Ένας χρόνος χωρίς τον Δημήτρη Μαρωνίτη.

Φιλόλογος, μεταφραστής και μελετητής αρχαίων συγγραφέων, δοκιμιογράφος,  ο Δημήτρης Μαρωνίτης συνέδεσε το όνομά του  με το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης όσο λίγοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Αιχμηρός, ευθύβολος, βαθιά πολιτικοποιημένος, κατάφερε κάτι μοναδικό: να λειτουργήσει επιδραστικά σε ολόκληρες γενιές φοιτητών που τον έβλεπαν ως δάσκαλό τους, μολονότι δεν υπήρξαν φοιτητές της Φιλοσοφικής. Είναι γνωστό εξάλλου, ότι στα μαθήματα του, οι ακροατές συναγωνίζονταν αριθμητικά τους μαθητές.

Ακολουθεί ένα κείμενο της Εκπαιδευτικού-Συγγραφέα ΛΙΑΝΑΣ ΤΣΙΡΙΔΟΥ,  που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2016 του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ,  με αφορμή τον θάνατό του στις 12 Ιουλίου του 2016.

Δημήτρης Μαρωνίτης, Θεσσαλονίκη 2012. Φωτογραφία Άρις Γεωργίου

Δημήτρης Μαρωνίτης, Θεσσαλονίκη 2012. Φωτογραφία Άρις Γεωργίου

« Μαθαίνοντας τον θάνατο του Δημήτρη Μαρωνίτη ένιωσα σαν να έχασα κομμάτι από τα νιάτα μου. Από τις σταθερές μου.  Μ’ εκείνο τον παράδοξο πένθος που νιώθεις για ανθρώπους που δεν είναι του στενού σου περιβάλλοντος αλλά είναι συνδεδεμένοι με την ενηλικίωση, με τις αναζητήσεις σου, με τις αλήθειες σου.

Για το επιστημονικό έργο του Μαρωνίτη γράφτηκαν και θα γραφτούν ακόμη, είμαι σίγουρη, πολλά και σπουδαία από ανθρώπους πολλούς και σπουδαίους. Για την υποδειγματική του στάση  στα πέτρινα χρόνια, επίσης. Τι θα είχα να προσθέσω εγώ, που δεν τον γνώριζα καν προσωπικά, που δεν είχα το προνόμιο να τον φωνάζω Μίμη, που τον αντιμετώπιζα με δέος σε όλα τα φοιτητικά μου χρόνια;

Τα σκόρπια κομματάκια μου θέλω να καταθέσω, που μου ανεβαίνουν σαν ανεξέλεγκτο βούρκωμα με την είδηση του θανάτου του. Τα ευχαριστώ που τότε διστάσαμε να του πούμε γιατί τον βλέπαμε σαν κολοσσό και τους εαυτούς μας ασήμαντους, ας προσπαθούσε εκείνος με κάθε ευκαιρία να μας διδάξει πίστη στον εαυτό μας, στο καλό μας κομμάτι, αυτό θεωρούσε θεμέλιο για κάθε πρόοδο, για κάθε δημιουργία. Ας προσπαθούσε και με λόγια και με τη στάση του να μας διδάξει πώς να αναμετρηθούμε με  το φόβο, να τον αναγνωρίσουμε, να τον αποδομήσουμε, να τον νικήσουμε. Πολύ αργότερα τα συνθέσαμε, τα συνειδητοποιήσαμε όλα αυτά. Γιατί είχε το χάρισμα να φυτεύει γνώση χωρίς διδακτισμό και ουσία χωρίς φανταχτερό περιτύλιγμα.

Την πρώτη φορά που τρύπωσα και κρυβόμουν στις τελευταίες σειρές του αμφιθέατρου –μια παρείσακτη της Αγγλικής φιλολογίας εγώ- για να παρακολουθήσω την ακατάδεχτη κι αυστηρή, όπως έλεγε, Ιλιάδα του, το έκανα με μεγάλο δισταγμό. Ήταν  γνωστό ότι εκείνος ήταν επικεντρωμένος στο κυρίως τμήμα του, όσοι/ες παίρναμε τα μαθήματα του ως επιλογή ήμαστε λίγο αναγκαίο κακό, όσοι έμπαιναν στο αμφιθέατρο από περιέργεια ή ως ακροατές καλά θα έκαναν να μην ακούγεται η ανάσα τους. Εκείνη την πρώτη φορά λοιπόν άκουσα εγώ τη δική του ιδιαίτερη φωνή, την κάπως βραχνή, τη σταθερή και σίγουρη, τη χρωματισμένη,  να αναδεικνύει τις  Ομηρικές λέξεις σαν τιμαλφή πάνω σε βελούδινο μαξιλαράκι, πρώτα για να μας τις συστήσει και κατόπιν για να τις μετατρέψει μαγικά σε αυθύπαρκτες, αναντικατάστατες οντότητες.  Κι ύστερα, στα μαθήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, το μεταξένιο νήμα των λέξεων μας μετέφερε στους σύγχρονους ποιητές, σ’ εκείνους που κουβαλούσαν στη ζωή και στο έργο τους αυτό που ο δάσκαλος ονόμασε πολιτική ηθική, σ’ εκείνους της μουσικής και της ‘’αιθρίας του Αιγαίου’’, σ’ εκείνους που μετέτρεψαν σε τέχνη το πάθος και τα πάθη τους. Ό,τι και να παρακολουθούσες με τον Μαρωνίτη, ήταν αδύνατον να μη λατρέψεις την Ελληνική γλώσσα, την κίνηση και την ανάσα της μέσα στους αιώνες. Ήταν αδύνατον να μην αισθανθείς τη φυσική ροή της γλώσσας, εντελώς απαλλαγμένη από τα βαρίδια της προγονοπληξίας.

Στο στοχασμό; Κάθε μάθημα, κάθε κείμενο κι ένα παράθυρο. Είχε το χάρισμα να σε οδηγεί. Όχι στο τι να διαβάσεις, τι να σκεφτείς, αλλά πώς να διαβάσεις, πώς να σκεφτείς, βουτώντας με όλες τις αισθήσεις και με όλη την εγρήγορση στο καινούριο, να το κάνεις δικό σου οικοδομικό υλικό, να χτίσεις τη θεώρησή σου για τον κόσμο.

Αλλεργικός σε κάθε δογματισμό και στην φτωχή αισθητική της επαναστατικής μας φαντασίωσης στο τέλος της δεκαετίας του 70, λίγα χρόνια μετά τις δικές του περιπέτειες με τη δικτατορία, συχνά μας κατσάδιαζε για την αμετροέπεια ή για την άκριτη υιοθέτηση απόψεων. Αλλά τότε δεν καταλαβαίναμε και πολύ. Αργότερα κλονίστηκαν κι οι δικές μας νομοτέλειες. Τότε οι πιο πολλοί λούφαζαν στις παρατηρήσεις της επιβλητικής φωνής του, όταν μας κατακεραύνωνε μετρώντας την αντοχή μας και το ανάστημα που θα μπορούσαμε να υψώσουμε.  Οι  λίγοι που τολμούσαν να του αντιπαρατεθούν με λογική και θάρρος κέρδιζαν το σεβασμό του κι εν μέρει την ησυχία τους. Αυτοί οι λίγοι απολάμβαναν και το προνόμιο της συντροφιάς του στις ταβέρνες της Ευαγγελίστριας και της Πάνω Πόλης ή στον Μανδραγόρα και στο De facto, το συνήθως καυστικό χιούμορ του και την ικανότητά του να πετάει από πάνω του αρκετές δεκαετίες, να γίνεται συνομήλικος.

Χρόνια μετά το τέλος των σπουδών μου ξύπνησα κάμποσες φορές κάθιδρη γιατί στον ύπνο μου έβλεπα ότι δεν μπορούσα να απαντήσω στις ερωτήσεις του ή στη σαρκαστική του παρατήρηση για την αργοπορία μου, απεχθανόταν τη διακοπή του μαθήματος από τους αργοπορημένους κι αγουροξυπνημένους. Ήμουν μάλλον από αυτούς που τον φοβότανε λιγάκι. Μα η επιβλητική του παρουσία στα χρόνια των σπουδών μου είναι μια προίκα που την κουβαλάω ακόμη μέσα μου. Όπως και τα γραφτά του, που μας συντρόφευαν μέχρι πρόσφατα. Λυπάμαι μόνο που δεν μπόρεσα ποτέ να του πω ‘’δάσκαλε, σ’ ευχαριστώ’’. Αλλά είμαι σίγουρη ότι το διεισδυτικό του βλέμμα αντιλαμβανόταν τα πάντα. Ακόμη και τα ανείπωτα.»

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης με τον Μανόλη Ανδρόνικο δίπλα του, στην πορεία για το Πολυτεχνείο, Θεσσαλονίκη 1976. Διακρίνονται επίσης οι καθηγητές Ιωάννης Χασιώτης, Δημήτρης Λυπουρλής, Παναγιώτης Μουλλάς. Το πανώ κρατά η Χαρούλα Μαμζορίδου, τότε φοιτήτρια της Γαλλικής Φιλολογίας. Αριστερά ανεβασμένος στο πεζοδρόμιο ο Δαυίδ Κάστρο

Ο Δημήτρης Μαρωνίτης με τον Μανόλη Ανδρόνικο δίπλα του, στην πορεία για το Πολυτεχνείο, Θεσσαλονίκη 1976. Διακρίνονται επίσης οι καθηγητές Ιωάννης Χασιώτης, Δημήτρης Λυπουρλής, Παναγιώτης Μουλλάς. Το πανώ κρατά η Χαρούλα Μαμζορίδου, τότε φοιτήτρια της Γαλλικής Φιλολογίας. Αριστερά ανεβασμένος στο πεζοδρόμιο ο Δαυίδ Κάστρο