πως μάλλον τόνιζαν παρά διέκοπταν την ποιητική του σιωπή. Φαίνεται πως ο Αναγνωστάκης, διαπιστώνοντας ότι με τα ποιήματα του Στόχου έγραφε πλέον ποιήματα με τον τρόπο που στο παρελθόν κατηγορούσε άλλους από τις στήλες του πολύ αξιόλογου περιοδικού που εξέδιδε πριν την δικτατορία, της Κριτικής. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο ποιητής ήταν τότε μόνον 46 ετών, σε μια ηλικία που άλλοι ξεκινούν να γράφουν.

Στη συνολική ποιητική του δημιουργία είναι πολλά τα ποιήματά του στα οποία θα μπορούσε κανείς να σταθεί. Ωστόσο, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον τρόπο με τον οποίο ο Αναγνωστάκης έκανε στα χρόνια της φυλάκισής του υψηλή ποίηση μια συγκεκριμένη σκηνή, όπως η εκτέλεση ορισμένων συντρόφων του: Οι κρατούμενοι εκτελούνται τα χαράματα και ο ποιητής αγρυπνά και μαζεύει τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος ξέροντας ότι ο ίδιος δεν θα εκτελεστεί. Το ποίημά του έχει ως εξής:

Εδώ
Κάτω από την καρδιά μου
Καρφώθηκαν οι σφαίρες οι πρωινές
Μπήγονται όλο και πιο βαθιά
Τώρα
(Τώρα, σιγά σιγά, που ξημερώνει

Και θ’ ακουστεί το σφύριγμα όπου να ’ναι)
Ελάτε
Έλα εσύ Γιώργο, έλα Μιχάλη, έλα Ραούλ,
Μαζέψτε τες μια μια
Είναι δικές σας
Σήμερα το πρωί
Στις πέντε
Πριν βγει ο ήλιος
Πριν, πριν ακόμη απ’ τα καμιόνια
Τις μάζεψα για σας
Και τώρα
Ξερίζωσέ τες απ’ το στήθος μου
Σαν ένα πρωινό χαρούμενο όνειρο
Σαν ένα τέλειο παιχνίδι
Πριν μάθουν τίποτε οι άλλοι
Ανυποψίαστοι στου ύπνου την ενέδρα
Πριν μάθουν τίποτε οι άλλοι
Πριν μάθουν πως εγώ
Είναι γραμμένο για πάντα να ζήσω
(«Εδώ…», σελ. 112)

Θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά για την υψηλή τεχνική που χαρακτηρίζει το ποίημα, εκείνο όμως που μας ενδιαφέρει περισσότερο ετούτη τη στιγμή είναι ότι το ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο των συμβάντων απλώς υπονοείται, κάτι που συμβαίνει γενικότερα στη μέχρι το 1962 ποίηση του, απουσία που αμβλύνει σοβαρά τον πολιτικό χαρακτήρα του ποιήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, το κύριο ζήτημα είναι το δράμα του ποιητή, που είναι καταδικασμένος να ζήσει. Στο συγκεκριμένο μάλιστα ποίημα τα πάντα ανατρέπονται, με πρώτη την ίδια τη χρονική σειρά των γεγονότων. Οι σφαίρες έχουν καρφωθεί μεταφορικά στην καρδιά του ποιητή πολύ πριν την πραγματική εκτέλεση των συντρόφων του, πριν έρθουν να τους πάρουν τα καμιόνια. Πάνω στη χρονική αυτή ανατροπή θεμελιώνεται η πιο ουσιαστική, το γεγονός ότι ο ποιητής, που δεν θα εκτελεστεί, παίρνει κατ’ ουσίαν τη θέση εκείνων που θα εκτελεστούν, όχι τόσο διότι οι προοριζόμενες για εκείνους σφαίρες έχουν τρυπήσει μεταφορικά το δικό του πρώτα στήθος όσο γιατί η δική του απαλλαγή απ’ την εκτέλεση έχει μετατραπεί σε αμετάκλητη καταδίκη να ζήσει για πάντα (εγώ/ είναι γραμμένο για πάντα να ζήσω). Η σωτηρία του μετατρέπεται έτσι σε ισόβια ενοχή· τρεις φορές επαναλαμβάνει ο ποιητής μην τυχόν μάθουν τη σωτηρία του οι άλλοι, οι «ανυποψίαστοι στου ύπνου την ενέδρα».

Εκείνο που πρέπει επίσης να παρατηρήσουμε είναι ότι, ακόμη και στο ποίημα αυτό των εκτελέσεων, δεν υπάρχει τίποτε που να μεταδίδει ποιητικά κάποια πολιτική θέση, κάποιο πολιτικό μήνυμα· το ποίημα δεν αποτελεί, π.χ., καταγγελία μιας δικαιοσύνης υποταγμένης σε πολιτικές σκοπιμότητες ή οτιδήποτε άλλο σχετικό, έχουμε αντίθετα ένα ποίημα υπαρξιακής αγωνίας, αντίδρασης στο παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης, έχουμε τη βίωση της σωτηρίας ως ισόβια ενοχή. Αν το τελευταίο αυτό το συναντούμε μόνο στο συγκεκριμένο ποίημα, η υπαρξιακή αγωνία και η αντίδραση στο παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης είναι διάχυτη στην ποίηση του Αναγνωστάκη μέχρι το 1962. Η αναζήτηση διεξόδου μέσα στο σκοτάδι ξεκινά ήδη με τις Εποχές 2, με ποιήματα γραμμένα από το 1946 έως το 1948.