επιμέλεια Κώστας Μπλιάτκας

φωτογραφία Άρις Γεωργίου

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ήταν ο κεντρικός ομιλητής κατά την τελετή αναβίωσης της Φοιτητικής Εβδομάδας, η οποία έγινε στις 30 Απριλίου 1999, στο αμφιθέατρο της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του τότε πρύτανη του ΑΠΘ, Μιχάλη Παπαδόπουλου, και ο Ντίνος Χριστιανόπουλος είχε επιλέξει να παρουσιάσει «Αναμνήσεις από το Πανεπιστήμιο».

Από την ομιλία αυτή υπάρχουν μαγνητοφωνημένα αποσπάσματα. Τα υπόλοιπα στοιχεία της σημαντικής εκείνης ομιλίας, καθώς και οι ερωτήσεις και με την προσθήκη ερωτήσεων, προστέθηκαν, σε συνεργασία με τον ποιητή, ενόψει της παρούσας δημοσίευσης στο Θεσσαλονικέων Πόλις.

Άλλη εποχή, άλλες ιδέες

Γεννήθηκα το 1931 και στο Πανεπιστήμιο μπήκα το 1949. Πήρα το πτυχίο μου το 1954. Έζησα δηλαδή [το Πανεπιστήμιο] συναπτά αυτά τα χρόνια από το 1949 μέχρι και το 1954. Έχω λοιπόν μια εμπειρία που εσείς δεν την έχετε. Και ίσως οι πιο πολλοί δεν μπορείτε και να την φανταστείτε. Άλλη εποχή, άλλα πρόσωπα, άλλες ιδέες, άλλη κοινωνία. Ευτυχώς που είμαι τόσο γερά κρατημένος από την πραγματικότητα, ώστε παρά τρίχα θα ένιωθα ότι είμαι φρούτο μιας άλλης εποχής.

Είχαμε περάσει δύσκολα χρόνια στην Κατοχή, προσωπικά μάλιστα κινδύνεψα να πεθάνω δύο φορές από πείνα. Μια το 1942 και μια το 1943. Την πρώτη φορά με γλίτωσαν τα κατηχητικά σχολεία, που μου πρόσφεραν συσσίτιο για πολλά χρόνια. Την άλλη φορά με γλίτωσε ένας θείος, αρκετά πλούσιος, κι έτσι μπόρεσα λιγάκι να συνέλθω και να σταθώ στα πόδια μου. Και αυτός ο θείος αργότερα με βοήθησε να συνεχίσω τις σπουδές μου. Γιατί τότε δεν ήταν δωρεάν η παιδεία. Ήθελε πολύ παραδάκι. Κι αν δεν είχες παραδάκι, δεν γίνονταν τίποτε. Έτσι λοιπόν, χάρη σ’ αυτόν τον θείο, μπόρεσα και έβγαλα  το Γυμνάσιο και μπήκα και στο Πανεπιστήμιο, που ήταν αρκετά δαπανηρό. Δεν υπήρχαν μεν φοιτητικά εγχειρίδια για να αγοράζουμε, είχε όμως πολλά δίδακτρα και πολλά εξέταστρα. Εγώ ήμουν γιος ενός φτωχού μπογιατζή και δεν θα μπορούσα με κανέναν τρόπο να σπουδάσω. Ήταν αδιανόητο. Χάρη λοιπόν σ’ αυτόν τον θείο μου τα κατάφερα, αντεπεξήλθα σε όλα τα οικονομικά, ήμουν και καλός φοιτητής προς μεγάλη χαρά του θείου μου, κι έτσι περίπου τα πράγματα πήγαν καλά.

Παρ’ όλα αυτά, εκείνες οι φριχτές πείνες της κατοχής με ακολούθησαν σε όλη τη δεκαετία του ’50. Ήμουν τόσο αδύνατος, που φίλοι μου για πλάκα χαϊδεύανε τα παϊδάκια μου και τα μετρούσαν. Και ήταν πάρα πολύ εύκολο να τα μετρήσουν.

Το 1949, όταν θα μπαίναμε στο πανεπιστήμιο, όσοι τουλάχιστον υποψήφιοι ήμασταν Θεσσαλονικείς και δεν ερχόμασταν από την επαρχία, πήγαμε στα φροντιστήρια. Εγώ ήμουν καλός μαθητής και δεν είχα ανάγκη από φροντιστήριο. Αλλά, καλού-κακού, πήγα κι εγώ, επειδή φοβήθηκα τον ανταγωνισμό, γιατί οι υποψήφιοι φοιτητές από την επαρχία, κατά κανόνα, ήταν η αφρόκρεμα αυτών των επαρχιών. Υπήρχε επομένως σκληρός ανταγωνισμός για πολύ λίγες ―για ελάχιστες― θέσεις. Θα μπαίναμε 95 άτομα μονάχα, ενώ οι υποψήφιοι που πλημμύριζαν από όλη τη Μακεδονία ήταν πάρα πολλοί, ήταν χιλιάδες. Μιλώ βέβαια μόνο για τη Φιλοσοφική Σχολή. Το σκέφτηκα, το ξανασκέφτηκα, και τελικά πήγα κι εγώ σ’ ένα φροντιστήριο που το οργάνωναν τα κατηχητικά σχολεία, με τον αξέχαστο γυμνασιάρχη Βασίλη Χατζηανδρέου, ο οποίος μας έκαμνε όλα τα φιλολογικά μαθήματα. Και πράγματι, η θητεία μου σ’ αυτό το φροντιστήριο και σ’ αυτόν τον γυμνασιάρχη με ωφέλησε πάρα πολύ. Γιατί ήμουν αρκετά αδύνατος στα λατινικά και χάρη σ’ αυτό το φροντιστήριο μπόρεσα να δυναμώσω, ώστε να μπω από τους πρώτους όταν τελικά δώσαμε εξετάσεις.

Οι πρώτες μου αναμνήσεις από αυτό το φροντιστήριο, που άρχισαν την πρωτοχρονιά του ’49, συνδέονται με ένα πολύ τραγικό γεγονός. Γιατί, κακά τα ψέματα, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι είναι τα χρόνια του εμφυλίου, που εμείς αν και ζούσαμε στις πόλεις, τα ζήσαμε αρκετά έντονα. Εγώ θυμούμαι πολύ καλά τον βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης από τους αντάρτες. Αλλά όλα αυτά ήταν αστεία μπροστά σε ένα επεισόδιο που μου συνέβη και με το οποίο περίπου ανοίγει η προσπάθεια να μπω στο Πανεπιστήμιο.

Όταν οι αντάρτες, τον Γενάρη του 1949, κατέλαβαν τη Νιάουσα και την έκαψαν και ύστερα από σκληρό αγώνα απωθήθηκαν και διώχτηκαν, ένα στέλεχος των κατηχητικών που υπηρετούσε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός, ο Νικόλαος Αναδολής, σκοτώθηκε στη μάχη. Οι φοιτητές φίλοι του, δηλαδή μια παρέα από τα κατηχητικά, πήγαμε να παραλάβουμε από τη Νιάουσα, που ακόμη καίγονταν και ήταν μέσα στα ερείπια, τη σορό του. Ήμουν κι εγώ ένας από αυτούς. Πολύ τραγικές εποχές. Δεν φαίνονταν τίποτα το ιδιαιτέρως τραγικό, κι ίσως και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν τα πάντα υπεράγαν τραγικά. Πήγαμε λοιπόν στην καμένη Νιάουσα και μας υποδέχτηκε ένας λοχίας. Πήγαμε μ’ ένα στρατιωτικό τζέιμς. Βγήκαμε σε μια πλατεία που λεγόταν Κιόσκι, είχε τρία πλατάνια, θυμούμαι. Δεν είχε κόσμο. Η Νιάουσα ήταν έρημη. Είδα μια μικρή κίνηση σ’ αυτά τα πλατάνια, κάτι συνέβαινε. Ρώτησα έναν τι γίνεται εκεί. Α, μου λέει, θα δεις. Έχει τα κεφάλια τριών ανταρτών κομμένα, πεταμένα στη βάση των πλατάνων. Και θα δεις τώρα τι θα γίνει. Μας πλησιάζει λοιπόν ο λοχίας, ο οποίος με πολύ άγριο τρόπο μας λέει: «ρε σεις, πρώτα θα περάσετε να φτύσετε αυτά τα κεφάλια και μετά θα μπείτε μέσα στην πόλη».

Προσπαθήσαμε κάτι να πούμε, ότι πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο της πόλης, όπου είχαν τη σορό του Αναδολή. Αυτός όμως ανένδοτος: «Δεν θα μπείτε στο νοσοκομείο αν δεν έλθετε στα πλατάνια για να φτύσετε τα κεφάλια των κομμουνιστών». Τι να κάνουμε; Υπακούσαμε και ένας ένας προχωρούσαμε για να φτύσουμε αυτά τα κεφάλια. Εγώ ήμουν πάρα πολύ ευαίσθητος, δεν μπορούσα να δω αίμα, μου ήταν αδιανόητο. Και τα κεφάλια αυτά, τα οποία ήταν και φρέσκα, ήταν μέσα στα αίματα. Και ταυτόχρονα, σιγά σιγά, από τα πολλά φτυσίματα κόντευαν να κρυφτούν τα αίματα. Αλλά εγώ τα είδα· ήταν αποτρόπαιο το θέαμα. Απάνθρωπο και φρικτό ήταν κι αυτό που μας υποχρέωναν να κάνουμε. Δεν άντεξα στο θέαμα. Λιγοθύμησα αμέσως. Αυτό ήταν η μεγάλη ευτυχία. Διότι έτσι γλίτωσα το να υποστώ κι εγώ το μαρτύριο να τα φτύσω. Ακριβώς επειδή λιγοθύμησα, με πήραν ως ακατάλληλο και με έστειλαν πίσω στην Θεσσαλονίκη. Αυτή ήταν η πρώτη βασική εμπειρία της προετοιμασίας μου για το πανεπιστήμιο.

Φανατικές κατηχητικίνες

Τελικά μπήκαμε στο Πανεπιστήμιο. Εγώ ήμουν από τους καλύτερους, εννοώ τους Θεσσαλονικείς, γιατί οι επαρχιώτες μάς είχαν ξεπεράσει και ήταν πιο διαβασμένοι και πιο προχωρημένοι. Αλλά και από τα κορίτσια υπήρχαν πολλές και αξιόλογες, κυρίως αυτές του κατηχητικού. Αλλά ήταν φανατικές κατηχητικίνες, με μακριά μανίκια, οι οποίες βέβαια κάνανε καλά τη δουλειά τους, ήταν συμπαθείς συμφοιτήτριες αλλά συμπαθείς μόνο προς τους ομόφρονες. Για όλους τους άλλους, που τους έλεγαν άθεους και άπιστους, ήταν φοβερές. Αυτή είναι η πρώτη εντύπωσή μου από τα φοιτητικά έδρανα. Αυτές κάθονταν χώρια, δεν μιλούσαν με κανέναν, ήταν περίπου σαν μια μικρή χριστιανική Μασονία. Εμένα βέβαια με λάτρευαν. Εγώ ήμουν ευνοούμενος του Χατζηανδρέου, τον βοηθούσα και σε ένα σωματείο που λέγονταν Χριστιανική Ένωση Εκπαιδευτικών Λειτουργών, και με λάτρευαν αυτές οι φοιτήτριες μέχρι που ξαφνικά διαπίστωσαν ότι έγραφα και δημοσίευα ποιήματα, όχι και πολύ χριστιανικά. Όταν αυτό έγινε συνείδηση, μου κόψανε αυτομάτως την καλημέρα και έγινα πια ο αποδιοπομπαίος τράγος. Ούτε θέλανε ζωντανό να με δουν. Σε τέτοιο βαθμό. Είχα, βλέπετε, αυτήν την πρωιμότητα με τις λογοτεχνικές εκδηλώσεις και τα γραψίματα. Ήδη το 1950, δευτεροετής φοιτητής, εξέδωσα την πρώτη μου ποιητική συλλογή, Η εποχή των ισχνών αγελάδων, η οποία ήταν μια βόμβα που τα τίναξε όλα στον αέρα. Με μια κλιμακωτή σειρά αντιδράσεων που έπρεπε να τις υποστώ μέχρι τον πάτο. Οι πρώτες που αντέδρασαν ήταν αυτές οι κατηχητικίνες. Μετά αντέδρασε η ηγεσία του κατηχητικού, η οποία δεν μπορούσε να διανοηθεί πως ένα στέλεχος ήταν τόσο ελεεινό και τόσο σιχαμερό, ώστε να ειρωνεύεται και τις αγίες και τους αγίους. Και βεβαίως αυτά μου φάνηκαν και λίγο φυσικά. Δεν περίμενα διαφορετική αντίδραση. Εκείνο όμως που μου φάνηκε πολύ παράξενο ήταν η αντίδραση των πιο πολλών καθηγητών μου. Υπήρχε ένα κλίμα, όσο και να σας φαίνεται παράξενο, λατρείας του Παλαμά, τότε, 1949-1950. Ο Παλαμάς ακόμη ―άλλωστε είχε πεθάνει το 1943― ήταν φρέσκος, υπήρχαν τέσσερις γενιές παλαμικών ποιητών και μια παράδοση στην κριτική, πλήρους αποδοχής του παλαμικού έργου.

Ο Γιάννης Κακριδής

Αρχηγός της λατρείας του Παλαμά στο Πανεπιστήμιο ήταν ο πολύς και σπουδαίος καθηγητής μας, Γιάννης Κακριδής. Ήταν πράγματι πολύ σπουδαίος και τον λατρεύαμε. Ήταν μια αναμφισβήτητη προσωπικότητα. Ως καθηγητής άριστος. Σ’ αυτόν οφείλω την αγάπη μου για τον Όμηρο, κυρίως. Όπως και στους άλλους δύο φιλόλογους καθηγητές μου, τον Καψωμένο και τον Τσοπανάκη, χρωστώ την αγάπη μου για την αρχαία τραγωδία. Δυστυχώς, ο Κακριδής ήταν κακομαθημένος δάσκαλος. Ήθελε δηλαδή να μετατρέψει του μαθητές του σε ακολούθους του, σε τζουτζέδες.

Όσο και να σας φαίνεται παράξενο, η τόλμη μου δεν ήταν μόνο σε θέματα πραγματωμένης ποίησης αλλά και σκέψεων, απόψεων, ιδεών. Λίγο πριν βγάλω το βιβλίο κάναμε φροντιστήριο με τον Κακριδή για τη Σαπφώ. Η Σαπφώ ήταν μια από τις μεγαλύτερες αγάπες της ζωής μου. Τεραστία ποιήτρια, που ακόμη και σήμερα πολύ δύσκολα μπορούμε να καταλάβουμε το βάθος και το εύρος αυτής της ποίησης πριν από 500 ή 600 χρόνια π.Χ. Βγήκε λοιπόν ο Κακριδής και είπε: «Η Σαπφώ είναι κορυφαία ποιήτρια, η μεγαλύτερη όλων των αιώνων, αλλά δυστυχώς υπάρχουν κάποιοι αχρείοι που την χαρακτηρίζουν λεσβία. Είναι δυνατόν μια σιχαμερή λεσβία να είναι η κορυφαία ποιήτρια όλου του κόσμου;». Αυτό μου την έδωσε. Σηκώνομαι λοιπόν και του λέω: «Κύριε καθηγητά, δεν έχετε κανένα δικαίωμα να τοποθετείτε έτσι τα πράγματα. Η Σαπφώ ήταν λεσβία και είναι και κορυφαία ποιήτρια. Δεν αίρει το ένα το άλλο». Ο Κακριδής έγινε Τούρκος, με έδιωξε με τις κλωτσιές. Κι όταν αργότερα έβγαλα την ποιητική συλλογή, υπήρξε ο πιο εχθρικά διακείμενος απέναντί μου. Λες και είχα κάνει πια έγκλημα καθοσιώσεως, να πούμε. Έγραψα μερικά ποιήματα λίγο τολμηρά και έπρεπε να μου τρίψουν τη μούρη.

Ο Κακριδής είχε και κύκλο, που περίπου ασπάζονταν τις ίδιες ιδέες, και τα πράγματα δεν ήταν καθόλου ευχάριστα για έναν νεαρό φοιτητή που σηκώνονταν και αντιμιλούσε.

Μαζί μ’ αυτόν και κάποιος καθηγητής της φιλοσοφίας, που λεγόταν Γιερός, με απέβαλε αμέσως από το φροντιστήριο, διότι είχα το θράσος να κατηγορήσω τον Πλάτωνα, άκου τώρα τι του φάνηκε, με ιδέες που δεν ήταν ούτε αρχαιοελληνικές ούτε χριστιανικές, επομένως έξω.

Τελικά, στο κόλπο μπήκε και ο καθηγητής μου Λίνος Πολίτης. Αυτός για άλλο λόγο. Διότι ο Λίνος Πολίτης ήταν φανατικός οπαδός του Σεφέρη και του Ελύτη. Αυτοί οι δυο, μαζί με κάποιους άλλους, τον Καραντώνη, τον Κατσίμπαλη είχαν κάνει μια κλίκα και μέσα σ’ αυτή την κλίκα ήταν και ο Λίνος Πολίτης.

Κάποτε, σε ένα φροντιστήριο, είχα το απερίγραπτο θράσος να του πω ότι είναι γνωστή η ένταξή του σ’ αυτήν την κλίκα που πλαστογραφεί την ελληνική ποίηση. Και έγινε βέβαια χαμός. Ήταν ο τρίτος κατά σειρά που με έδιωξε με τις κλωτσιές.

Έτσι λοιπόν, από τη μια μεριά το θράσος μου, από την άλλη η τόλμη των ποιημάτων μου, για να μη μιλήσω για τα κατηχητικά, με κατέστησαν αντιπαθές πρόσωπο, που θα έπρεπε το λιγότερο να πάω να πνιγώ. Ευτυχώς όμως υπήρχε και η altera pars, δεν είχαν όλοι τις ίδιες ιδέες. Και πολλοί καθηγητές μου, όπως ο Καψωμένος, ο Τσοπανάκης, ο Ανδριώτης, ο Ξυγγόπουλος, όχι απλώς με προστάτεψαν και μου έδειξαν μια υπερβάλλουσα αγάπη αλλά και εκτίμηση και θαυμασμό. Θυμούμαι μάλιστα ότι ο Ξυγγόπουλος, παρόλο που ήταν καθηγητής της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, είχε κάποια γνώση από ποίηση. Και όταν το 1953 έγινε το ένατο παγκόσμιο βυζαντινολογικό συνέδριο, εδώ στην Θεσσαλονίκη και ήταν πρύτανης εκείνη την χρονιά, με κάλεσε και μου είπε: «Εγώ, παιδί μου, σε εκτιμώ πολύ αλλά δεν θέλω τώρα να τα λέω. Θέλω όμως να σου κάνω κάτι που θα με θυμάσαι σε όλη σου τη ζωή. Θα σου κάνω μια τιμή. Θα σε πάρω να σε ξεναγήσω στα βυζαντινά μωσαϊκά της Ροτόντας».

Για τα μωσαϊκά της Ροτόντας, με την ευκαιρία αυτού του συνεδρίου, είχαν καλέσει τον Φώτη Ζαχαρίου, πολύ σπουδαίο τεχνίτη στο καθάρισμα των βυζαντινών ψηφιδωτών από την Αθήνα, και αυτός τα καθάριζε με μεγάλη ευλάβεια και προσοχή. Θυμούμαι ότι έκανε κατ’ επανάληψιν τον σταυρό του πριν τολμήσει να απλώσει το χέρι για να καθαρίσει μια ψηφίδα.

Με πήρε λοιπόν ο Ξυγγόπουλος και ανεβήκαμε μια τεράστια σκαλωσιά. Να σκεφτείτε τη Ροτόντα η οποία είναι ψηλή όσο μια πολυκατοικία με οχτώ πατώματα. Να φανταστείτε λοιπόν ότι η σκαλωσιά έφτανε μέχρι επάνω στον τρούλο. Και κάτι επικίνδυνες σκαλωσιές… Εγώ φοβόμουν κιόλας. Έπασχα από τον φόβο του ύψους. Και τώρα πώς να του πω «ξέρετε, κύριε πρύτανη, φοβάμαι». Λέω, ας μην πω τίποτα και ας γίνει ό,τι γίνει. Λοιπόν σαν τυφλός πιανόμουνα από τις σκαλωσιές, ανεβαίναμε επάνω με φοβερό χτυποκάρδι. Ο Ξυγγόπουλος δεν κατάλαβε τίποτα. Και πράγματι με πήγε και είδα εξ επαφής αυτά τα ψηφιδωτά. Έτσι να έκανα το χέρι τα ακουμπούσα. Και είναι κάτι μεγαλειώδες. Γιατί, όπως ξέρετε, οι Βυζαντινοί φτιάχνανε αυτά τα ψηφιδωτά με προοπτική να τα βλέπει κανείς από την τεράστια αυτή απόσταση. Αλλά αν είχε την δυνατότητα να τα δει από κοντά, θα έβλεπε ότι η βυζαντινή τέχνη ήταν τόσο σωστή ώστε από πολύ κοντά ήταν ακόμα ωραιότερα. Παρόλο που η σκέψη του καλλιτέχνη είναι να τα βλέπεις από πολύ μακριά. Έμεινα κατάπληκτος. Τι κεφάλια αγίων ήταν εκείνα, πρωτοφανή. Πρωτοφανή! Αφού λοιπόν με γύρισε σ’ όλη αυτήν τη σκαλωσιά στον μεγάλο τρούλο, και τα είδαμε όλα σε όλα τα διαζώματα, κατεβήκαμε και μου λέει: «Αυτό θα το θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή. Δεν το ’κανα σε κανέναν απολύτως. Το ’κανα μόνο σε σένα, γιατί σε αγαπώ πολύ και σε εκτιμώ.» Και δεν μου είπε και τίποτα άλλο. Τελικά, ο φίλος μου ο Χατζηανδρέου μου είπε ότι ο Ξυγγόπουλος πίστευε ότι θα γίνω μεγάλη φυσιογνωμία στην παγκόσμια ποίηση. Αλλά βέβαια πού να λέγονταν τέτοια πράγματα. Και καλά έκαναν και δεν μου τα είπαν.

Ο Τσοπανάκης είχε κάποιες ορθολογιστικές επιφυλάξεις για μένα. Και μου έστειλε μία επιστολή με κάπως μασημένη την άρνηση. Το εκτίμησα όμως πολύ. Και γιατί το να σου στείλει επιστολή ένας σπουδαίος καθηγητής σου δεν ήταν μικρό πράγμα, αλλά και γιατί από τον Τσοπανάκη δεν περίμενα να μπορεί να καταλάβει τη μοντέρνα ποίηση. Αρχαίους καταλάβαινε, αλλά η μοντέρνα ποίηση ήταν πολύ διαφορετικό πράγμα. Πήρα λοιπόν την επιστολή και την έβαλα στο αρχείο. Καταλαβαίνετε την έκπληξή μου όταν, μετά από είκοσι δύο χρόνια, ο Τσοπανάκης μου έστειλε δεύτερη επιστολή, για να μου πει ότι τώρα άνοιξαν τα μάτια του και να μου ζητήσει συγνώμη. Βλέπετε λοιπόν ότι υπήρχε και τότε ήθος. Και τέτοια παραδείγματα έχω μαζέψει πολλά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα αντίθετα παραδείγματα ήταν λίγα.

Θυμούμαι τον γηραιότερο καθηγητή μας, της Λαογραφίας ο οποίος στα προπύλαια της παλιάς Φιλοσοφικής βρήκε κάποιον φοιτητή, τώρα τι είχε κάνει, τι είχε πει ο φοιτητής δεν ξέρω, και σηκώνει το πόδι του και του δίνει μια κλωτσιά και του λέει: «Ουστ, παλιοκουμμούνα, έξω από το Πανεπιστήμιο». Και το θυμούμαι αυτό το πράγμα, μπροστά στα μάτια μου έγινε.

Θέλω να σας πω, υπήρχαν και τέτοιες περιπτώσεις. Γενικά, η κατάσταση ήταν τόσο ρευστή, που δεν υπήρχε δυνατότητα ούτε να διαμαρτυρηθεί κανείς ούτε τίποτε. Όπως ξέρετε, ο πολύς Ηλίας Πετρόπουλος, παρόλο που προσωπικά δεν μου αρέσει και τον θεωρώ ελεεινό, απεβλήθη οριστικά από το Πανεπιστήμιο ύστερα από εισήγηση του καθηγητή Ηλία Κυριακόπουλου. Τόσο απλά ήταν τα πράγματα και δεν μπορούσε ένας φοιτητής να αντιδράσει, να βρει το δίκιο του. Και μη νομίσετε ότι ήταν απλώς μια αντικομμουνιστική υστερία. Το πράγμα ήταν πολύ πιο βαθύ. Δεκαετίες κατεστημένου, νοοτροπίες που διαμορφώθηκαν από τις σπουδές στην πρωσική Γερμανία, όλα αυτά είχαν δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα και ένα καθεστώς φοβερά θλιβερό, χωρίς να σημαίνει ότι δεν μπορούσαμε πια να το υποστούμε, αλλά κι όλα αυτά που σας είπα είναι χαρακτηριστικά ότι η εποχή εκείνη ήταν πολύ διαφορετική.

Εχέγγυα εθνικοφροσύνης

Βέβαια, πρέπει να λογαριάσετε και ένα άλλο σοβαρότατο στοιχείο, που δεν ξέρω αν οι νεότεροι το έχουν συνειδητοποιήσει. Δεν υπήρχε φοιτητικός συνδικαλισμός. Αυτό το πράγμα ήταν όχι μόνο αδιανόητο αλλά και δεν ενθαρρύνονταν από καμιά αρχή και εξουσία του Πανεπιστημίου, ενώ αν γίνονταν κάτι με πολύ ευχαρίστηση το καπάκωναν και το εξαφάνιζαν.

Από την άλλη μεριά, εμείς λίγο-πολύ είχαμε αυτό που θα λέγαμε εχέγγυα εθνικοφροσύνης. Δεν ήμασταν ύποπτοι για αριστερές αποκλίσεις. Άλλωστε, δεν είχε ξεφύγει πια ρουθούνι. Όσοι δεν είχαν σκοτωθεί στα βουνά είχαν πάει στις εξορίες. Εμείς πια ήμασταν τα αγγελούδια της αστικής κοινωνίας, καλά παιδιά από καλές οικογένειες, από καλά σωματεία, κατηχητικά και τέτοια. Δεν υπήρχε υποψία. Και όμως, από αυτά τα καλά παιδιά άρχισε σιγά σιγά να ξεφυτρώνει το αίτημα ενός συνδικαλισμού. Ως τότε κάτι μικροκινήματα ήταν καπελωμένα, δεν μπορείτε να φανταστείτε από ποιόν: από την Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών. Υπήρχε και αυτό το φρούτο. Μια Α.Υ.Π. εντεταλμένη να κάνει κάτι σποραδικές πνευματικές εκδηλώσεις· θυμούμαι, ας πούμε, ότι το 1953, στα εντευκτήρια αυτής της Α.Υ.Π, εγώ έκανα μια διάλεξη, από τις πρώτες μου, με τίτλο «Μια υπεράσπιση της τζαζ». Για πρώτη φορά βέβαια είχε γίνει τέτοιο πράγμα, να υπερασπιστώ την τζάζ, η οποία ήταν πανούκλα ― το λιγότερο. Πανούκλα για τους πάντες. Λοιπόν, υπό την αιγίδα και τας πτέρυγας αυτής της Α.Υ.Π είχαν αρχίσει κάτι φοιτητικές εκδηλώσεις ως εξής.

Οι Αμερικ(λ)άνοι είχαν δώσει πολύγραφους σε διάφορους φοιτητές που είχαν όρεξη, και αυτοί πήραν τους πολυγράφους και έβγαζαν διάφορα φυλλαδιάκια. Θυμούμαι, είχα έναν πολύ σπουδαίο και αξέχαστο φίλο, τον Κίμωνα Οικονόμου, μετέπειτα αρχισυντάκτη της εφημερίδας Δράσις, ο οποίος, ως φοιτητής της Νομικής, πήρε τον πολύγραφο και άρχισε να βγάζει ένα φοιτητικό περιοδικό, πολυγραφημένο, τα Φοιτητικά Νέα, όπου συνεργάστηκα κι εγώ, ήταν το πρώτο φοιτητικό έντυπο που συνεργάστηκα με διάφορες μικρομελέτες μου για τον Τέλλο Άγρα, για τον Λαπαθιώτη, ακόμη και για τον Γιοσέφ Ελιγιά. Λοιπόν, ο Κίμων Οικονόμου ήταν σουξέ εθνικοφροσύνης. Ήταν φανατικός Βορειοηπειρώτης. Κανείς δεν μπορούσε να του χωθεί. Και όμως, κάθε λίγο και λιγάκι τον καλούσε ο πρύτανης, δεν ξέρω εγώ ποιος, να του κάνει παρατηρήσεις, να του κάνει υποδείξεις. Με δυσκολία έβγαινε ακόμη και το φυλλάδιο αυτό, που έβγαινε χάρη στη μεγαλοψυχία των Αμερικ(λ)άνων.

Βέβαια, από κάτι τέτοια προμηνύματα να φοβάσαι. Στην αρχή δεν φαίνονται, αθώα είναι, αμελητέα είναι, και τελικά πώς δημιουργείται το βουζούνι δεν ξέρω. Αλλά το βουζούνι δημιουργείται και ετοιμάζεται να σπάσει. Ήδη, αρχές του 1953, και ενώ εγώ ήμουν στο τελευταίο έτος των σπουδών μου, έγινε μια κίνηση ―κυρίως από φοιτητές της Νομικής― να μαζευτούμε κάποιοι φοιτητές από όλες τις σχολές και να συζητήσουμε για τη δυνατότητα μιας συνδικαλιστικής όχι οργάνωσης ―γιατί δεν θα μας το επέτρεπαν― αλλά τη δυνατότητα φοιτητικών πνευματικών εκδηλώσεων λίγο συγκεκαλυμμένων, για να μην φαίνονται ότι είναι συνδικαλιστικές ― και η μόνη συγκάλυψη, όπως ξέρετε, ήταν οι εκδηλώσεις να ήταν καθαρά πνευματικές. Έτσι, μια συναυλία, μια διάλεξη… κανείς δεν λέει «ξέρεις, είμαι συνειδητός συνδικαλιστής». Όχι. Παρ’ όλα αυτά, μαζευτήκαμε στη Νομική, στην αίθουσα 39, και αρχίσαμε να κάνουμε μαραθώνιες συνεδριάσεις. Για τις λεπτομέρειες, για το πώς θα οργανωθούμε, χωρίς να φαινόμαστε ότι συνδικαλιστήκαμε. Δεν μου πολυάρεσε όλη αυτή η ιστορία για πρώιμους συνδικαλισμούς. Θυμούμαι όμως πολύ καλά δύο φίλους μου, οι οποίοι τελικά έπαιξαν και έναν βασικό ρόλο. Είναι ο Στέλιος Νέστωρ και ο, μακαρίτης τώρα, Γιάννης Μέλφος. Αυτοί οι δυο πρωτοστάτησαν και τελικά κατάφεραν να δημιουργηθεί μια άτυπη φοιτητική εβδομάδα, δεν έπεσε καθόλου στη μέση ούτε η λέξη ούτε ο χαρακτηρισμός. Αλλά η ουσία ήταν ότι έγινε μια σειρά εκδηλώσεων η οποία προέβλεπε και διαγωνισμό φοιτητικού διηγήματος, διαγωνισμό φοιτητικού ποιήματος, μια μικρούλα έκθεση διαφόρων αρχαρίων ζωγράφων και τα λοιπά, κάτι συναυλίες από την Α.Υ.Π., κάτι φίλμ που επίσης η ίδια υπηρεσία τα παρείχε. Με τα αστεία, με τα ψέματα, έγινε μια προσπάθεια. Αυτοί οι δύο απεδείχθησαν πολύ ατσίδες, δηλαδή φαίνεται ότι είχαν πολιτική σκέψη και τα οργάνωσαν τόσο καλά, ώστε και οι φοιτητές κατευχαριστήθηκαν και προπάντων οι καθηγητές δεν είχαν αιτία να γκρινιάξουν. Και βεβαίως, την επομένη χρονιά, δηλαδή το 1954, αυτοί δεν αρκέστηκαν μόνο στην Α.Υ.Π. αλλά τότε ήρθαν σε επαφή και με το περίφημο παγκόσμιο Ίδρυμα Εξυπηρέτησης Πανεπιστημίων, απ’ όπου επέτυχαν πάρα πολλά. Πρώτα πρώτα, πέτυχαν ένα κονδύλιο με το οποίο μπόρεσαν να τυπώσουν ―κάτι που δεν ξαναέγινε ποτέ και που απορώ πώς δεν το είχε σκεφτεί κανείς από τους ιθύνοντες του Πανεπιστημίου― μια φοιτητική επετηρίδα. Δηλαδή τύπωσαν μια επετηρίδα, ήταν περίπου 80 σελίδες, η οποία περιείχε ούτε περιληπτικά ούτε αναλυτικά, το σύνολο των δραστηριοτήτων των φοιτητών για το έτος 1953. Όταν λέω «σύνολο», δεν εννοώ κατ’ ανάγκη καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, ας πούμε και αθλητικά.

Το Πανεπιστήμιό μας είχε κάποιον αθλητισμό αρκετά προηγμένο. Μπορείτε να με φανταστείτε τώρα κι εμένα να παίζω βόλεϊ μπολ ― και τα κατάφερνα καλά. Λοιπόν, θέλω να σας πω, και τα αθλητικά, και κάτι χορωδίες, και κάτι καλλιτεχνικά, και κάτι τσούκου και κάτι μούκου, ήταν κάμποσα αυτά τα πράγματα σαν ένα σύνολο εκδηλώσεων σε μια χρονιά. Θυμούμαι τότε ότι συνεργάστηκα κι εγώ σ’ αυτήν την έκδοση της επετηρίδας το 1954 (αλλά για τα πεπραγμένα του 1953)· βγήκε πάρα πολύ ωραία, όχι μόνο καλοτυπωμένη και σεμνή, όχι παραφουσκωμένες εκδηλώσεις όχι γελοίες εκθέσεις που πηγαίνουνε διάφορες σαχλές σουρλουλούδες και εμφανίζονται τάχατες σαν ζωγραφίνες που δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Σε ένα επίπεδο σοβαρότητας και κοσμιότητας. Και έτσι, που λέτε, βγήκε η πρώτη και μόνη φοιτητική επετηρίδα. Με τη λήξη του 1954 όλοι πήραμε τα πτυχία μας

Η Φοιτητική Εβδομάδα

Το 1954 ρίχτηκε και η ιδέα να βαπτίσουμε τις εκδηλώσεις αυτές Φοιτητική Εβδομάδα. Και η Φοιτητική Εβδομάδα πραγματοποιήθηκε δυο-τρία χρόνια αργότερα, αν θυμούμαι καλά. Τότε είχαμε γυρίσει από τον στρατό βέβαια, αλλά δεν είχαμε καμιά ανάμειξη στα συνδικαλιστικά. Παρ’ όλα αυτά, ο σπόρος έπιασε. Γιατί, ήδη με την επιστροφή μου από τον στρατό, είδα ποιοι Βασιλικοί και ποιοι τέτοιοι, πολύ νεότεροι και πολύ καλύτεροι, μπήκαν στη μέση, ανέλαβαν αυτοί και έκαναν πολλά αξιόλογα πράγματα. Δεν έκαναν βέβαια καμιά φοιτητική επετηρίδα αλλά έκαναν πολλά άλλα πράγματα. Λ.χ., θυμούμαι ότι ήρθαν σε επικοινωνία με τον φίλο μου τον Κυριαζή Χαρατσάρη και τον έπεισαν να αναλάβει το φοιτητικό θέατρο, το οποίο ήταν πάρα πολύ ωραίο και πάρα πολύ σοβαρό. Και από τότε ξεκινάει μια παράδοση σοβαρού φοιτητικού θεάτρου, με τις ευλογίες του Κυριαζή Χαρατσάρη.

Σκεφτείτε ότι, παράλληλα με τον Χαρατσάρη, είχε βρεθεί και ένας άλλος σπουδαίος άνθρωπος, ο Γιάννης Μάντακας, ο οποίος είχε βολέψει και τα μουσικά· σιγά σιγά οργανώνονταν οι προσπάθειες αυτές των νέων φοιτητών και οργανώνονταν με καλές βάσεις, ώστε μετά το 1956-1957 πια να γίνει ένα είδος έκρηξης. Αλλά τότε είχαμε απομακρυνθεί πάρα πολύ από τα δύσκολα χρόνια τα μετεμφυλιακά. Υπήρχε άλλος αέρας. Οι νεότεροι βέβαια θεωρούσαν ακόμη και την εποχή ’57 με ’60 ότι ανήκει μέσα στον κύκλο του εμφυλίου πολέμου. Δεν ήταν. Ήταν άλλο κλίμα. Αυτό βέβαια το κλίμα δεν το παρακολούθησα καθόλου.

Εν τω μεταξύ, έκανα αγώνα για την επιβίωση. Και μπόρεσα να επανασυνδέσω τις σχέσεις μου με το Πανεπιστήμιο πολύ αργότερα, όταν δέχτηκα να γίνω διορθωτής τυπογραφικών δοκιμίων και για τις οκτώ τότε σχολές. Τότε μάλιστα, το ’58, είχε ιδρυθεί και η ένατη σχολή, η Πολυτεχνική, η οποία, ενώ ακόμη δεν ξεφύτρωσε, άρχισε να τυπώνει επετηρίδες, και ήταν και αυτή ζόρικη. Ήθελε διορθωτή.

Έτσι λοιπόν, θέλω να σας πω ότι, μετά τον στρατό συνέχισα μεν τις σχέσεις μου με το Πανεπιστήμιο ―και αν είχαμε καιρό θα σας έλεγα πιο πολλά― αλλά δεν είχα σχέση μ’ αυτό που θα λέγαμε φοιτητικό κίνημα, το οποίο όμως το παρακολουθούσα και μάλιστα έχω γράψει ειδική μελέτη για την προσπάθεια του Κυριαζή Χαρατσάρη σε σχέση με το φοιτητικό θέατρο που είχε δημιουργήσει.

 

Hristianopoulos 2

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος με τον Τριαντάφυλλο Πίττα, το 1956, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.