Με αφορμή την συμπλήρωση 33 χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, δημοσιεύουμε  από το αφιέρωμα «Πολλαπλά σπαράγματα…Γιώργος Ιωάννου, 1927 – 1985», (Θεσσαλονικέων Πόλις, τεύχος 51) ένα άρθρο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη.

Το φαινόμενο της υπερβολικής λατρείας της Θεσσαλονίκης και των δεκάδων συγγραφέων που αναζητούν κι αναδεικνύουν την ιστορία και την μικροϊστορία της, τα εκατοντάδες βιβλία που έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια γι’ αυτήν, έχουν την καταγωγή τους στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και στον Γιώργο Ιωάννου. Ο πρώτος με το «Μητέρα Θεσσαλονίκη» και  ο δεύτερος με τα δεκάδες πεζογραφήματα που έχει συγγράψει εμπνεόμενος από την πόλη, αποτέλεσαν τις δυο μήτρες απ’ όπου γεννήθηκαν σχεδόν όλοι οι μετέπειτα φλογεροί εραστές και ερευνητές της πόλης. Αυτοί οι δύο έδειξαν τον δρόμο – κυρίως βέβαια ο Γιώργος Ιωάννου, ο κατεξοχήν Θεσσαλονικάρχης των σχετικών αφηγήσεων που τα ψηφιδωτά τους συνέθεσαν ένα νέο εγκώμιο της παλίμψηστης πολιτείας του Αγίου Δημητρίου.

Ο Ιωάννου, του οποίου την μνήμη των τριάντα χρόνων τιμούμε φέτος, έφτασε σε μεταφυσικά επίπεδα λατρείας, ταυτίζοντας περιοχές της πόλεως με τα δικά του, κατά σάρκα, μέλη. Ύμνησε τις γειτονιές, φώτισε γωνιές, διέδραμε ξεχασμένα σοκάκια, καταύγασε μυστικά περάσματα, υποστασιοποίησε εξαρχής μη-απτέα εδάφη, ανέδειξε ασήμαντα σταυροδρόμια  και την παρασημαντική τους, περπάτησε σε συνοικισμούς ταλαιπωρημένους, μπήκε σε μυθικές εκκλησιές, σε μυστήριες ταβέρνες, σε παλιά λουτρά, ξαναείδε όσα δεν έβλεπαν οι άλλοι και τους έδωσε νέο περιεχόμενο στα όρια της θάμβους, ή, κάποτε, και της σάτιρας. Δοξολόγησε με γνώση αλλά και με οίστρο αυτή την αενάως αναγεννώμενη πόλη, ανάπλασε τα βάσανά της, εγκωμίασε το μεγαλείο της, επισήμανε το μπαγιατλίκι της, την πολλαπλή της υπόσταση, την πολύμορφη προσωπικότητα και τον αντιφατικό της χαρακτήρα: το περίκλειστο της αντίληψης, αλλά και τον ανοιχτό ορίζοντα της θάλασσας, τα πάθη, τον συντηρητισμό αλλά και την τόλμη, τα γηρατειά αλλά και την νεανική της οικουμενικότητα.

Μια πολιτεία 2.300 ετών δεν μπορεί να έχει ένα μόνο πρόσωπο. Μια πολιτεία αλλεπάλληλων επιστρώσεων, μίξης και διασταύρωσης εθνών και πολιτισμών, κουβαλάει στα σπλάχνα της αναπόφευκτα, άπειρα στοιχεία αντινομίας και σπαρακτικών αντιθέσεων, είναι τόσο πυκνή σε βαθμό που τελικά η βαθύτερή της υπόσταση να είναι τόσο περίπλοκη που να την αισθάνεσαι σχεδόν ως μυσταγωγικώς  διαφεύγουσα. Ως ένα πολλαπλό αίνιγμα. Ως μαγγανεία.

Η Μακεδονική εποχή, η ελληνορωμαϊκή, οι πολλές και έξοχες βυζαντινές εκκλησιές, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Ευστάθιος Θεσσσαλονίκης, ο Ιωάννης Καμινιάτης, ο Νικηφόρος Χούμνος, η βαθιά θρησκευτική της και ιστορική παράδοση, παρέλκει προς τον συντηρητισμό, χωρίς αυτό όμως να εμποδίζει την πόλη στο να αναδεικνύει διαρκώς πρωτοπόρους στην αρχιτεκτονική, στην επιχειρηματικότητα, στην μουσική, στο θέατρο, στην πεζογραφία, παντού. Πρέπει να έρχεσαι από μακριά, για να πας πολύ μακριά. Τίποτε δεν χάνεται, όλα συσσωρεύονται και επανατοκίζονται δυναμικά, ακάθεκτα.

Ο Γιώργος Ιωάννου προσέφερε πολλά στην νεότερη αυτογνωσία της Θεσσαλονίκης και υπήρξε απαρχή και πηγή έμπνευσης, μέσα από την απόλαυση των κειμένων του, για τους επόμενους. Είδε πολλά εκεί που πολλοί δεν έβλεπαν σχεδόν τίποτε. Αναμόχλευσε ιδανικά την Μνήμη, και όξυνε την όραση, την δική μας όραση. Μας δίδαξε να βλέπουμε αλλιώς. Ή, και αλλιώς. Να διακρίνουμε το ορατό αλλά και το άκτιστο, τον υποστατό αλλά και το αχειροποίητο, πίσω από την επίφαση, την εγκατάλειψη και την σύγχυση. Να νιώθουμε την πατίνα της μαγείας, πίσω από έναν απλό, τυφλό τοίχο. Να περπατούμε με τα μάτια μας ανοιχτά, το βλέμμα διατρητικό, την περιέργεια ακοίμητη. Μας έμαθε να ξαναγαπούμε τον εαυτό μας, μέσα από μια νέα  αυτο-εκτίμηση, αναπλάθοντας, με υλικά και άυλα στοιχεία, τον ζωντανό, δικό μας Μύθο.