Θεσσαλονίκη, Αύγουστος του 1951. Δύο νεαρές τότε ηθοποιοί στο μπαλκόνι του Μεντιτερανέ, του μυθικού ξενοδοχείου της παλιάς παραλίας της Θεσσαλονίκης που «εκοιμήθη» το 1978 μετά τα πλήγματα του Εγκέλαδου.

Κάκια Παναγιώτου (αριστερά με γυαλιά) και Άννα Συνοδινού. Και οι δύο έχουν φύγει πια από τη ζωή.

Σε μια συνέντευξη «Εκ του Πλησίον» είχα ζητήσει από τη μεγάλη τραγωδό και ηθοποιό του θεάτρου και του κινηματογράφου να μου περιγράψει τη Θεσσαλονίκη του 1951. Μέρες στο Μεντιτερανέ, το Βασιλικό Θέατρο, τις παραστάσεις με τη Μαρίκα Κοτοπούλη, τη Μελίνα και την Κάκια. Ατμόσφαιρα των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων και την καθημερινότητα. Και εκείνα το ζεστά βραδάκια στο «Φλοκάκι», στην Τσιμισκή…

Τα γράφει, όμως, με μεγαλύτερη πληρότητα η ίδια η Άννα Συνοδινού στο υπέροχο βιβλίο της, το πολυσέλιδο και γεμάτο σπάνιες φωτογραφίες Πρόσωπα και Προσωπεία. Ένα αυτοβιογραφικό χρονικό.

«Σ’ ένα γωνιακό λουξ διαμέρισμα, στο μεγάλο δωμάτιο μένουν το ζεύγος Χέλμη-Κοτοπούλη, και δίπλα, σε μικρό δωμάτιο των παιδιών, η Μαρίκα εγκατέστησε την Κάκια και μένα. Μας ξυπνούσε πρωί-πρωί, τρώγαμε στο μπαλκόνι ωραίο θρεπτικό πρωϊνό, κουτσομπολεύαμε, διαβάζαμε εφημερίδες ως την ώρα της πρόβας. Ο Χέλμης ήταν στην Αθήνα. Πηγαίναμε και ερχόμασταν με ταξί, ξενοδοχείο, Βασιλικό Θέατρο, εστιατόριο Όλυμπος-Νάουσα, ή στου Κρικέλα, για τσιπούρες, που άρεσαν ιδιαιτέρως στην Κοτοπούλη. Μας κέρναγε διαρκώς».

Ένα λαϊκό τραγουδάκι της εποχής με απλοϊκούς στίχους και ξέγνοιαστο εύθυμο ρυθμό, εκφράζει την ανάγκη φυγής από τη βαριά δεκαετία του 1940 και την είσοδο μιας νέας κοινωνίας στη δεκαετία του ’50:

«Δεν θέλω Σοπέν και Μπάχ / Βαρέθηκα τα αχ και βαχ… / Θέλω να χορεύω, να χορεύω / με της σάμπας τον τρελό ρυθμό…».

Κώστας Δ. Μπλιάτκας