Project Description

1

Ημερομηνία έκδοσης: Δεκέμβριος 2011
Γλώσσα: Ελληνικά
Σελίδες: 96
Σχήμα/Διαστάσεις: 21 x 28
Κωδικός: ΘΠ 38
ISSN: 1108-5452
Τιμή: € 8.00

Συνεργάτες: Αλέξανδρος Αβραμίδης, Αιμιλία Αθανασίου, Γιώργος Αναστασιάδης, Πελαγία Αστρεινίδου, Γιάννης Βανίδης, Γιάννης Γκροσδάνης, Απόστολος Καλφόπουλος, Ευμορφία Καραμπατάκη, Γιώργος Κορδομενίδης, Μιχάλης Λαπιδάκης, Αρετή Λεοπούλου, Κώστας Μπλιάτκας, Λίνα Μυλωνάκη, Ηρακλής Παπαϊωάννου, Γιάννα Τσόκου.

Φιλοξενούμενο άρθρο

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος θυμάται…
του Ντίνου Χριστιανόπουλου

επιμέλεια του Κώστα Μπλιάτκα (Δημοσιογράφου)

Την ημέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στη Θεσσαλονίκη

Ήταν η μέρα που μετακομίζαμε, όταν μπήκαν οι Γερμανοί στη Θεσσαλονίκη: η 9η Απριλίου 1941. Μας διώξανε από το σπίτι μας, και από εκεί πήγαμε στην οδό Φλωρίνης, όπου ζήσαμε 23 χρόνια. Ήταν ψηλά στην Αγίου Δημητρίου. Μας χώριζε η οδός Σωκράτους, δηλαδή από τον Αη-Θανάση έως τον Αη-Δημήτρη. Θυμάμαι καλά τα γεγονότα, γιατί μας έπιασε η μέρα στο να μετακομίζουμε, δηλαδή να κουβαλάμε με τα χέρια ―μαμά, μπαμπάς κι εγώ― τα λίγα μας έπιπλα, για να τα πάμε στο νέο σπίτι. Και περίπου είχαν τελειώσει μπαμπάς και μαμά, ενώ εγώ ακόμα καθυστερούσα λίγο. Μάζεψα λίγα πράγματα δικά μου, όσα μπορούσα να βαστήξω με ένα χέρι, και έφυγα μόνος μου, για να πάω στην οδό Φλωρίνης. Εκείνη την ώρα έρχονταν οι Γερμανοί από το Βαρδάρι, στην Εγνατία. Οι άλλοι μισοί Γερμανοί πήγαιναν από κάτω, από την παραλία. Πρόλαβα λοιπόν τους Γερμανούς που έρχονταν ―μοτοσικλετιστές ήταν― πάνω στην Εγνατία, έναν δρόμο ανατολικότερα της οδού Αγίας Σοφίας, με κατεύθυνση την Καμάρα. Ήταν η Βασιλέως Καρόλου της Ρουμανίας.

Εκεί, στη γωνία Βασιλέως Καρόλου και Εγνατία, στάθηκα με δύο-τρία συμπράγκαλα που είχα και άρχισα να βλέπω την είσοδο των Γερμανών, οι οποίοι έρχονταν ως εξής: Ελαφρύ πυροβολικό ή κάτι τέτοιο, δεν ήταν βαριά τάγματα, μία σειρά μοτοσικλετιστές, οι οποίοι δεν ξέρω γιατί αλλά αυτοί προπορεύονταν, και μετά ακολουθούσαν μικρά αυτοκίνητα. Κατευθύνονταν, όπως έμαθα αργότερα, στο Στρατηγείο.
Τότε ήμουν παιδί 10 χρονών αλλά πανέξυπνος. Διάβαζα τις εφημερίδες και άκουγα αυτά που συζητούσαν οι μεγαλύτεροι. Ένιωθα ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά.
Εκεί που στεκόμουν. άκουσα τον κόσμο να λέει ότι παραδόξως στο Βαρδάρι τους Γερμανούς τους υποδέχονταν κάποιοι ως ελευθερωτές.

Αυτοί ήταν ελάχιστοι μεν, αλλά τελικά δυστυχώς δόθηκε η εντύπωση ότι το πλήθος τούς υποδέχθηκε… Βέβαια, είχε προηγηθεί κάτι που δεν μπορούσε να το διαψεύσει κανείς: ότι τρεις ηγέτες της πόλεως αποφάσισαν να παραδώσουν τα κλειδιά της Θεσσαλονίκης στους Γερμανούς, και να τα παραδώσουν ως ελευθερωτές. Πρώτος ο δήμαρχος Μερκουρίου, γνωστός Τεταρταυγουστιανός, ο μητροπολίτης Γεννάδιος, ο οποίος δεν ήταν γερμανόφιλος και σέρνονταν με το ζόρι, και ο καθηγητής Βυζουκίδης. Αυτοί οι τρεις παρέδωσαν τα κλειδιά στους Γερμανούς. Και η τελετή έγινε λίγο πριν μπεις στον Βαρδάρη, μεταξύ του Νέου Σταθμού και του Βαρδάρι. Ας πούμε στην οδό Προμηθέως, περίπου εκεί. Ο δε «Φον Βυζουκίδης» έβγαζε λόγους γερμανόφιλους φοβερούς, του επιπέδου «σας ευγνωμονούμε που ήρθατε να μας ελευθερώσετε». Αυτά τα ξέρω από τις εφημερίδες. Γιατί λίγο μετά το Φως έκλεισε θεληματικά, όπως και η Μακεδονία και η Νέα Αλήθεια.
Παρακολούθησα μέσω του Φωτός την παράδοση της πόλης στους Γερμανούς. Ο Γερμανός ήταν κάποιος διοικητής μιας μικρής ομάδας τεθωρακισμένων, όχι υψηλόβαθμος, το πολύ να ήταν ταγματάρχης. Σ’ αυτόν δόθηκαν τα κλειδιά και σ’ αυτόν ειπώθηκαν οι τρομεροί ύμνοι περί Χίτλερ, ενώ ο καημένος ο Γεννάδιος ήταν κάπως σαν αιχμάλωτος που τον έσερναν με το ζόρι.

Αυτά μαθαίναμε ότι γίνονταν στο Βαρδάρι. Εμείς όμως ήμασταν πολύ μετά το Βαρδάρι. Αλλά, ούτως η άλλως, είχε αλλάξει η γεύση της εποχής. Δηλαδή, δεν υπήρχε πια ο ενθουσιασμός του ελληνοϊταλικού πολέμου, ενώ δειλά δειλά εμφανίστηκαν μικρές έστω ομάδες γερμανόφιλων κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Δεδηλωμένων γερμανικής νοοτροπίας. Λίγοι άλλα υπήρχαν. Οι περισσότεροι φυσικά δεν ήταν έτσι. Και μάλιστα, μια φορά που το διηγήθηκα αυτό, ήταν κάποιος που διαμαρτυρήθηκε ότι εμφανίζω τους Θεσσαλονικείς ως γερμανόφιλους ενώ δεν είπα ποτέ εγώ αυτό το πραγμα. Και του είπα: Κοίταξε, εμένα δεν με ενδιαφέρει πόσοι ήταν αλλά με ενδιαφέρει τι είδα.

Εγώ λοιπόν τα είδα στη γωνία Εγνατίας και Βασιλέως Καρόλου, που είχε πολλά μέγαρα. Φαίνεται ότι κάποιοι από τα μέγαρα αυτά ήταν προφανώς γερμανικής νοοτροπίας. Όχι όλοι. Περίμενα λοιπόν να περάσουν οι Γερμανοί και πράγματι εμφανίστηκαν. Μόλις εμφανίστηκαν, πρόσεξα ένα κοριτσάκι με ξανθές μπούκλες που στεκόταν δίπλα μου και που ούτε είχα πάρει χαμπάρι την ύπαρξή του, συνομήλικό μου, δέκα χρονών πάνω-κάτω. Το έβλεπα να βαστάει ένα τεράστιο στεφάνι, μία κουλούρα στεφάνι, και δεν μπορούσα να καταλάβω τι θέλει το κοριτσάκι να κρατάει αυτό το στεφάνι. Δεν πήγε το μυαλό μου εκεί. Ο κόσμος δίπλα όχι πάρα πολύς, μουδιασμένος, δεν είχε διάθεση βέβαια να χειροκροτήσει. Οι πιο πολλοί κάθονταν με τα χέρια κάτω ζεματισμένοι. Ήθελαν να κλάψουν αλλά δεν τολμούσαν Και τι ρόλο έπαιζε το κοριτσάκι; Άκου να δεις τι έκανε:
Όταν έφτασε σε μας ο πρώτος μοτοσικλετιστής, ο οποίος βέβαια είχε ένα ύφος θριαμβευτικό σαν κοσμοκράτορας, με πολύ θάρρος για να μην πω θράσος βγαίνει το κοριτσάκι στη μέση του δρόμου και τον σταματάει! Αυτός δε, επειδή το ίδιο φαίνεται πως έγινε και πριν, στην Αριστοτέλους, στην Κολόμβου ξέρω εγώ, αμέσως σταμάτησε και με τη σφυρίχτρα του έδωσε σήμα να σταματήσουν και οι υπόλοιποι. Σταμάτησαν όλοι, και αυτός με χαμόγελα περίμενε. Το κοριτσάκι λοιπόν με πολύ θάρρος, με πολλή άνεση, βαστώντας και το μεγάλο στεφάνι, πηγαίνει στη σταματημένη φάλαγγα και τον στεφανώνει. Μάλιστα ήταν κοντό και με χίλια ζόρια κατάφερε να του περάσει την κουλούρα. Αυτός το φίλησε, βέβαια. Δεν ξέρω τι άλλο είπανε, τι του είπε και αυτή, μερικά λόγια προφανώς τα οποία δεν γνωρίζω, και μετά συνέχισε η πορεία παρακάτω. Αλλά αυτό ήταν κάτι που με σόκαρε πάρα πολύ. Ήταν κάτι τρομερό. Και ο κόσμος που κάθονταν και έβλεπε δεν φαινόταν να είναι γερμανόφιλοι, γιατί δεν χειροκρότησαν εκτός από δύο-τρείς. Αλλά οι άλλοι τίποτα. Μούδιασμα. Έβλεπα δίπλα μου ότι όλοι ήταν μουδιασμένοι. Και τότε πρόσεξα ότι και άλλοι Γερρμανοί είχαν στον λαιμό τους στεφάνια σαν αυτά που βάζουν στους τουρίστες στη Χαβάη. Αυτό το θυμάμαι καλά. Το κοριτσάκι βέβαια γύρισε κατευχαριστημένο και κατενθουσιασμένο στο πεζοδρόμιο, και λογικά ήταν από γερμανόφιλη οικογένεια. Υπήρχε ένα ποσοστό αλλά δεν μπορεί να ήταν πολύ σπουδαίο. Αυτό το πράγμα πάντως το είδα με τα μάτια μου και μπορώ να το βεβαιώσω.
Γύρισα στο καινούργιο σπίτι με βουρκωμένα μάτια. Δεν μπορούσα να το χωνέψω. Ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου να στεφανώνει αυτούς που ήρθαν να μας σκλαβώσουν και να μας ρημάξουν.
Λίγους μήνες αργότερα, το 1942, με ένα κασελάκι κρεμασμένο με λουρί στον λαιμό, πουλούσα στους δρόμους τσιγάρα, παστέλια, αμύγδαλα και καρτ-ποστάλ. Από εκείνη την εποχή της Κατοχής, μού έμειναν απούλητες δώδεκα καρτ-ποστάλ που ευτυχώς σώθηκαν μέχρι σήμερα. Είναι φωτογραφίες του Λυκίδη.

Περιεχόμενα τεύχους

Τα προσφυγικά 4-8
Πελαγία Αστρεινίδου

Στη σκιά του τείχους 9-17
Ηρακλής Παπαϊωάννου

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος θυμάται 18-22
επιμέλεια Κώστα Μπλιάτκα

Χρονολόγιο Θεσσαλονίκης Ε’ Μέρος 23-37
Γιώργος Αναστασιάδης

Μηχανή υγείας-Μηχανή ζωής: Το Λαϊκό Σανατόριο Ασβεστοχωρίου του Ιωάννη Δεσποτόπουλου 38-47
Αιμιλία Αθανασίου

Κινηματογραφικές αίθουσες της μνήμης 48-52
Γιάννης Γκροσδάνης

“Είστε και εσείς Φιλμ-Έλληνες;” 53-55
Λίνα Μυλωνάκη

Η Ελλάδα ξανά στο κάδρο 56-59
Λίνα Μυλωνάκη

Μπιενάλε Νέων Μεσογείου 1986 & 2011 60-73
Αρετή Λεοπούλου, Λόης Παπαδόπουλος, Απόστολος Καλφόπουλος

Δημήτρια 2011: Ένας θεσμός αλλάζει πορεία 74-79
Γιάννα Τσόκου

Μια αποτίμηση των μουσικών εκδηλώσεων των 46ων Δημητρίων 80-83
Μιχάλης Λαπιδάκης

Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης 84-86
Ευμορφία Καραμπατάκη

Ποιήματα από το συρτάρι: Θωμάς Κοροβίνης 87
Γιώργος Κορδομενίδης

Νίκος Βασιλειάδης 88-89
Γιάννης Βανίδης, Γιώργος Κορδομενίδης

Λουκάς Στεφανίδης, “Περί αυθεντικότητας δίσκων βινυλίου” 90-91
Σάκης Παπαδημητρίου

Βιβλία 92-93
Γιώργος Αναστασιάδης