του Γιώργου Κορδομενίδη

φωτογραφία: Γιάννης Βανίδης

 

Γεννήθηκε το 1953 στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε γαλλική φιλολογία στο πανεπιστήμιό της. Εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη. Με την ίδια ιδιότητα, εργάστηκε ακόμη στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Διηύθυνε τα περιοδικά Θ ’97, Χίλια Δέντρα, Τάμαριξ και Πανσέληνος.

Εμφανίστηκε ως πεζογράφος το 1985, με διήγημά του στον συλλογικό τόμο Παραφυάδα, και το 1989 εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό, που προκάλεσε μεγάλη αίσθηση. Ακολούθησαν τα βιβλία: Η ψίχα της μεταλαβιάς (διηγ., 1990, 21992), Η στενωπός των υφασμάτων (διηγ., 1992 [κρατικό βραβείο διηγήματος 1993], 21996), Η ψίχα της μεταλαβιάς. Ακριανή λωρίδα (διηγ., 1998), Γερνάω επιτυχώς (μυθιστόρημα, 2000), Απόγευμα Σαββάτου (λεύκωμα με φωτογραφίες του Γιώργου Ζαρζώνη και cd με τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη, 2001), Ουζερί Τσιτσάνης (μυθ., 2001, 22013), Επί ψύλλου κρεμάμενος (διηγ., 2003, βραβείο διηγήματος του περιοδικού Διαβάζω 2004), Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου (μυθ., 2006), Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας (διηγ., 2008), Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος (διηγ., 2008), Περιπολών περί πολλών τυρβάζω (διηγ., 2011, βραβείο «Πέτρος Χάρης» της Ακαδημίας Αθηνών 2013), Νοέμβριος (μυθ., 2014).

Τα θέματα της διηγηματογραφίας του δεν σχετίζονται με μεγάλα ιστορικά, κοινωνικά ή πολιτικά γεγονότα· έχουν «έναν ελάχιστο πυρήνα, ένα στιγμιότυπο, μια φευγαλέα εικόνα, μια κουβέντα, για να εκδιπλώσουν και να φέρουν στην επιφάνεια έναν εσωτερικό κόσμο των πραγμάτων αναπάντεχα πλούσιο». Όπως έχει γραφεί, «ο Σ. έχει την ικανότητα να δημιουργεί ιστορίες από το τίποτε». Εκείνο που εντυπωσιάζει στα διηγήματά του είναι η αφηγηματική τους οικονομία, η οποία πάντως δεν τα “στεγνώνει”, καθώς ο συγγραφέας βρίσκει τον τρόπο να τα πλουτίσει με κρίσιμες και χρήσιμες λεπτομέρειες. Αξιοπρόσεκτο είναι και το “φλερτ” των μικρών πεζών του με το αφηρημένο, το φανταστικό, το (σχεδόν) μαγικό, τα οποία ρίχνουν στις ιστορίες του ένα διαφορετικό φως. Άλλο χαρακτηριστό των διηγημάτων του είναι οι χαμηλοί τόνοι, σε αγαστή συνύπαρξη με την έκλυση, κατά τόπους, ακριβών συναισθημάτων με πολύ ενδιαφέροντες κυματισμούς. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία τον έχουν αναδείξει σε έναν από τους κορυφαίους σημερινούς διηγηματογράφους μας.

Όπως συμβαίνει (συχνά) και στα μικρά πεζά του, η Θεσσαλονίκη είναι το εμφανές φόντο των δύο πρώτων μυθιστορημάτων του (δεν έχω διαβάσει ακόμη το πολύ πρόσφατο, Νοέμβριος). Αντίθετα με τη διηγηματογραφία του, που αφορμάται από σύγχρονα προσωπικά βιώματα, τα μυθιστορήματά του εκτυλίσσονται σε κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας (γερμανική κατοχή το Ουζερί Τσιτσάνης, αρχές της δεκαετίας του ’60 το Πολύ βούτυρο για το τομάρι του σκύλου) και έχουν στο επίκεντρό τους υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα: τον συνθέτη Βασίλη Τσιτσάνη το πρώτο, τον στρατηγό Ντε Γκωλ (και την επίσημη επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη) το δεύτερο. Και στα δύο, ο Σκαμπαρδώνης κατορθώνει να αναβιώσει πειστικά τον χώρο και τον χρόνο του κάθε μυθιστορήματος, αλλά και να εμφυσήσει ζωή στα μυθιστορηματικά πρόσωπα. Ακόμη και στη μεγάλη φόρμα, διατηρείται η αφηγηματική οικονομία και η γλώσσα παραμένει λιτή και χωρίς περιττά στοιχεία. Η πλοκή είναι σφιχτοί και οι χαρακτήρες άρτια σκιαγραφημένοι. Ο συγγραφέας “ακούγεται” και εδώ σαν να μιλά για πράγματα και πρόσωπα που τα έχει ζήσει από κοντά.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

― Δημοσθένης Κούρτοβικ, Ημεδαπή εξορία. Κείμενα για την ελληνική λογοτεχνία, 1986-1991, Opera 1991

― Σπύρος Τσακνιάς, Πρόσωπα και μάσκες. Κριτικά κείμενα, 1988-1999, Νεφέλη 2000

― Mάρη Θεοδοσοπούλου, εφημ. Το Βήμα, 23.11.2003

― Α.Ζ. [Αλέξης Ζήρας], Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρόσωπα – Έργα – Ρεύματα – Όροι. Αθήνα, Πατάκης 2008

― Κωστής Παπαγιώργης, περ. Αθηνόραμα, 8.12.2011