Στη “λαϊκή”, καμπούρια βλέπω έμπορους ευθυτενείς,  που ρήμαξε αχόρταγα η σκληρή δουλειά κι η ηλικία.

“Όμως έχω κοντά μου τα παιδιά, δεν έγιναν πουλιά”,  λέει ο ξωμάχος που μου ζύγιζε το κρητικό αλεύρι.

“Εμένα πάλι”, απάντησα, “είναι ο γιος μου μακριά,  μίλησε σε συνέδριο βελτιστοποίησης στο Χιούστον.”.

“Τέσσερα κιλά είπαμε;”

“Ναι, τέσσερα.”.

“Και γύρισε;”

“Έστειλε μήνυμα στη μάνα του: Έφτασα Άμστερνταμ. Απ’ τις οκτώ, κοιμήθηκα τις πέντε ώρες πτήσης.  Η αγάπη σας μ’ έφερε πίσω. Θα σας πάρω το βράδυ, θα τα πούμε στο σκάιπι από τη φωλίτσα της Ελβετίας.”.

“Μπακάλαρος, λεμόνι θέλει”, φωνάζει δίπλα μας ένας νεότερος, ακόμη άγριος με την αδίστακτη ζωή.

Εγώ σκεφτόμουν ότι δεν του κατάπιε του παιδιού η ξενιτιά τα αισθήματα, κι ας έκαμε αλλού φωλιά.

Πήρα προσεκτικά το αλεύρι, φοβούμαι για τη “μέση” μου, ευχόμενος να πάμε ώς τα πέρατα καλά, κυρίως να ‘ναι υγιείς για μας που μείναμε εδώ οι σκέψεις.

 

Κείμενο: Μανόλης Ξεξάκης. Φωτ: Ελένη Βράκα