Frederic Boissonnas, 1913 ή 1919

Η Καμάρα βρίσκεται σε απόσταση δώδεκα λεπτών, με βάδισμα περιπάτου, τόσο από το πατρικό σπίτι μου, όσο και από το τωρινό ενδιαίτημά μου.

Στα παιδικά μου χρόνια, την προσπερνούσαμε τακτικότατα μαζί με τη μαμά και την αδελφή μου για να επισκεφθούμε την γιαγιά μου στην Ευαγγελίστρια (τηγανητές πατάτες με αυγά). Στα μετεφηβικά μου χρόνια περνούσα σχεδόν καθημερινά από μπροστά της για να πάω στο Πανεπιστήμιο (πλήξη) ή στις μονιές της Άνω Πόλης (ευλογία), στα κατοπινά την προσπερνώ σχεδόν καθημερινά για να κατέβω στο κέντρο ή στην παραλία. Από κάτω της πέρασα όλα λαχτάρα για να αντικρίσω κάποιο πρωί τα μάτια της (έχω ξεχάσει το χρώμα τους), από κάτω της πέρασα κλαίγοντας κάποιο βράδυ για να τον βρω πεθαμένο στο κρεβάτι του (προηγήθηκε προειδοποιητικό τηλεφώνημα).

Υπολογίζω, λοιπόν, πως όλα αυτά τα χρόνια (μισός αιώνας, μέσα στον οποίο τα μάρμαρά της καταφαγώθηκαν από τα καυσαέρια) πρέπει να έχω περάσει μπροστά από την Καμάρα τουλάχιστον γύρω στις δέκα χιλιάδες φορές, χωρίς να μετρώ τις διελεύσεις μου ως βρέφος μέσα στο παιδικό καρότσι,  στο αστικό λεωφορείο ή στο ταξί.

Με κατεύθυνση από το κέντρο της πόλης προς το μνημείο είτε μέσω της Εγνατίας, είτε μέσω της Πι Πι Γερμανού είτε μέσω της Γούναρη, από τη στιγμή που αποκτά κανείς οπτική πρόσβαση στην Καμάρα μέχρι τη στιγμή που τη διασχίζει και απομακρύνεται, περνούν περίπου έξι λεπτά. Άρα, έχω ζήσει  εξήντα χιλιάδες λεπτά, δηλαδή χίλιες ώρες, δηλαδή σαράντα ένα εικοσιτετράωρα της ζωής μου, αντικρίζοντας και διασχίζοντας το μνημείο.

Μέσα σε αυτά τα εξήντα χιλιάδες λεπτά δεν συμπεριλαμβάνω τον χρόνο που έχω περάσει σταλιζόμενος στον χώρο πέριξ του μνημείου για να χαζέψω μια πολιτική συγκέντρωση συνήθως του αντιεξουσιαστικού φάσματος (παραδόξως ένα απόγευμα είδα τη Μελίνα Μερκούρη να μιλάει από κάτω της, πήγα σπίτι κι αμέσως το έκανα ποίημα), μια συνάθροιση οπαδών τοπικών ομάδων (αμφότερες με κατάληξη στα δακρυγόνα)  ή σε αναμονή μιας φιλικής ή σύνευνης οντότητας.

Την Καμάρα την έχω καταγράψει σε ποιήματα, σε πεζογραφήματα, σε θεατρικά έργα και σε μελέτες μου (τουλάχιστον σε δώδεκα περιπτώσεις).

Σε ένα ανέκδοτο θεατρικό μου, ένας σαλός από έρωτα λέει τα εξής:

«Ο δρόμος με έβγαλε στην Καμάρα. Στην γνωστή την Καμάρα, που είναι στρωμένη γύρω γύρω με τις πλάκες από τα εβραίικα τα μνήματα γυρισμένες στα μπρούμυτα, από την ανάποδη, και περιμένουνε τα κοριτσάκια εκεί, οι φοιτητριούλες, να έρθει το παλικαράκι τους να βγούνε ραντεβού. Ε, ρε, και πού να ξέρανε τα έρημα ότι πάνω σε ταφόπλακες το περιμένουνε το παλικαράκι τους… Αλλά όταν τραβήχτηκε αυτή η παλιά φωτογραφία ακόμα δεν είχε ταφόπλακες από γύρω η Καμάρα γιατί εκείνοι οι Εβραίοι ζούσανε και σουλατσέρνανε γύρω από την Καμάρα, πού να το έβαζε το μυαλό τους ότι σε καμιά τριανταριά χρόνια η πλάκα τους θα στρωνότανε εκεί όπου πατούσανε παλιότερα… Ρε συ, το βάζει ο νους σου ότι μπορεί μια μέρα κάτω το δάπεδο του ασανσέρ που το πατάς να το στρώσουνε με την ταφόπλακά σου και να το πατάνε άλλοι; Δεν το βάζει βέβαια, οπότε μπαίνεις εσύ ήσυχος ήσυχος, πατάς το κουμπί, ανεβαίνει το ασανσέρ. Αλλά και να το βάλει ο νους σου, τώρα που σου το είπα, τι θα κάνεις δηλαδή; θα πάψεις να μπαίνεις στο ασανσέρ;».

Πράγματι. Τι να κάνω, δηλαδή; Να πάψω να περνάω από την Καμάρα;