του Γιώργου Σκαμπαρδώνη,

από το τεύχος 49 του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

«Κανείς άνθρωπος δεν θα μείνει χωρίς πατρίδα, όσο θα υπάρχει η Θεσσαλονίκη.» Αυτή η φράση, που συνοψίζει τον ιστορικά προαιώνια φιλόξενο χαρακτήρα της πόλης, δεν ειπώθηκε από κάποιον θιασώτη του σημερινού, υπερβολικού correct περί πολυ-πολιτισμικότητας που υποκρύπτει κι άλλα ―ενίοτε― ιδεολογήματα, αλλά από έναν Θεσσαλονικιό  βυζαντινό λόγιο του 13ου-14ου αιώνα, τον Νικηφόρο Χούμνο (1250-1327), που τη διατύπωσε ως εξής: «Ως ουδείς άπολις μέχρις αν η των Θεσσαλονικέων ή πόλις».

Ο Χούμνος καταγόταν από επιφανή οικογένεια και έλαβε επιμελημένη μόρφωση. Υπήρξε μαθητής του Γεωργίου του Κύπριου. Κατέλαβε σημαντικά αξιώματα επί Μιχαήλ Η΄ και Ανδρόνικου Β΄, φτάνοντας στο αξίωμα του πρωθυπουργού (Μεγάλου Λογοθέτη). Η κόρη του, Ειρήνη Χούμναινα, παντρεύτηκε έναν από τους γιους του αυτοκράτορα Ανδρόνικου, τον Ιωάννη. Το 1315 αντικαταστάθηκε στο αξίωμα του πρωθυπουργού από τον Κωνσταντινουπολίτη λόγιο Θεόδωρο Μετοχίτη. Εκάρη μοναχός με το όνομα Ναθαναήλ και πέθανε περί το 1327. Έγραψε πλήθος έργων με αντι-λατινικό και αντι-πλατωνικό περιεχόμενο, έργα ρητορικού χαρακτήρα και επιστολές, που παραμένουν αδημοσίευτα. (Η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται κάποτε να εκδοθούν;)

Ο Χούμνος δεν έγραψε τυχαία την παραπάνω περίφημη φράση, που θα εκφράζει τη Θεσσαλονίκη στο διηνεκές. Είχε λάβει ελληνική μόρφωση, που επέμενε πάντα στο φιλόξενον (Ξένιος Ζεύς, η επιταγή «Ξένους και μη δυναμένους ξένιζε» κτλ.), σε συνδυασμό με την επίκληση της χριστιανικής αγάπης αλλά και τη θέση της πόλης ως κόμβου Ανατολής-Δύσης, και καταφυγής πάντων των διωκομένων, από κάθε σημείο του πέριξ κόσμου, τότε αλλά και ανέκαθεν.

Η Θεσσαλονίκη, πόλη ελληνική από κράση κι εκ γενετής, φορέας όλης της ελληνικής, ελληνορωμαϊκής και ελληνοχριστιανικής παράδοσης, ζώντας πολλά, λόγω στρατηγικής, γεωπολιτικής θέσης και ως δεύτερη πόλη του Βυζαντίου, ανέπτυξε το προτέρημα της ανοχής και λόγω ιστορικής ιδεολογίας και εξαιτίας της οδυνηρής πραγματικότητας που έζησε, με τις αλλεπάλληλες πολιορκίες, αλώσεις, συγκρούσεις αλλά και ως καίριο εμπορικό σταυροδρόμι. Απέκτησε οικείωση με αλλοδαπούς, ετερόθρησκους, εξόριστους, απελπισμένους, εμπορευόμενους και διερχόμενους. Ήταν από τη φύση της μια αγκαλιά προστασίας αλλά και συναλλαγής, απάγκιο και αγορά, μεσολαβητική στάση και κόλπος διάσωσης και ανάδειξης.

Ο κατά παράδοση ελληνικός και αργότερα ελληνοχριστιανικός της χαρακτήρας και η συνακόλουθη αντίληψη κόσμου είναι που την αναβίβασε στην περιωπή της συγκατάβασης και της φιλόξενης υποδοχής ― μια ολόκληρη ανθρωπιστική θεώρηση, κι όχι απλά η θέση της στη γεωγραφία. Πίσω απ’ όλα αυτά υπάρχουν ο αρχαιοελληνικός κόσμος ως σύλληψη και πράξη, ο σχετικισμός, ο υποκειμενισμός, η οικουμενικότητα που πραγμάτωνε από αιώνες ο ελληνισμός.

Αλλά οι σοφοί Έλληνες, πριν τον Χούμνο, έλεγαν και μια άλλη μοιραία φράση: «Τον ξενοδόχον σέβου». Δηλαδή δείξε σεβασμό σε αυτόν που σε φιλοξενεί ― κάτι που δεν συνέβαινε πάντα, εφόσον ταυτόχρονα η Θεσσαλονίκη ήταν και είναι μια πόλη αενάως διεκδικούμενη, κι όχι απλά και ειδυλλιακά μια φιλόξενη φτωχομάνα. Οπότε, παράλληλα με το φιλόξενον, τραβήξαμε και πολλά από διάφορους γειτόνους που πάντα την ήθελαν δική τους και ακόμα τη ζαχαρώνουν. Μην το ξεχνούμε. Από διάφορους φιλοξενούμενους, που όταν ήρθε η ώρα δεν «σεβάστηκαν τον ξενοδόχο», αλλά θέλησαν όλο το ξενοδοχείο για τον εαυτό τους – υπάρχει δυστυχώς και η Ύβρις σε αυτή τη ζωή.

Κατά συνέπεια, είναι όντως μεγαλειώδης η ρήση του Χούμνου, και οφείλουμε να ακολουθούμε το νόημά της. Αλλά, ωστόσο, να ’χουμε και τον νου μας, ε; Δεν βλάπτει.