της Λίνας Μυλωνάκη, δημοσιογράφου, ιστορικού κινηματογράφου

Δρ. Κινηματογραφικών Σπουδών ΑΠΘ

 

(Σ.Σ. Ευχαριστούμε θερμά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα την κ. Άννα Μηλώση για την ευγενική παραχώρηση φωτογραφικού υλικού από το αρχείο του Φεστιβάλ) © Αρχείο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Φέτος συμπληρώνει τα 58 του χρόνια. Μέση ηλικία, ηλικία αναπόλησης, απολογισμών, αναμνήσεων, επιστροφών. Σε παρελθόντες χρόνους και χώρους. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συμπληρώνει 58 διοργανώσεις. 58 χρόνια που το σινεμά εδραιώνει την, ούτως ή άλλως, βιωματική σχέση του με τη Θεσσαλονίκη. Μια σχέση που γεννήθηκε, μεγάλωσε, ωρίμασε και ανέθρεψε γενιές θεατών. Και μεταφράζεται σε εικόνες, συναισθήματα, γεγονότα, ευχάριστα και δυσάρεστα, με νοσταλγικό βάρος, που ξαναζωντανεύουν εξιδανικευμένα από την πατίνα του χρόνου που κυλά πάντα μπροστά. Σαν ταινία που ξετυλίγεται στην κινηματογραφική μηχανή, για να προβάλλει την ιστορία μιας πόλης που ζει εδώ και χρόνια στους ρυθμούς του σινεμά. Και επιστρέφει, με κάθε ευκαιρία, στους τίτλους έναρξης, εκεί που ξεκίνησαν όλα.

 

Η πρεμιέρα της «Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου» —του πρώτου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο του 1960— ήταν για την πλειονότητα του κινηματογραφικού και δημοσιογραφικού κόσμου της εποχής μια μάλλον ανοργάνωτη εκδήλωση, που πραγματοποιήθηκε στο κινηματοθέατρο «Ολύμπιον» (20-26/9/1960), με αφορμή την επέτειο των 25 χρόνων της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ).

Ένας «επεισοδιακός» παραγωγός, ο Ελληνοαμερικανός Τζέιμς Πάρις, συνομιλεί με τη διάσημη Βρετανίδα ηθοποιό Susannah York, επίσημη προσκεκλημένη του πρώτου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που ανοίγει αυλαία στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, μία εβδομάδα πριν το 7ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου. Η παρουσία της SuzzanahYork, όπως επίσης και άλλων διάσημων κινηματογραφικών αστέρων, όπως ο Γάλλος ηθοποιός Jean-Louis Trintignantκαι η σκηνοθέτης σύζυγός του Nadine Trintignant, προσδίδει αίγλη στο θεσμό.

Ένας «επεισοδιακός» παραγωγός, ο Ελληνοαμερικανός Τζέιμς Πάρις, συνομιλεί με τη διάσημη Βρετανίδα ηθοποιό Susannah York, επίσημη προσκεκλημένη του πρώτου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που ανοίγει αυλαία στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, μία εβδομάδα πριν το 7ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου. Η παρουσία της SuzzanahYork, όπως επίσης και άλλων διάσημων κινηματογραφικών αστέρων, όπως ο Γάλλος ηθοποιός Jean-Louis Trintignantκαι η σκηνοθέτης σύζυγός του Nadine Trintignant, προσδίδει αίγλη στο θεσμό.

Η πρωτοβουλία ανήκε σε ένα δυναμικό πολιτιστικό κύτταρο της πόλης, την Κινηματογραφική Λέσχη της «Τέχνης», με πρωτεργάτη τον πρόεδρό της Παύλο Ζάννα. Ο Ζάννας, σε συνεργασία με δύο μέλη της «Τέχνης» —τον λογοτέχνη Νίκο Μπακόλα και τον τότε υποδιευθυντή της ΔΕΘ Δαμιανό Γαλαζούδη, συνέταξε υπόμνημα προς τη ΔΕΘ για τη «διοργάνωση κινηματογραφικής επιδείξεως (φεστιβάλ)». Σύμφωνα με τους εμπνευστές της, θα ήταν «μία πρωτότυπος εκδήλωσις, μοναδική για την Ελλάδα», που θα συνέβαλε στη διεθνή προβολή της ελληνικής κινηματογραφίας. Οι εισηγητές μιλούσαν για εξασφαλισμένη διεθνή συμμετοχή από τις χώρες που συμμετείχαν στη ΔΕΘ και ενέτασσαν το φεστιβάλ στο συζητούμενο τότε νομοσχέδιο «περί ελληνικής κινηματογραφίας». Η Εβδομάς Ελληνικού Κινηματογράφου θα συνιστούσε ένα φεστιβάλ με «εκπαιδευτική, καλλιτεχνική και εθνική αποστολή», όπως εξήγγειλε στα επίσημα εγκαίνια ο πρώτος πρόεδρος της επιτροπής προκρίσεως, ο ακαδημαϊκός και λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης, το οποίο θα άλλαζε καταλυτικά το κινηματογραφικό τοπίο της χώρας.1

Ο ηθοποιός Πέτρος Φυσσούν, όρθιος, καταχειροκροτείται από το κοινό που κατακλύζει τα θεωρεία της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών για την ερμηνεία του στην ταινία Προδοσία του Κώστα Μανουσάκη, για την οποία θα αποσπάσει το βραβείο α΄ ανδρικού ρόλου στην 5η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1964)

Ο ηθοποιός Πέτρος Φυσσούν, όρθιος, καταχειροκροτείται από το κοινό που κατακλύζει τα θεωρεία της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών για την ερμηνεία του στην ταινία Προδοσία του Κώστα Μανουσάκη, για την οποία θα αποσπάσει το βραβείο α΄ ανδρικού ρόλου στην 5η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1964)

Η λατρεία του σινεμά

Το έδαφος για τη δημιουργία κινηματογραφικού φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη του ’60 ήταν γόνιμο. Καταλύτης υπήρξε η Κινηματογραφική Λέσχη της «Τέχνης» του Παύλου Ζάννα, που από την ίδρυσή της (1955) δημιούργησε ένα καλλιεργημένο κοινό μέσα από τις καθιερωμένες κυριακάτικες προβολές της, συστήνοντας στους Θεσσαλονικείς την πρωτοπορία του παγκόσμιου σινεμά. Εξάλλου, η Θεσσαλονίκη ζούσε ήδη σε έντονους κινηματογραφικούς ρυθμούς, αφού η σύγχρονη ιστορία της συνδέθηκε στενά με την ιστορία του κινηματογράφου. Εδώ πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες κινηματογραφικές προβολές (1897), εδώ δραστηριοποιήθηκαν οι πρώτοι Έλληνες κινηματογραφιστές (αρχές του 20ού αιώνα), με πρωτεργάτες τους αδερφούς Μανάκια και συνεχιστές τους κινηματογραφιστές των δυνάμεων της Entente, στα ταραγμένα χρόνια των βαλκανικών πολέμων και του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου. Ο κινηματογράφος υπήρξε αγαπημένη συνήθεια των Θεσσαλονικέων, που αγκάλιασαν με ενθουσιασμό το νέο μέσο. Το σινεμά ήταν διασκέδαση για όλους, το φθηνότερο και πιο απολαυστικό θέαμα για τις λαϊκές τάξεις και χώρος κοινωνικής επίδειξης για τους πλουσίους.

Στη δεκαετία του ’60, η Θεσσαλονίκη ήταν μια πόλη-σινεφίλ με δεκάδες κινηματογράφους α΄και β΄προβολής και 160 θερινά σινεμά, που καθόριζαν τη φυσιογνωμία της. Από το κέντρο ώς την περιφέρεια, από τις λαϊκές συνοικίες ώς το Πανόραμα, η πόλη κοιμόταν και ξυπνούσε συντροφιά με κινηματογραφικές ταινίες, από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Οι κινηματογράφοι της Θεσσαλονίκης αποτέλεσαν ζωντανά σκηνικά μιας εντυπωσιακής ιστορίας δόξας. Ο δημοσιογράφος Γιώργος Τούλας, ιδρυτής της κινηματογραφικής «Παράλλαξης», αποτυπώνει την αίσθηση της σινεφιλίας στους κινηματογράφους της πόλης: «Αγαπημένα σινεμά του κέντρου τα θρυλικά ‘Τιτάνια’ στην Τσιμισκή, το ‘Μόντερν’, στο οποίο υπήρχαν και διακεκριμένες θέσεις για τους εκλεκτούς, ενώ μόνο στην πλατεία Αριστοτέλους και τους γύρω δρόμους στη δεκαετία του ’50 υπήρχαν πέντε θερινοί κινηματογράφοι. Τόπος συνάντησης για διάφορες κοινωνικές τάξεις, πλούσιες οικογένειες με γκουβερνάντες. Στη Λεωφόρο των Εξοχών, ανατολικά στην Όλγας και στη νέα παραλία, τα θερινά ήταν οι τόποι λατρείας. Η ‘Λητώ’, τα ‘Ολύμπια’, το ‘Ρουαγιάλ’, το ‘Μαρί’, το ‘Φάληρο’, η ‘Κάτια’, το ‘Ηραίον’, τα ‘Αστέρια’, ο ‘Απόλλων’, έκοβαν σε ένα καλοκαίρι ακόμα και 140 χιλιάδες εισιτήρια το καθένα, με ταινίες πρώτης προβολής τα κεντρικά και επαναλήψεις τα συνοικιακά».2

Καλλιτεχνικό πηγαδάκι κατά τη διάρκεια της 6ης Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στο περιθώριο της διοργάνωσης, ανάμεσα στους Νίκο Κούνδουρο, Μίνωα Βολανάκη, Νίκο Κούρκουλο και Κλέαρχο Κονιτσιώτη.

Καλλιτεχνικό πηγαδάκι κατά τη διάρκεια της 6ης Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στο περιθώριο της διοργάνωσης, ανάμεσα στους Νίκο Κούνδουρο, Μίνωα Βολανάκη, Νίκο Κούρκουλο και Κλέαρχο Κονιτσιώτη.

Το «Ολύμπιον», ένα από τα πιο κεντρικά σινεμά του κέντρου, φιλοξένησε την 1η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου, που ξεκίνησε με τη Μανταλένα του Ντίνου Δημόπουλου, με πρωταγωνίστρια την ανερχόμενη σταρ Αλίκη Βουγιουκλάκη. Ο τοπικός Τύπος έκανε λόγο για «μέγα καλλιτεχνικό γεγονός», που περιελάμβανε και χοροεσπερίδα στη Λέσχη Αξιωματικών κατά τη λήξη της διοργάνωσης — «το λαμπρότερο ίσως μεταπολεμικόν γεγονός στην κοσμικήν ζωήν της Θεσσαλονίκης», όπως χαρακτηριστικά έγραψαν Τα Νέα της εποχής.

Μια «ωραία στιγμή του ελληνικού σινεμά»

Η Εβδομάς Ελληνικού Κινηματογράφου οργανώθηκε στα πρότυπα των προβεβλημένων κινηματογραφικών φεστιβάλ της Ευρώπης, σε μια προσπάθεια συνδυασμού της καλλιτεχνικής δημιουργίας με τον εμπορικό χαρακτήρα και την κοσμικότητα των μεγάλων διοργανώσεων (Κάννες, Βενετία, Βερολίνο). Η διασύνδεση του ελληνικού κινηματογράφου με το Υπουργείο Βιομηχανίας, υπό την εποπτεία του οποίου πραγματοποιήθηκε το φεστιβάλ, δημιούργησε αυξημένες προσδοκίες στους διοργανωτές, που άγγιξαν την υπερβολή. Στην τελετή έναρξης της 1ης Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου, ο πρόεδρος της ΔΕΘ, Γιώργος Γεωργιάδης, έκανε λόγο για τις δυνατότητες ενίσχυσης της ελληνικής βιομηχανίας μέσω του κινηματογράφου, ενώ ο υπουργός Βιομηχανίας Νικόλαος Μάρτης σημείωνε ότι «αι προοπτικαί διά το μέλλον είναι ευοίωνοι» και μιλούσε ακόμη και για «σοβαρή πιθανότητα ίδρυσης αμερικανικού στούντιο στην Ελλάδα», με στόχο την προσέλκυση επενδύσεων στο χώρο του κινηματογράφου και την υλοποίηση ξένων συμπαραγωγών.

Ο Πρόεδρος της ΔΕΘ Γιώργος Γεωργιάδης υποδέχεται τη δημοσιογράφο Ελένη Βλάχου της «Καθημερινής», μέλος της κριτικής επιτροπής στην 1η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου, που πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 1960 στη Θεσσαλονίκη.

Ο Πρόεδρος της ΔΕΘ Γιώργος Γεωργιάδης υποδέχεται τη δημοσιογράφο Ελένη Βλάχου της «Καθημερινής», μέλος της κριτικής επιτροπής στην 1η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου, που πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 1960 στη Θεσσαλονίκη.

Δεν έλειψαν βέβαια τα οργανωτικά προβλήματα, που δημιούργησαν σύγχυση  και εντάσεις στην πρώτη διοργάνωση του φεστιβάλ. Η περιορισμένη έως ανύπαρκτη διαφήμιση στις εφημερίδες, η αμφίβολη χρηματοδότηση των εκδηλώσεων, τα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, η ολιγόμηνη προετοιμασία αλλά και απρόβλεπτα εμπόδια της τελευταίας στιγμής, απειλούσαν την εκδήλωση με ματαίωση.

Ωστόσο, η αρχή ήταν το ήμισυ του παντός. Η 1η Εβδομάς Ελληνικού Κινηματογράφου σηματοδότησε σταθμό για την εξέλιξη του ελληνικού σινεμά και γρήγορα κέρδισε την εύνοια κριτικών και κινηματογραφικού κόσμου. «Να λοιπόν που αποχτήσαμε το Κινηματογραφικό μας Φεστιβάλ! Και μάλιστα όχι ένα φεστιβάλ μίζερο, αναιμικό, παρωδία, “φιάσκο”. Αλλά ένα φεστιβάλ που όλοι, στο τέλος, ακόμα και οι πιο “αντιδραστικοί”, παραδέχθηκαν πως πέτυχε, πως υπήρξε “σταθμός για τον ελληνικό Κινηματογράφο”, πως ήταν “σχεδόν θρίαμβος”…» έγραφε ο γνωστός κριτικός και γραμματέας της κριτικής επιτροπής στην 1η Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου Μάριος Πλωρίτης, σε ανταπόκρισή του στην εφημερίδα Ελευθερία, στις 30 Σεπτεμβρίου 1960. Ο Πλωρίτης στάθηκε στις έντονες αντιδράσεις των ίδιων των ενδιαφερόμενων, που «δείχτηκαν απ’ την αρχή περιφρονητικά αδιάφοροι ή φανατικά πολέμιοί του». Και ήταν εκείνοι «οι ίδιοι οι δύσπιστοι και οι προφήτες κακών [που] πάλεψαν σε λίγο με νύχια και με δόντια για την επιτυχία του, και πρώτοι χειροκρότησαν με παρρησία τη νικηφόρα κατάληξη αυτής της “δοκιμασίας”».

Η Εβδομάς Ελληνικού Κινηματογράφου υπήρξε πρωτοπόρος στην ανάδειξη σπουδαίων δημιουργών του ελληνικού κινηματογράφου, τόσο του εμπορικού όσο και του καλλιτεχνικού. Έδωσε βήμα σε νέους σκηνοθέτες, καταξίωσε παλαιότερους και καλλιέργησε το έδαφος για την εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου, συνδημιουργώντας τάσεις και εποχές. Στο πλαίσιο των Εβδομάδων Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, από το 1960 έως το 1966, προβλήθηκαν ελληνικές ταινίες υψηλής καλλιτεχνικής αξίας, όπως η Συνοικία το όνειρο (1961) του Αλέκου Αλεξανδράκη, η Ερόικα (1961) και η Ηλέκτρα (1962) του Μιχάλη Κακογιάννη, ο Ουρανός  (1962) του Τάκη Κανελλόπουλου, Οι μικρές Αφροδίτες (1963) του Νίκου Κούνδουρου, Το μπλόκο (1965) του Άδωνη Κυρού, Μέχρι το πλοίο (1966) του Αλέξη Δαμιανού, Πρόσωπο με πρόσωπο (1966) του Ρόβηρου Μάνθουλη, Εκδρομή (1966) του Τάκη Κανελόπουλου, αλλά και μεγάλες εμπορικές επιτυχίες της εποχής, όπως η Μανταλένα (1960) του Ντίνου Δημόπουλου, Της κακομοίρας (1963) και Οι αδίστακτοι (1965) του Ντίνου Κατσουρίδη, Γάμος αλά ελληνικά (1964) του Βασίλη Γεωργιάδη, Με τη λάμψη στα μάτια (1966) του Πάνου Γλυκοφρύδη.

Η ηθοποιός Ρίκα Διαλυνά και ο σκηνοθέτης Γιώργος Ζερβός, με τους συνοδούς τους, στην καθιερωμένη χοροεσπερίδα, που έγινε προς τιμή των προσκεκλημένων της 3ης Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου (1962).

Η ηθοποιός Ρίκα Διαλυνά και ο σκηνοθέτης Γιώργος Ζερβός, με τους συνοδούς τους, στην καθιερωμένη χοροεσπερίδα, που έγινε προς τιμή των προσκεκλημένων της 3ης Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου (1962).

Η αποτίμηση του φεστιβάλ για το ελληνικό σινεμά είναι και σήμερα αντίστοιχη. Ένας από τους πιο έμπειρους δημοσιογράφους και κριτικούς κινηματογράφου, ο Θεσσαλονικιός Αλέξης Δερμεντζόγλου, που παρακολουθεί στενά τον θεσμό εδώ και χρόνια, σχολιάζει χαρακτηριστικά: «Από εδώ εκκίνησαν όλα, από εδώ εκτοξεύτηκαν όλοι. Κανελλόπουλος, Αγγελόπουλος, Βούλγαρης Φέρρης, Ψαρράς, Παναγιωτόπουλος, Κατσουρίδης, Δαμιανός, Περάκης, Τάσιος, άλλοι πολλοί, πάρα πολλοί, όλη η αφρόκρεμα ενός εθνικού σινεμά, πληγωμένου, κατακερματισμένου να τρέχει με αγωνία πίσω από “τραύματα” και αιμορραγίες».

Το 1966, έναν χρόνο πριν από τη δικτατορία, η μέχρι πρότινος «Εβδομάς» που μετονομάστηκε σε «Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου», έκλεισε τον πρώτο κύκλο της με μερικές από τις πιο σημαντικές δημιουργίες του ελληνικού σινεμά ― Μέχρι το πλοίο, Τζίμης ο τίγρης, Πρόσωπο με πρόσωπο. Το αναγκαστικό διάλειμμα της χούντας αποτέλεσε τέλος εποχής για μια πρώτη γόνιμη περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου και εδραίωσε την εξέχουσα θέση του φεστιβάλ, όχι μόνο για τους επαγγελματίες του χώρου αλλά για τους απλούς θεατές.

Το φεστιβάλ των σταρ και των θεατών

Η Εβδομάς Ελληνικού Κινηματογράφου συνδύασε την τέχνη του κινηματογράφου με την εμπορική διάσταση του μέσου, χτίζοντας τη μυθολογία του ιδιότυπου ελληνικού σταρ-σύστεμ. Ενδεικτικό είναι το κλίμα στην πρώτη τελετή λήξης της διοργάνωσης, μια χοροεσπερίδα στη Λέσχη Αξιωματικών, με έπαθλο έναν χορό με τη σταρ της βραδιάς Αλίκη Βουγιουκλάκη. «Η Θεσσαλονίκη θα αντιπροσωπευθεί από το άι-λάιφ των κοσμικών της κύκλων, διά τούτον προβλέπεται επίσημο ένδυμα» έγραφε η Μακεδονία και διέβλεπε ότι «ο μέγας επίσημος χορός θα αποτελέσει το κοσμικότερον γεγονός της εποχής»  ― πρόβλεψη που επιβεβαιώθηκε στις επόμενες διοργανώσεις, όπου την παράσταση «έκλεβαν» οι δεξιώσεις και τα παραλειπόμενά τους.

Σταθερό γνώρισμα των πρώτων Εβδομάδων Ελληνικού Κινηματογράφου ήταν το ζωηρό ενδιαφέρον των σινεφίλ, που συνέρρεαν στις πρεμιέρες για τους αγαπημένους τους πρωταγωνιστές. Ένας από τους πιο παλιούς θιασώτες του φεστιβάλ, ο συγγραφέας Νίκος Γκροσδάνης, ανακαλεί τις εκδηλώσεις λατρείας, στις οποίες κι ο ίδιος συμμετείχε: «Γέματα τα πεζοδρόμια και το πλήθος έφτανε ως την πλατεία Αριστοτέλους, σπρώχνοντας για να δει και να εκδηλώσει λίγο από το θαυμασμό και την αγάπη του, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, σε όλα εκείνα τα λαμπρά πρόσωπα που μόνο στο σινεμά αντίκρυζαν. Ναι, γινόταν κάτι το ξεχωριστό, κάτι που μόνον το σινεμά μπορούσε να προσφέρει, αφού αυτό γνώριζε καλά τους κώδικες της μαγείας!».3

Το φεστιβάλ συνέδεσε βιωματικά χώρους και ανθρώπους της πόλης, σε μια εποχή που η Εβδομάς Ελληνικού Κινηματογράφου εκτεινόταν σε όλη τη Θεσσαλονίκη. Χαρακτηριστικός χώρος το «Μεντιτερανέ Παλλάς», «το υπέρλαμπρο ξενοδοχείο στην αρχή της λεωφόρου Νίκης, [που] είναι το κέντρο όπου διαδραματίζονται όλα όσα δεν προβάλλονται στην οθόνη του Ολύμπιον, αφού φιλοξενεί όλα τα λαμπερά ονόματα. Ο Νίκος Κούνδουρος, συνοδεία πάντα με κοπέλες που αστράφτουν από ομορφιά, περιφέρεται στα σαλόνια του αλλά και στους διαδρόμους του Ολύμπιον ως τη βραδιά που η ταινία του Μικρές Αφροδίτες θα προβληθεί στην οθόνη. Απ’ την άλλη, ο Τζέιμς Πάρις στήνει εκεί τις πρώτες δεξιώσεις του και η κοινωνία της Θεσσαλονίκης “σκοτώνεται” να βρει μια πρόσκληση για τη βραδιά» θυμάται ο Νίκος Γκροσδάνης.4

Το θραυσματικό πρόσωπο του φεστιβάλ

Για «ένα φεστιβάλ για όλες τις εποχές που το καθόρισαν σαφώς και οι … “καιροί”» μιλά στο Θ.Π. ο Αλέξης Δερμεντζόγλου, ένας από τους πρώτους κριτικούς κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του κινηματογραφικού λόγου της πόλης. «Μια ζωή σε θυμάμαι τον Σεπτέμβρη και τα τελευταία χρόνια τον Νοέμβρη. Ένα πρόσωπο θραυσματικό, ένα άλλο αίνιγμα για τον Γουέλς, το φεστιβάλ δεν ορίζεται, δεν καθορίζεται κι αν περιορίζεται σε χώρους, είναι πάντα ελεύθερο να αποδράσει. […] Άλλο είναι να το απολαμβάνεις το ’60 με τη χιονοστιβάδα των πολλών εξελίξεων σε όλους τους τομείς κι άλλο να το παρακολουθείς το 2012 εν μέσω πρωτοφανούς κρίσης» σημειώνει.

Ο Θεσσαλονικιός δημιουργός Τάκης Κανελλόπουλος με τους ηθοποιούς Λίλυ Παπαγιάννη και Άγγελο Αντωνόπουλο στην επίσημη προβολή της ταινίας Εκδρομή, που δημιούργησε αίσθηση στο 7ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1966), το τελευταίο πριν τη Χούντα.

Ο Θεσσαλονικιός δημιουργός Τάκης Κανελλόπουλος με τους ηθοποιούς Λίλυ Παπαγιάννη και Άγγελο Αντωνόπουλο στην επίσημη προβολή της ταινίας Εκδρομή, που δημιούργησε αίσθηση στο 7ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1966), το τελευταίο πριν τη Χούντα.

Ο Αλέξης Δερμεντζόγλου αναφέρεται στην πολυπλοκότητα του φεστιβάλ και την εγγύτητά του με τους θεατές ως «επικοινωνία φαντασιακών που εκρέουν ευφορία και καταλήγουν στην ταύτιση». «Το φεστιβάλ δεν είναι τόπος προσηλυτισμού και προπαγάνδας, αλλά αβίαστη μέθεξη. Οι θεατές και μόνον αυτοί μπορούν να διαπραγματευτούν ιδέες, αλλά μόνον μέσω εικόνων. Το φεστιβάλ δεν είναι η αφήγηση της ιστορίας του αλλά η ίδια η Ιστορία κρυμμένη, μεταμφιεσμένη, “ματωμένη”, ενίοτε ρακένδυτη, ταχτικά περήφανη», παρατηρεί.

Ο ίδιος θυμάται τα παλιά φεστιβάλ της δεκαετίας του ’60, όταν οι κινηματογραφικές αίθουσες λειτουργούσαν ολημερίς. «Η σκληρή δεκαετία του ’50 και η άλλη των ελπίδων του ’60 προσθέτει νέες αίθουσες. Η ζωή σαν σινεμά. Τα πάντα προσαρμοσμένα στην έβδομη τέχνη. Η καθημερινότητα, μια ρύθμιση, μια ταχτοποίηση, μια σειρά ραντεβού με σημείο αναφοράς μια διευθέτηση. Όλα γύρω από το σινεμά και για το σινεμά. «Η ζωή ήταν σε γενικές γραμμές προσαρμοσμένη πάνω στο σινεμά, που τροφοδοτούσε και γόνιμες πολιτικές, ιδεολογικές και κοινωνικές κουβέντες. Πέραν της γνώσης και της ψυχαγωγίας που κόμιζε, ήταν και μια μοναδική φθηνή διέξοδος. “Κερδιζόταν” κάποιες ώρες την ημέρα κι αυτό αφορούσε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Υπήρχε μια ελπίδα που στήριζε βάσιμα το σινεμά. Και ήταν μια αχτίδα φωτός που έδιωχνε την ανία, δημιουργούσε έναν πυρήνα και πρόσχημα επαφής φίλων και γνωστών και τροφοδοτούσε συζητήσεις και μεταμεσονύχτιες βόλτες σε διανυκτερεύοντα καφενεία».

Για τον Αλέξη Δερμεντζόγλου, η πρόοδος και το τέλος εποχής έχουν σημάνει τη λήξη για αυτό που κάποτε συμβόλιζε το φεστιβάλ για τη Θεσσαλονίκη, «που υπήρξε η κατεξοχήν ελληνική  κινηματογραφούπολη». «Και το φεστιβάλ όσο παλιά ήταν απλωμένο σ’ όλη την πόλη τόσο θα περιχαρακώνεται τώρα σε συγκεκριμένους τόπους. […] Το φεστιβάλ φαίνεται πως θα ζει, όπως κάποιες ξεπεσμένες κυρίες της μεγαλοαστικής τάξης, ενθυμούμενες και αφηγούμενες το πρώην ένδοξο παρελθόν τους. Έτσι θα στοιχειώνει από τις εικόνες της ιστορίας του από την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, το Ντορέ, τον Αλέξανδρο, το Αριστοτέλειον…» παρατηρεί. Σήμερα, εξηγεί, «το φεστιβάλ δεν μπορεί να χωρέσει στην αγκαλιά του όλη την πόλη. Οι χιλιάδες εραστές του απομακρύνονται διακριτικά ή και απότομα. […] Όλοι γνωρίζουμε με μια ψύχραιμη ματιά πως η ακτινοβολούσα μαγεία του κινηματογραφικού παρελθόντος της Θεσσαλονίκης δεν θα υπάρξει πια. Θα την έχουμε στο μυαλό μας ως Ιστορία και μόνο, ρετρό μνήμη, γλυκόπικρη ανάμνηση».