του Ηρακλή Μοσκώφ

(από το ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ, τεύχος 57)

…Ξεχωρίζω έναν τίτλο από τις δεκάδες εκδηλώσεις μνήμης αφιερωμένες στον Κωστή. Στον πατέρα που έχασα σχεδόν 20 χρόνια πριν… Γράφω κάποιες σκέψεις γι’ αυτόν από το ακριτικό Μολυβδοσκέπαστο, όπου βρίσκομαι αγκαλιά με έναν άλλο Κωστή, τον μόλις οκτώ μηνών εγγονό του. Αγναντεύουμε από ψηλά τον Σαραντάπορο που σμίγει με τον Αώο. Βρισκόμαστε ανάμεσα στις κορφές της Πίνδου και της Αλβανίας. Σε αυτή τη μυσταγωγία της φύσης ευδοκίμησε ένα σταυροδρόμι πολιτισμών που συνέδεε Ανατολή και Δύση για πολλούς αιώνες. Οι οδικοί άξονες που αναπτύχτηκαν εδώ κατά τη βυζαντινή περίοδο υπηρέτησαν την ανταλλαγή εμπορευμάτων και, μαζί με αυτά, την ανταλλαγή αισθήσεων, ιδεών, βιωμάτων και βλεμμάτων, όπως θα έλεγε ο Κωστής. Στο αρμονικό ΄σμίξιμο’ των δύο ποταμών πλέον καθορίζονται τα σύνορα δύο χωρών και μία ΄παρά φύσιν’ διάσπαση της τοπικής ανθρωπογεωγραφίας· τα σύνορα μεταξύ δύο χωρών και δύο λαών που υπήρξαν για δεκαετίες ερμητικά κλειστά. Εκεί, ακόμα και σήμερα, την εποχή της Ευρώπης-φρούριο, το σύνορο δεσπόζει ως έμβλημα των ανθρώπων που προτιμούν να μεγαλώνουν τα παιδιά τους με τις αφηγήσεις που διχάζουν τους λαούς και όχι με αυτές που τους ενώνουν.  Το όραμα του πατέρα μου ήταν ακριβώς το αντίθετο.

MOSKOF (1)

Οι αντιθέσεις και οι διαφορές μας, οι καταγωγικοί μας μύθοι και τα συμφωνημένα υπονοούμενα, εμπεριέχουν μια διαλεκτική εξελικτική σχέση που μπορεί να αποτελέσει τη μαγιά μιας ταυτότητας οικουμενικής. Καταλύτης της οικουμενικότητας ο καθ’ ημάς Χώρος και Τρόπος, που μας ορίζει ως σταυροδρόμι μιας ελληνικότητας  η οποία δεν υποτάσσεται  σε μεγαλοϊδεατικούς αλυτρωτισμούς, ούτε και στη μεταπρατική αλλοτρίωση της ανέραστης Δύσης. Ως διγενής Πόντιος-Ιταλός άλλωστε, ο Κωστής νοηματοδότησε από πολύ μικρός τις προσλαμβάνουσες της σύνθεσης. Η ετερογένεια των πολιτισμών ήταν γι’ αυτόν  ένα ερωτικό κάλεσμα, μια ‘συνουσία’ που ευλόγησε  ο Χριστός και  γονιμοποίησε ο Μαρξ.

Σεργιανάμε με τον αργόσυρτο μικρό Κωστή την ανθρωπογεωγραφία της Πίνδου… Τον νανουρίζω με ηπειρώτικους στοίχους του παππού του: το «καημένο μου Μιτσικέλη» τον «γυμνό μου Ολύτσικα», την «γκρίνια της κυρά Φροσύνης», τα περήφανα Τζουμέρκα,  τις  βουνοκορφές με τις οποίες συνομιλούσε στην ποίησή του ο παππούς  Κωστής.  Σε αυτόν τον διάλογο συνυπήρχαν το βλέμμα του ιστορικού, η διακονία του ευπατρίδη πολιτικού και διπλωμάτη, η αγωνία και η αισθαντικότητα του ποιητή. Η ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδας είναι το μόνο ανολοκλήρωτο έργο του.  Μας το κληροδότησε σαν εκκρεμότητα, να στοιχειώνει την ανάγκη μας να επινοήσουμε ένα τέλος σε μια πορεία μεστή αλλά και τόσο φευγαλέα σαν την πραγματοποίηση ενός ονείρου. Τελικά, δεν πέφτει η αυλαία για όσους ψηλάφησαν αυτό που αποκάλεσε ο Κούντερα ‘Μεγάλη Αθανασία’. Όσους κατάφεραν να μη διεκπεραιώσουν απλώς την ‘παραδομένη  ύλη’, αλλά να την μπολιάσουν με «όραμα και με τα λεπτά εκείνα νήματα που κάνουν το όραμα πράξη». Αφετηρία στο έργο αλλά και στη ζωή του πατέρα μου ο καημός της Ρωμιοσύνης. Αυτό το αίσθημα κατατρεγμού και αδικίας που μας διακατέχει  ως  Έλληνες από τις απαρχές της ιστορίας μας μέχρι σήμερα. Από τα 30 του χρόνια βαριά άρρωστος, βίωσε το οξύμωρο του θνησιγενή προικισμένου πρίγκιπα. Η μετουσίωση του δικού του ‘καημού’ σε Πράξη επαναστατική και αναστάσιμη ήταν για τον Κωστή ένα υπαρξιακό ταξίδι στον Καιρό, μια τομή στα εγκόσμια με όπλο την ιστορία, αλλά και μια περιδίνηση στη μεταφυσική τού επέκεινα. Πυξίδα του ο ‘μανικός  έρως’ για τον Άλλο. Έγραφε: «ο Έρωτας μόνο καρφώνει τον Καιρό στη Μνήμη», και πολύ εύστοχα επελέγη στο μνήμα του η ρήση του Σολομώντα: «Κραταιά ως Θάνατος Αγάπη». Τελικά, ο Κ.Μ είναι και θα παραμένει επίκαιρος και αθάνατος, όσο εμείς συνεχίζουμε να ζούμε «ζωές κατασιγασμένες, δίχως εντάσεις». Όσο παραμένουμε «μοναχικά εμπορεύματα» και αποφεύγουμε να «πυρποληθούμε στην Άβυσσο», όσο μας τρομάζει να «μείνουμε μόνοι στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού», όσο βολευόμαστε στον μικροαστικό θετικισμό. Πέρα από επαναστατικό φρόνημα, είναι και θέμα αισθητικής. Στη δική του στάση ζωής, ακόμα κι «ο πόνος είναι θέμα στυλ», όπως μου είπε με ύφος ατάραχο στα 8 μου χρόνια, όταν με τρόμο έβλεπα να αναβλύζει ποτάμι το αίμα στα χέρια του, που τα πλάκωσε μια από τις μπουκαπόρτες στη θρυλική «Σαπφώ», εν πλω προς Λέσβο.

Moskof

Αν ζούσε σήμερα, θα μαχόταν ώστε τα προφητικά του λόγια να μην ρημάζουν σαν εγκαταλειμμένο εργοτάξιο ονείρων. Όπως έπραξε τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του στη Μέση Ανατολή, στην αποστολή που του ανέθεσαν η Μελίνα και ο Πάγκαλος. Ως σκαπανέας της πολιτιστικής διπλωματίας, απέδειξε έμπρακτα ότι ο Καβάφης, ο Τσίρκας, οι σύγχρονοι της τέχνης και του πολιτισμού, μαζί βεβαίως με τα πρεσβυγενή πατριαρχεία, τη διασπορά κτλ., μπορούν πράγματι να διαδραματίσουν ρόλο ‘βαριάς βιομηχανίας’ για τη Ελλάδα, προσθέτοντας αισθαντικότητα, λόγο αγάπης και πνευματικότητας, στη γεφύρωση των αντιθέσεων, την κατανόηση και τελικά τη συνεργασία μεταξύ των λαών. Όπως εδώ, στο ιστορικό τοξωτό γεφύρι της Κόνιτσας ― έργο πνοής που χρηματοδοτήθηκε από κοινού από Έλληνες και Τούρκους ιδιώτες· απλούς ανθρώπους που τους ένωνε η αγωνία και το συμφέρον για τη προκοπή του τόπου τους. Πρόσφατα αναρτήθηκε στο YouTube η τηλεοπτική εκπομπή ‘Ανιχνεύσεις΄ του μακρινού 1996, όπου, με αφορμή μια τρομοκρατική επίθεση του κυοφορούμενου τότε ισλαμικού εξτρεμισμού, προσκλήθηκε να καταθέσει τη δική του εμπειρία, χτίζοντας ‘γέφυρες’ στην Αίγυπτο και την Ιερουσαλήμ. Προφητικά διαπίστωσε ότι εάν δεν καρποφορήσει μια ουσιαστική και όχι ψευδεπίγραφη προσέγγιση της Δύσης με τη μεγάλη πλειοψηφία του μετριοπαθούς αραβικού κόσμου, ο ισλαμικός εξτρεμισμός θα γιγαντωθεί.

Ο πατέρας μου ήταν ένας από αυτούς που μας μαθαίνουν ότι την ιστορία δεν τη διαμορφώνουν μόνο οι νικητές, το κεφάλαιο, οι αποικιοκράτες, οι έχοντες και κατέχοντες. Ο πατέρας μου ήταν ένας δραγουμάνος των αδυνάμων, των ηττημένων, «αυτών που δεν τόλμησαν», των κολασμένων της γης, και εργάστηκε για να μας δείξει ότι, αν δεν αποκατασταθεί η δικαιοσύνη στον κόσμο, η ιστορία θα επαναλαμβάνεται ως φάρσα, όπως τώρα εδώ, στα ορεινά σύνορα του Μολυβδοσκεπάστου, όπου πριν από λίγες μέρες δεκάδες πρόσφυγες επιχείρησαν να ‘αποδράσουν’ από την Ελλάδα προς την Αλβανία…