Mal di luna σημαίνει «φεγγαροχτύπημα». Είμαι φεγγαροχτυπημένος, σεληνιάζομαι. Σεληνόβλητος. Είναι και τίτλος επεισοδίου απ’ την έξοχη σπονδυλωτή ταινία Χάος των Ταβιάνι, που βασίζεται σε διηγήματα του Λουίτζι Πιραντέλο.  Η σελήνη, η Σελάννα της Σαπφούς, La luna του Μπερτολούτσι, η αιώνια μαγεία του φωτισμένου, αιωρούμενου, κυκλοδίωκτου δίσκου στις διάφορες φάσεις του. Βλέπω  τη λάμπουσα ελλειπτική σελήνη μέσα στον Θερμαϊκό και πάντα γοητευμένος θυμάμαι τον στίχο του Ν. Δ. Καρούζου: «Μέχρι πότε ο Θεός θα αλλάζει μπαταρίες στο φεγγαράκι;» Το χάρτινο, το μεταλλικό, το ιδεατό φεγγαράκι που αναδιπλασιάζεται αενάως στους αιώνες, μόνιμη και διαφεύγουσα παρηγορία των θνητών. Μυστήριο και αινιγματικό βραδυπορεί ανεπαίσθητα μέσω νεφών,  νύκτωρ, αλλά και την ημέρα, ως συνοδός, ή ως υποσυνείδητο του Ήλιου ενίοτε, γράφοντας τους κύκλους του Τίποτε και των Αγίων Πάντων. Ημισέληνος, μηνοειδής, ή πλήθουσα σελήνη. Πανσέληνος. Αφροσέληνος τώρα, επί των υδάτων. Πυροφάνι για διερχόμενα σελάχια την νύχτα, που κι αυτά πήραν τον όνομά τους από το σέλας, διότι εκ των ένδον φεγγοβολούν. Μια φάουσα ελπίδα παντοτινή είναι για τους διερχόμενους στην προκυμαία το φεγγερό νύχι, για τους ερωτευμένους που ριγούν από πλησμονή, για τους ασθενείς που περπατούν στα πλακάκια με ελαφρά adidas και βαρύ παλτό, για τους γέροντες και τους εφήβους, για τα όμορφα κορίτσια που κάνουν τζόκινγκ – όλοι προσβλέπουν σε αυτό, στο φεγγαράκι και, χωρίς να το καταλαβαίνουν, προσεύχονται σιωπηρά στις αργυρές, κυμαινόμενες αντανακλάσεις του. Είναι το δικό μας σταθερό, σαλονικιώτικο φεγγάρι μέσα στα σκοτεινά νερά. Ο λειψός φάρος των φευγαλέων και των απαρηγόρητων.

 

Γιώργος Σκαμπαρδώνης