TOTE KAI ΤΩΡΑ // τεύχος 66

του Άρι Γεωργίου

Ο ήχος της φωτογραφίας

Άνευ πραγματικής σημασίας η μικρή διαφορά της γωνίας λήψης ανάμεσα στις δύο φωτογραφίες. Πιο σημαντική η χρονική απόσταση ανάμεσά τους. 41 ολόκληρα χρόνια. Όπως εξάλλου και η διαφορά στην πρόθεση για την επιτέλεση εκάστης λήψης. Αρχίζω ανάποδα, η δεύτερη, η έγχρωμη του Ιανουαρίου 2016, έγινε ακριβώς για να προκληθεί η σύγκριση με την πρώτη, την ασπρόμαυρη του Σεπτέμβρη του 1975. Και για να συλλεχθούν, στατιστικά σχεδόν, πληροφορίες των οποίων βρίθει η απεικόνιση μιας παγωμένης μέρας του χειμώνα στο Καπάνι. Θα επιληφθώ σε λίγο. Πίσω στο ’75 όμως.

Σχετικά νέος στη φωτογραφία, όπως και νεότερος στην ηλικία, λίγες μόλις μέρες πριν, μετά από τρίμηνες διακοπές, ξεκινήσω με τον παλιό σκαραβαίο για επιστροφή στην πόλη των σπουδών μου, στη Γαλλία, επιδίδομαι μετά μανίας στη φωτογράφιση της πόλης και της γειτονιάς μου οικοδομώντας εκών άκων ένα αρχείο του οποίου την πολυτιμότητα τότε ακόμη δεν φανταζόμουν. Δοκιμάζω τις δυνατότητες ενός ορθοχρωματικού φιλμ (δεν έχει νόημα να εξηγηθεί από εδώ περί τίνος πρόκειται), προκύπτουν όθεν πολλές λήψεις που είναι για πέταμα, μερικές εντούτοις “γράφουν ιστορία” μάλλον ανεξάρτητα από την τονική ιδιαιτερότητα του Agfa Ortho 25. Είναι προφανώς Κυριακή. Νέκρα στην Αγορά. Ήλιος. Με σκιές νοτιοδυτικής κατεύθυνσης. Το σκόπευτρο παλινδρομεί ανιχνεύοντας διστακτικά τις τονικές αξίες που η μορφολογία των δίλοβων παραθύρων και της συστοιχίας των αψίδων συνιστούν. Δεν αγνοεί επίσης τη συστέγαση στο “κάδρο” του πρώτου πλάνου της διώροφης “εβραρδικής” αρχιτεκτονικής και την αντίθεσή του με το άθλιο σόκορο της αντιπαροχικής οικοδομής του ’60 στα μετόπισθεν. Δεν προλαβαίνει πάντως να αξιολογήσει άλλες πληροφορίες που, εάν τραβηχτεί, θα αναδείξει η φωτογραφία όταν τυπωθεί. Μέσα στην εκκωφαντική σιωπή της έρημης αγοράς ηχούν βήματα από τακούνια· έρχονται πίσω δεξιά μου. Μεγάλος αντρικός διασκελισμός. Με προσπερνούν. Ο περιπατητής τοποθετείται στο κάδρο. Κλικ. Αυτό περίμενα τότε περισσότερο, την ανθρώπινη παρουσία με τη δική της κλίμακα μέσα στο ορθογώνιο πλαίσιο, για να κάνω μια φωτογραφία που άξιζε τη λήψη της. Ας το ξεκαθαρίσω, για λόγους μορφολογικού κυρίως, πολύ λιγότερο ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος, το τελευταίο ανέκυψε όψιμα. Ο πρωταγωνιστής, ή μάλλον κομπάρσος στην περίπτωση αυτή, δεν θα μάθει ποτέ ότι το σώμα του, ως εικόνα, άφησε το ίχνος του στο ορθοχρωματικό μου φιλμ. Ούτε εγώ βεβαίως θα μπορέσω ποτέ να του αποδόσω το μερίδιο που του αναλογεί από τη συμμετοχή του. Έχω υποκλέψει την εικόνα του, το αναγνωρίζω, αλλά δεν θα ανοίξουμε από εδώ τη συγκεκριμένη συζήτηση που μπορεί εξάλλου να έχει ανοίξει χιλιάδες φορές χωρίς ποτέ να έχει κλείσει.

Η δική μου η δουλειά έχει γίνει. Το κεντρικό της επίτευγμα και τότε που τράβηξα τη φωτογραφία αλλά και τώρα που ετροχρονισμένα την αναγιγνώσκω, εστιάζεται ευθύβολα στον ήχο του βηματισμού μέσα στην ησυχία, στο Καπάνι τον Σεπτέμβρη του 1975. Τέσσερις και βάλε δεκαετίες αργότερα, Καπάνι και πάλι. Πολύ λιγότερο ρομαντική από την αρχαία μονοχρωματική, η σύγχρονη έγχρωμη ψηφιακή λήψη σαρώνει με χυδαία πεζότητα το ίδιο με το “τότε” περιβάλλον. Ή περίπου το ίδιο. Η κτιριακή υποδομή, ως άλλο ντεκόρ θεάτρου, ισούται με τον εαυτό της. Αλλά το ηχητικό τοπίο είναι εντελώς άλλο. Είναι μέρα της εβδομάδας, η αγορά εν ενεργεία. Από τα δεξιά μου, από τα λαχανικά, δυο τρείς “κράχτες” διαλαλούν τιμές και ποικιλίες. Λίγο πιο πέρα, τουρσιά, ελιές, κάπαρη, παστά, ανακοινώνονται μεγαλοφώνως ενώ από το σουβλατζίδικο, ολίγον πίσω μου, ελαφρολαϊκά, χαζο-αμανέδικα και διαφημίσεις επιμένουν, όπως παντού αλλού σ’αυτόν τον τόπο, να μου ανακατεύουν τ’άντερα. Που φροντίζουν να συντηρούν σε μόνιμη διαταραχή οι απαραίτητες δημιουργικές παρεμβάσεις της “τέχνης του δρόμου”, των απανταχού γκραφίτι, που πρέπει να υποστώ αγόγγυστα αν θέλω να παραμείνω κάτοικος της πόλης μου και της χώρας μου. Τα δίλοβα παράθυρα του Εμπράρ έχουν εξαφανιστεί πίσω από τις “υψηλής αισθητικής” επιγραφές των εμπόρων ενώ οι ασύμμετρες και ανισοϋψείς αλεξήλιες τέντες πλαγιοκόπησαν δραστικά το εύρυθμο του αψιδωτού περιστυλίου. Κοιτώ, για να ξανασυγκρίνω στα πεταχτά, τη φωτογραφία του ’75. Ναι, εις πείσμα της ως άνω παρακμιακής συμπτωματολογίας μία τουλάχιστον κίνηση αναβάθμισης έχει, από το 1975, υλοποιηθεί. Οι άθλιες τσιμεντόπλακες πεζοδρομίου και η λεκιασμένη άσφαλτος του “τότε” αντικαταστάθηκαν με ευγενείς γρανιτένιους κυβόλιθους, ανακτώντας το ύφος και την υφή του καλντεριμιού που θυμόμασταν από τα παιδικά μας χρόνια. Ως μοναδική πινελιά πολιτισμού που πολεμάει μόνη της να αντισταθεί στην ενορχηστρωμένη συμφωνία χαρακτήρων ανάμεσα στις “υπέρκομψες” μπετονένιες ζαρντινιέρες με την ψωριάρικη πρασινάδα, την ευτέλεια των υλικών εξοπλισμού και την κλασική πλέον κακότητα των πολυκατοικιών στο φόντο που, θά ’λεγες, πολλαπλασιάστηκαν. Υποταγμένοι, όπως κι εγώ, στην καταδικασμένη αισθητική της, οι θαμώνες της αγοράς διενεργούν τις επιούσιες διαδικασίες. Διακρίνω ανάμεσά τους, με την πράσινη πλεκτή ζακέτα, τον συνάδελφο αρχιτέκτονα Νίκο Κοντό που μόλις αγόρασε πράσινες ελιές Χαλκιδικής και αναπτύσσει ταχύτητα εξόδου. Εσύ δεν με πήρες μυρωδιά Νίκο. Τα λέμε αργότερα.