του Δημήτρη Καλοκύρη, συγγραφέα

(ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ, τεύχος 58)

Γνώρισα τον Ανδρέα Εμπειρίκο τον Οκτώβριο του 1971, όταν τον επισκεφθήκαμε με τον Μίμη Σουλιώτη, ελπίζοντας στη συνεργασία του στο περιοδικό Τραμ, που μόλις είχαμε εκδώσει. Μας υποδέχτηκε με θέρμη και σε λίγες μέρες μας έστειλε τρία ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στο διπλό τεύχος 3/4 του Φεβρουαρίου. Επικοινωνούσαμε τακτικά με τηλεφωνήματα, τηλεγραφήματα, γράμματα ή καρτ-ποστάλ και συναντιόμασταν στο σπίτι του όποτε κατέβαινα στην Αθήνα.

Το 1973, αρχές Μαΐου, με προτροπή του Ξενοφώντα Κοκόλη, αναλαμβάνω την υποχρέωση να του διαβιβάσω την πρόσκληση του Πανεπιστημίου να λάβει μέρος στο «Ποιητικό Εργαστήρι» του Σπουδαστηρίου Nεοελληνικής Φιλολογίας (όπου είχαν παρουσιαστεί ήδη ο Στέλιος Ξεφλούδας, ο Νίκος Καββαδίας κ.ά.). Tο νόημα της μεσολάβησής μου ήταν μια ακραιφνής και υστερόβουλη υπερρεαλιστική δράση, συγκεκαλυμμένη από το πέπλο της φιλομάθειας: Η παρουσία του αιρετικού Εμπειρίκου στην καρδιά της μεταλλαγμένης Φιλοσοφικής αποτελούσε ισχυρή φιλολογική όσο και συμβολική βόμβα, τοποθετημένη νομοτύπως από τους ίδιους τους φοιτητές της (και μάλιστα διά χειρός Τραμ), στο υπογάστριο των κρατούντων και σε πείσμα των σκυθρωπών καιρών.

Ο ποιητής ήταν 73 ετών. Mετά από αρκετούς δισταγμούς, και αφού πείστηκε ότι δεν επρόκειτο για διάλεξη αλλά για συζήτηση με τους φοιτητές, δέχτηκε. Κατέβηκα στην Αθήνα για να τον παραλάβω. Kατέφθασε εγκαίρως στον σιδηροδρομικό σταθμό Λαρίσης, με φωτογραφικό εξοπλισμό χιαστί και περιβολή εκστρατείας, σαν να εξορμούσαμε για σαφάρι.

Συνταξιδέψαμε με το τρένο, σε βαγκόν-λι, μια πολύφωτη νυχτερινή διαδρομή του Mαΐου. Όλη σχεδόν τη νύχτα στεκόμαστε στον άδειο διάδρομο της πρώτης θέσης καπνίζοντας ακατάπαυστα και συζητώντας για το σκοτάδι του τοπίου και για το φως που σου ανάβει ξαφνικά, μέσα στο τίποτα, ο λόγος, όταν «διαχέεται στο νου σου ο γαλαξίας».

Στη Θεσσαλονίκη κατέλυσε στο ξενοδοχείο «ABC» (λόγω εγγύτητας προς το Πανεπιστήμιο) για τρεις μέρες. Δεν θυμόταν να έχει ξαναεπισκεφθεί την πόλη. Kατηφορίζοντας όμως την Εθνικής Αμύνης προς τη θάλασσα, μόλις αντίκρισε τον Λευκό Πύργο, ανέκραξε: «Tον ενθυμούμαι! Έχω ξανάρθει στην Θεσσαλονίκη, τελικώς! Περάσαμε με πλοίο του πατρός μου απ’ εδώ· θαρρώ το 1910!»

Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος φωτογραφημένος από τον πατέρα του στην αγορά της Θεσσαλονίκης

Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος φωτογραφημένος από τον πατέρα του στην αγορά της Θεσσαλονίκης

Ο γιος του Λεωνίδας θυμήθηκε αργότερα ότι όχι μόνο τότε, αλλά μόλις δώδεκα χρόνια πριν, είχαν περάσει οικογενειακώς για μία μέρα από τη Θεσσαλονίκη: Συγκεκριμένα, στις 18 Απριλίου 1961, ταξιδεύοντας για το Παρίσι, έμειναν από το πρωί ώς αργά το απόγευμα, περιμένοντας την αμαξοστοιχία για την Eυρώπη. Περπάτησαν στην παραλία, τριγύρισαν στα τζαμιά και στις εκκλησίες, στα χαμάμ και στα Λαδάδικα. Tο μεσημέρι έφαγαν στο ιστορικό εστιατόριο «Όλυμπος-Nάουσα». Όπως συνήθως, τράβηξε και αρκετές φωτογραφίες. Tο ξέχασε ο Εμπειρίκος ή το παρέκαμψε επί τούτω για να δώσει μοναδικότητα και έμφαση στη συγκεκριμένη επίσκεψη;

Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος στην παραλία της Θεσσαλονίκης φωτογραφημένος από τον πατέρα του.

Ο Λεωνίδας Εμπειρίκος στην παραλία της Θεσσαλονίκης φωτογραφημένος από τον πατέρα του.

Tο βράδυ της 22ας Mαΐου 1973 λοιπόν βρίσκεται στην κατάμεστη αίθουσα του Σπουδαστηρίου της Παλιάς Φιλοσοφικής, με διδάσκοντες, φοιτητές και ένθερμους θαυμαστές. Ο Εμπειρίκος αρχικά διαβάζει ανέκδοτα ποιήματα και κατόπιν συζητά με το ακροατήριο. Όταν, αίφνης, ο καθηγητής της έδρας Κ. Μητσάκης, που είχε κάποια ροπή προς το επέκεινα, τον ρωτά αν έχει αρχίσει να διακρίνεται στα κείμενά του «ένα μεταφυσικό άνοιγμα» εξανίσταται:

«Όχι!  Ο ουρανός μου δεν είναι μεταφυσικός, είναι φυσικός, φυσικός, εντόνως φυσικός». «Tο φως είναι εκείνο στο οποίο μπορεί να πιστεύσει κανείς ώστε να μπορεί να τον πάει πέραν των εμποδίων της λογικής, τα οποία μας εμποδίζουν να φθάσουμε σε εξάρσεις τέτοιες. Παράδειγμα οι εν αγαλλιάσει διαβιούντες, είτε γράφουν είτε απλώς περπατάν σ’ ένα χωράφι χλοερό ενίοτε και τελείως αυχμηρόν! Η χλόη είναι μέσα τους».

Ήδη η βόμβα έχει εκραγεί.  Η χλόη θρόιζε εντός μας. Kαι η ατμοσφαίρα έλαμψε όταν κάποια νεάνις από το ακροατήριο ομολόγησε με σεμνότητα ότι «διαβάζοντας τα ποιήματα, βρέθηκα σε μία διαφορετική κατάσταση, είναι τολμηρή αυτή η ερώτηση βέβαια, αλλά δεν ξέρω… είναι αλήθεια ότι διεγείρουν. Aισθάνεται κανείς ότι σας έχει πλάι του όταν διαβάζει τα ποιήματα…», οπότε μέσα στον γενικό ενθουσιασμό που ξέσπασε γύρω από την κοπέλα, η οποία είχε κοκκινίσει συνειδητοποιώντας την τόλμη της, ο Εμπειρίκος –ο πρώτος  Έλληνας ψυχαναλυτής– της απάντησε μειλίχιος: «Θα μου επιτρέψετε να σας συγχαρώ γι’ αυτό που είπατε και να υπογραμμίσω εντόνως τα συγχαρητήριά μου. Πρέπει να αισθάνεται βαθιάν ικανοποίησιν, όχι έπαρσιν, ο ποιητής εις τον οποίον ομολογούν ό,τι είπατε».

Από κει και πέρα η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τον υπερρεαλισμό, τη γλώσσα, την πολιτική, την τεχνολογία, τον ερωτισμό, και κατέληξε με τη μεγαλειώδη ανάγνωση του ποιήματος «Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας».

«Θα θυμάμαι πάντοτε τις στιγμές αυτές που πέρασα μαζί σας», είπε στους φοιτητές τελειώνοντας, «και την επικοινωνία που μου επιτρέψατε να έχω μαζί σας συγκινούμενος και γοητευόμενος από τα νιάτα και την παρουσία σας».

*

Ο δρόμος, το πρώτο αυτοτελές βιβλίο που εξέδωσε ο Εμπειρίκος μετά το ’60, το οποίο έμελλε να είναι και το τελευταίο που πρόλαβε να χαρεί εν ζωή, κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη, από τις εκδόσεις του Τραμ τα Χριστούγεννα του 1974. Είχε μόλις πέσει η χούντα (Ιούλιος) και η κατάσταση έτεινε να εξομαλυνθεί. Μου έστειλε το χειρόγραφο στις 4 Οκτωβρίου, στοιχειοθετήθηκε σε μονοτυπία και τυπώθηκε με σκούρο καφέ μελάνι στο τυπογραφείο «Κρόνος» των εκ Κωνσταντινουπόλεως αδελφών Νίκου και Κώστα Σουρνόπουλου. Την τυπογραφική διόρθωση είχε κάνει ο ίδιος ο ποιητής. Στην προτελευταία σελίδα αναγγέλεται η έκδοση: Ανδρέα Εμπειρίκου, Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας. Είχε στοιχειοθετηθεί με προοπτική να γίνει ένα ακόμα συλλεκτικό βιβλιαράκι σαν τη Villa Natacha του Ελύτη που είχε κυκλοφορήσει λίγους μήνες πριν. Εντέλει, η έκδοση δεν πραγματοποιήθηκε, λόγω της επιδείνωσης της υγείας του ποιητή.

Tο 1979 ο Οδυσσέας Ελύτης, μετά την έκδοση του ποιήματος Villa Natacha (τυπώθηκε τον Αύγουστο του 1973, σε 111 αντίτυπα εκτός εμπορίου από το Τραμ), εμπιστεύτηκε και πάλι στις εκδόσεις του Τραμ τη συνταρακτική εργασία του Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, ένα βιβλίο οριακό, ένα λαμπρό κείμενο, όπου για πρώτη φορά κατατίθενται με τόση ενάργεια σκέψεις και αναλύσεις του για τον βίο και το έργο τού ποιητή.

Ο Εμπειρίκος όμως, εκτός από εκδοτικούς έχει και συγγενικούς δεσμούς με τη Θεσσαλονίκη. Η πρώτη σύζυγός του ήταν η ποιήτρια Mάτση Xατζηλαζάρου (1914-1987). Ο πατέρας της υπήρξε διευθυντής της Tράπεζας της Ανατολής στη Θεσσαλονίκη. Νονός της έγινε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄. Για την 25χρονη Μάτση, ο γάμος με τον Εμπειρίκο είναι ο τρίτος. Ο  Εμπειρίκος της αφιερώνει την Ενδοχώρα το 1945, ενώ έχουν ήδη χωρίσει ένα χρόνο πριν, μετά από μια τετραετία έγγαμου βίου, κι εκείνη του έχει ήδη αφιερώσει την πρώτη ποιητική της συλλογή: Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης, Ίκαρος 1944, την οποία υπογράφει μάλιστα ως Mάτση Ανδρέου [Εμπειρίκου, μάλλον].

Αμέσως μετά την έκδοση της εμπειρίκειας Υψικαμίνου, το φθινόπωρο του ’35, ο πεζογράφος Γιώργος Δέλιος, στο περιοδικό Mακεδονικές Ημέρες της Θεσσαλονίκης, κάνει μια πρώτη προσέγγιση του έργου του Εμπειρίκου, άκρως επιφυλακτική μεν, αλλά που αναγνωρίζει ότι η γλώσσα του «έχει μια μουσικότητα, ένα ρυθμό» και προσκομίζει «μια καινούργια νότα στα γράμματά μας», μολονότι, καταλήγει, «δεν παύει να φέρνει τα στοιχεία και τα γνωρίσματα του σνομπισμού». Eίμαστε στην εποχή που μαίνονται, στον αθηναϊκό κυρίως Tύπο, συγκρούσεις των λογίων περί υπερρεαλισμού. Υπερρεαλιστής σήμαινε τότε για τον μέσο αστό κάτι σαν «αργόσχολος παράφρων».

Έναν χρόνο αργότερα, πάλι στις Mακεδονικές Ημέρες, τον μνημονεύει ο κριτικός Πέτρος Σπανδωνίδης με αφορμή τους Προσανατολισμούς του Ελύτη, και αργότερα, στο δοκίμιό του για τη Nεότερη ποίηση στην Ελλάδα, παραδέχεται ότι «κανένας άλλος ποιητής στον τόπο μας δεν εδοξολόγησε τόσο φανατικά το μηδέν εν ονόματι της βαθειάς ψυχής» όσο αυτός.

Mνεία του κάνει και ο Bασίλης Δεδούσης το ’38, στο θεσσαλονικιώτικο περιοδικό Mορφές, όπου και αυτός μιλά για το παράλογο της αυτόματης γραφής, όπως και ο Πέτρος Ωρολογάς που, σε βιβλίο του που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη το 1940, αναφέρεται αναλυτικά στο κίνημα του υπερρεαλισμού.

Ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, το 1963, στο βιβλίο του Η νεότερη ποίησή μας, του αφιερώνει ένα κεφάλαιο, όπου του αναγνωρίζει πολλές ποιητικές αρετές, μολονότι δεν συμφωνεί ούτε αυτός με τον «ευδαιμονισμό» του [;].

Thessaloniki, Limani. Fwt. A.Embirikou

Ώσπου, στις 16 Φεβρουαρίου του 1965, στην αίθουσα του σημαντικότατου πολιτιστικού σωματείου «Tέχνη», ο καθηγητής Λίνος Πολίτης κάνει μια εισήγηση πάνω στα περιεχόμενα του δίσκου Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο, που είχε μόλις κυκλοφορήσει.

Από τότε, κι αφού μεσολάβησε η επίσκεψή του στο Πανεπιστήμιο, μια γρήγορη σταχυολόγηση δείχνει ότι ο Εμπειρίκος απασχολεί συχνά τους ερευνητές της Θεσσαλονίκης. Αναφέρεται π.χ. η εργασία της Μαγδαληνής Λιάπη, Πίνακας λέξεων των ποιημάτων του Ανδρέα Εμπειρίκου (1975), του Γιώργου Κεχαγιόγλου, Ανδρέας Εμπειρίκος, «Αι λέξεις». Μορφολογία του μύθου (1987), οι διατριβές της Κυριακής Σουμελίδου, Στοιχεία αρχαιολογίας και ιστορίας της τέχνης στο έργο του Εμπειρίκου (1998), του Αλέξανδρου Ακριτόπουλου, Για τη ποιητική και τη ρητορική του Εμπειρίκου. Δυο μελέτες, University Studio Press (2000)· της Σάρρας Παπαθεμελή, Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός: το «ρεαλιστικό» ταξίδι στην ουτοπία: ζητήματα αφήγησης και ιδεολογίας, Α.Π.Θ. (Τομέας Μ.Ν.Ε.Σ., 2000), του Ανδρέα Γαλανού, «Ο πόθος είναι πάντα θέρος»: φύση και έρωτας στην Οκτάνα του Εμπειρίκου, Α.Π.Θ. (Τομέας ΜΝΕΣ, 2004), της Βασιλικής Παπαστάθη, Ο πλους των «ανθισμένων κοριτσιών», το αρχείο της επιθυμίας και οι γυναίκες-παιδίσκες του Μεγάλου Ανατολικού, Α.Π.Θ. (Τομέας Μ.Ν.Ε.Σ. 2007), του Γιώργου Χατζόπουλου, Ρομαντικές επιβιώσεις στον Μέγα Ανατολικό του Εμπειρίκου, Α.Π.Θ. (Τομέας Μ.Ν.Ε.Σ., 2009) της Αθανασίας Παπαγεωργίου, Η διερεύνηση της ουτοπίας στο ποιητικό έργο του Εμπειρίκου, ΑΠΘ (Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας, 2016), η εργασία των Θεόδωρου Χρηστίδη και Jacques Bouchard, Σχόλια στα ποιήματα της συλλογής Υψικάμινος του Εμπειρίκου: ποιητική φιλοσοφία για τον έρωτα, τη ζωή και τον άνθρωπο, εκδ. Ζήτρος 2014, κ.ά.

*

Τον είδα τελευταία φορά την άνοιξη του 1974, στρατιώτης σε άδεια, και πήγαμε, με μεγάλη παρέα, ν’ ακούσουμε στο «Σκοπευτήριο» την Μπέλλου με τον Τσιτσάνη σε παρακμή.