του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

Παρατήρησε την φωτογραφία: είναι καλοκαίρι, διότι είναι κατεβασμένη η τέντα του μπροστινού σπιτιού και τα σχοινιά της μπουγάδας είναι απλωμένα στην ταράτσα. Μεσημέρι, μεταξύ μία και δύο η ώρα, εφόσον οι σκιές είναι πολύ μικρές. Το άλογο φαίνεται νέο και στην καρότσα έχει άδεια καφάσια, φτιαγμένα από ξύλο λεύκας, από εκείνα με το δίχαλο, που μπορούν να στοιβαχτούν το ένα πάνω στο άλλο. Και το άσπρο κλειστό σακί – να είναι μισογεμάτο με κρεμμύδια, ή σκόρδα; Φαίνεται για κάρο μανάβη – το πιθανότερο. Εξίσου ενδιαφέρον είναι και το λευκό σπίτι – βρισκόμαστε στην Τούμπα, κάπου πίσω απ’ τον Άγιο Θεράποντα, καλοκαίρι του 1975: μια όμορφη, ανθρώπινη, λιτή μονοκατοικία, με τσιμεντένια, εξωτερική σκάλα από τα πλάγια, που ανεβαίνει στην ταράτσα. Συνηθισμένο μοντέλο των ετών του ‘70. Τα σκαλιά είναι στρωμένα με πιτσιλωτό μωσαϊκό της εποχής γυαλισμένο με σβουράκι. Στην μάλλον πισσαρισμένη ταράτσα φαίνονται  απλωμένα σκοινιά με μανταλάκια, για την μπουγάδα, που έχει ήδη μαζευτεί, ίσως γιατί είχε απ’ το πρωί ισχυρό ήλιο. Αλλά πού να ‘ναι κρυμμένος ο μανάβης; Πού έχει πάει; Διότι δεν φαίνεται να ήρθε εδώ για δουλειά με άδεια καφάσια στην καρότσα. Μήπως είναι κάνα όμορφο μαναβάκι που έχει κάποια ερωμένη, ύπανδρο, και οργιάζουνε κρυφά  πίσω από κάποιο κλειστό παράθυρο των διπλανών σπιτιών;  Μήπως ο σύζυγος είναι ταμίας στο Παρακαταθηκών και Δανείων, και λείπει, οπότε το μαναβάκι βρήκε την ευκαιρία να πουλήσει ζαρζαβατικά κατ’ οίκον; Τίποτε δεν αποκλείεται. Είναι πιθανό. Με τέτοιο ήλιο, καλοκαίρι και μεσημεράκι, τα κορμιά πλαντάζουν – ευτυχώς το άλογο της φωτογραφίας είναι εχέμυθο, ξέρει να κρατάει τα μυστικά.