του Γιώργου Αναστασιάδη

 

«Η Αθήνα σήμερα δεν έχει δρόμο σαν την Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης, που όταν το 1971 έφυγα ήταν ένας τυπικός, και νοικοκυρεμένος και κομψός δρόμος μαγαζιών και γραφείων.

Σήμερα την βλέπεις και δεν την αναγνωρίζεις ακριβώς από τα δέντρα που απλώθηκαν από πάνω της…»

Γ. Ιωάννου (Η πρωτεύουσα των προσφύγων, 1984)

 

Εδώ και πολλά χρόνια, η Θεσσαλονίκη, με τόσους παλιούς δρόμους, είναι αδιανόητη χωρίς την οδό Τσιμισκή, δηλαδή χωρίς τον κεντρικό της δρόμο που δημιουργήθηκε μετά την πυρκαγιά του ’17 και «άνοιξε πανιά» στα χρόνια του ’30.

Είναι πολύ δύσκολο να ρίξεις το απαιτούμενο φως στο σύγχρονο ιστορικό παρελθόν της πόλης χωρίς να ιχνηλατήσεις ―με όχημα τη συλλογική μνήμη, τη λογοτεχνία, και τη χρονογραφία― τα πιο σημαντικά της τοπόσημα και όσα χαρακτηριστικά περιστατικά συνέβησαν σ’ αυτόν τον δρόμο που έχει σφραγίσει τις συνειδήσεις, αν όχι και την ψυχή των παλαιών Θεσσαλονικέων. Ο σημερινός περιπατητής της Τσιμισκή δεν γνωρίζει συνήθως το ιστορικό και πολιτιστικό βάθος της, και δεν είναι εύκολο να κατανοήσει τι ήταν αυτό που την έκανε τόσο δημοφιλή.

Πολύ περισσότερο: δεν μπορεί να έχει εκείνη την αίσθηση που προκαλούσε η βόλτα σ’ αυτόν τον δρόμο (πρωϊνή, απογευματινή, βραδινή, μεταμεσονύκτια) στους παλιούς Σαλονικιούς, και όχι μόνο σ’ όλους αυτούς τους νεαρούς που είχαν αποκληθεί τότε (: «Τότε που ζούσαμε») «τσιμισκάκηδες» ή «τσιμισκόβιοι», καθώς ξημεροβραδιάζονταν στην Τσιμισκή, συμβάλλοντας έτσι στη μεταγενέστερη «μυθολογία» της ως τόπου όπου άκμαζε το λεγόμενο «νυφοπάζαρο» σχεδόν όπως και στην παραλία.

Για τις καταβολές, το ύφος και το ιστορικό δρομολόγιο της Τσιμισκή (που είχε πάρει για ορισμένα χρόνια την ονομασία «Μεγάλου Αλεξάνδρου») παραπέμπω, αντί πολλών, στο βιβλίο των Ευ. Χεκίμογλου – Γ. Αναστασιάδη, Τσιμισκή, Αγ. Σοφίας, Διαγώνιος. Η διαδρομή της μνήμης (1997), όπου και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Εξαιρετικές φωτογραφίες της Τσιμισκή υπάρχουν και στο λεύκωμα των Γ. Μέγα – Ν. Χόρμπου, Η Θεσσαλονίκη μέσα από τον φακό του Γιώργου Λυκίδη (2002), σ. 79-88.

Ενδιαφέρουσες πληροφορίες παρέχει και το βιβλίο του Κ. Τομανά Δρόμοι και γειτονιές της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1944 (1927), σ. 91-101.

Χρήσιμη είναι τέλος και η σύγχρονη προσέγγιση του δρόμου στην θαυμάσια δουλειά των Λ. Ναρ και Γ. Γερόλυμπου, Θεσσαλονίκη 1912-2012. Το μέλλον του παρελθόντος (2011).

Η δική μας ανίχνευση αφορά κυρίως ψηφίδες και μνήμες, μαρτυρίες και αναφορές της λογοτεχνίας και της χρονογραφίας, μέσα από τις οποίες αναβιώνει και αναδεικνύεται η γνωστή-άγνωστη Τσιμισκή των ζοφερών κατοχικών χρόνων, αλλά και η Τσιμισκή της γοητείας, με τα σημεία αναφοράς της στα χρόνια του ’50 και του ’60, όταν στον περίπατό του ο Σαλονικιός ή ο επισκέπτης της πόλης μπορούσε, όχι μόνο να δει και ν’ αγοράσει ρούχα, παπούτσια, καπνό, αρώματα κτλ., αλλά και να κοντοσταθεί, να κουβεντιάσει, να χαζέψει, να φλερτάρει, να τσεκάρει την προτηλεοπτική αναγνωρισιμότητά του και να καθήσει, μεσημέρι ή βραδάκι, στα «τραπεζάκια έξω»:

  • Στον «Φλόκα», το ζαχαροπλαστείο που έγραψε ιστορία, στην Τσιμισκή και Αγ. Σοφίας (στα «Δαρδανέλια» της Θεσσαλονίκης).
  • Στα εστιατόρια «Κάιρο» και «Ήβη»
  • Στο καφενείο «Αστόρια»
  • Στο ζαχαροπλαστείο «Αγαπητός»
  • Στη θρυλική «Εκάλη» του μπασκετόκοσμου κ.ά.

Μπορούσε ακόμη ο περιπατητής της Τσιμισκή, τότε:

  • να επισκεφθεί τα βιβλιοπωλεία της Τσιμισκή (βλ. παρακάτω)
  • να μυρίσει το «άρωμα» των τυπογραφείων στον Ελληνικό Βορρά, στη Μακεδονία κτλ.
  • να δει από κοντά διάφορες φυσιογνωμίες της καλλιτεχνικής και της πνευματικής ζωής της πόλης, που σηματοδότησαν τα τοπόσημα του δρόμου:
  • τον σκηνοθέτη Τάκη Κανελόπουλο, μια ζωή καθισμένο στη βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου «Φλόκα».
  • τον Μανόλη Αναγνωστάκη να διασχίζει την Τσιμισκή, μπροστά από τον Γκικιλίνη, για να μπει στο βιβλιοπωλείο της Χρυσοστόμου Σμύρνης («Βιβλιοθήκη»)
  • τον Ντίνο Χριστιανόπουλο να μπαινοβγαίνει στα βιβλιοπωλεία του Μόλχο, του Συρόπουλου κ.ά. (μεταγενέστερα και του Ραγιά και του Κοτζιά).
  • τον Γ. Βαφόπουλο, τον Μ. Κατσόγιαννη, τον Π. Θασίτη, τον Αλ. Σβώλο, τον Τ. Αλαβέρα και πολλούς άλλους να συναντιούνται στο φαρμακείο-λογοτεχνικό στέκι του Μπαρμπαλιά (Τσιμισκή και Βενιζέλου)
  • τον Β. Τσιτσάνη να κάνει την τσάρκα του, λίγο πριν φύγει για την Αθήνα, και ενώ ο κορυφαίος λαϊκός συνθέτης παίζει και για λίγες βραδιές στο κέντρο «Ντελίς» (Β. Γεωργίου)
  • τον Δ. Σαββόπουλο να κυκλοφορεί στην Τσιμισκή με εντυπωσιακή καμπαρντίνα, μακρυά μαλλιά και γυαλιά, να πλησιάζει το ’63 τον Μίκη Θεοδωράκη και, ενώ θέλει να του πει «Καλώς ήρθες στη ζωή μας! Είμαι μαγεμένος μαζί σου!», παθαίνει τον γλωσσοδέτη του ανθρώπου που είναι και θυμωμένος πολιτικά και του ξεφουρνίζει το εξής: «Έλα να πιαστούμε αγκαζέ για λόγους κοινωνικής προβολής, να μας δει και η Τσιμισκή».

( Όλη η συναρπαστική αφήγηση του Διονύση είναι καταγεγραμμένη στο βιβλίο του Κ. Μπλιάτκα Διονύσης Σαββόπουλος. Υπόγεια διαδρομή, 2000, σ. 134).

  • τον Κ. Λαχά να στέκεται δίβουλος στη φοβερή γωνία Κ. Ντηλ και Τσιμισκή. Είναι από τους λίγους δημιουργούς της πόλης που ψυχανεμίστηκε ότι στην Τσιμισκή συμβαίνουν «απρόβλεπτα περιστατικά»… (Μετείκασμα – Μεταίσθημα)
  • τον Β. Βασιλικό να ασφυκτιά στα σταυροδρόμια της και να είναι ο πρώτος από τους σύγχρονους λογοτέχνες που έδωσε από τα χρόνια του ’50 μια εικόνα για τη νυχτερινή Τσιμισκή των διαφημίσεων και για το στέκι του «Φλόκα» (βλ. Θύματα ειρήνης και Το φύλλο, το πηγάδι, τ’ αγγέλιασμα.).

Μένει βέβαια έξω από όλο αυτό το κάδρο, η Τσιμισκή της Ιστορίας: από την εποχή που τη διέσχιζε το τραμ ώς τα χρόνια των γερμανικών τανκς, και μετά η Τσιμισκή των συλλαλητηρίων για το Κυπριακό, ο δρόμος των καθημερινών, πολιτικών καυγάδων, όταν γύρω από τον Γκικιλίνη και τη Διαγώνιο περίσευαν οι θερμόαιμοι ερετζήδες και κεντρώοι νεολαίοι· και, στα μεταγενέστερα χρόνια, η Τσιμισκή των τροχοφόρων και των καταστημάτων με τις εκθαμβωτικές βιτρίνες, όταν ο δρόμος έχασε πολλά από τα χαρακτηριστικά του τοπόσημα και μοιάζει να έχει αλλάξει χαρακτήρα και ρόλους.

Πάντως, για την Τσιμισκή, όπως διαμορφώθηκε μετά την Διαγώνιο, πρέπει να γραφτεί ξεχωριστό κεφάλαιο. Εδώ μπορείς να καταθέσεις μόνο την προσωπική μαρτυρία σου: Στην περίφημη διάνοιξή της προς την Εθνικής Αμύνης λίγο πριν ασφαλτοστρωθεί, έχεις παίξει το τελευταίο δίτερμα με την τσακαλοπαρέα της πλατείας Ιπποδρομίου…

Ι. Η ΤΣΙΜΙΣΚΗ ΤΗΣ ΖΟΦΕΡΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Αναπλάθοντας την ταυτότητα και το «χρώμα» της Τσιμισκή στα ζοφερά χρόνια της Κατοχής, αντλούμε σκηνές και πληροφορίες από τις λογοτεχνικές και χρονογραφικές αναφορές: «Τριγυρνούσα» ―γράφει ο Γ. Βαφόπουλος (Σελίδες αυτοβιογραφίας, τ. 2, 1971)― «το 1941 μέσα στους δρόμους ανάμεσα στους αδιάφορους και υπεροπτικούς Γερμανούς […] και, καθώς περπατούσα αποσταμένος στο πεζοδρόμιο της οδού Τσιμισκή, ένιωσα ξαφνικά ένα δυνατό σκούντημα που μ’ έκανε να πέσω πάνω στη βιτρίνα ενός μαγαζιού. Κι άκουσα το γαύγισμα μιας ανθρώπινης φωνής. Ήταν ένας Γερμανός αξιωματικός που ήθελε το πεζοδρόμιο δικό του και δεν είχε καταδεχτεί να λοξέψει για να με προσπεράσει. Μ’ ένα δυνατό σκούντημα θέλησε ν’ ανοίξει τον δρόμο στη γερμανική του υπεροψία. Κοίταξα τον κόκκινο σβέρκο του τέρατος εκείνου μ’ ένα μίσος απέραντο. Μέσα μου ένιωσα για πρώτη φορά να σαλεύει η συνείδηση ενός ραγιά. Και το πνεύμα μου αναζήτησε τη σκιά του Ρήγα Φεραίου […]».

Πολύτιμη είναι η μαρτυρία του Γ. Βαφόπουλου (ό.π.) για το διαβόητο κτίριο στην Τσιμισκή 72: «Είχα στην τζέπη μου ένα μικρό αγγλικό λεξικό όταν ένα πρωί ξαφνικά τηλεφώνησαν στο γραφείο μου να παρουσιασθώ αμέσως στη διεύθυνση της οδού Τσιμισκή 72. Η είδηση έπεσε πάνω μου σαν κεραυνός. Όλη η Θεσσαλονίκη το γνώριζε πως εκεί ήταν τα κεντρικά γραφεία της γερμανικής Γκεστάπο. Ο καθένας που έμπαινε εκεί μέσα δεν ήξερε, βγαίνοντας, προς ποια κατεύθυνση θα τραβούσε […]».

Ο Γ. Βαφόπουλος εκείνη τη φορά «φθηνά τη γλίτωσε» αλλά η τρομάρα και το δέος που ένιωσε για να μπει και να βγει από την Τσιμισκή 72 αποκαλύπτουν το τι σηματοδοτούσε η συγκεκριμένη διεύθυνση στη Θεσσαλονίκη της κατοχής. «Μετά την απελευθέρωση», γράφει ο Κ. Τομανάς (Δρόμοι και γειτονιές της Θεσσαλονίκης), «ο κόσμος ζήτησε, χωρίς να εισακουσθεί, να εντοιχιστεί στην πρόσοψη του μεγάρου μια πλάκα που να θυμίζει τις θυσίες και τα μαρτύρια των τόσων πατριωτών, όπως γίνεται σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης».

(Σημείωση: Ποτέ δεν είναι αργά. Τώρα που άρχισε ο Δήμος να τοποθετεί τους πρώτους «δείκτες μνήμης» στην πόλη, ας κλείσει κι αυτή η «μαύρη τρύπα» της σύγχρονης ιστορικής μνήμης με μία ένδειξη που θα πληροφορεί τον ανύποπτο περαστικό…).

Ο Γ. Ιωάννου (Το δικό μας αίμα) διασώζει, ως μαθητής τότε, μια χαρακτηριστική σκηνή από την Τσιμισκή της Κατοχής, την άνοιξη του 1943. «Η Γενική Διοίκηση […]», γράφει, «βρισκόταν στην Τσιμισκή εκεί που έστριβε το τραμ, μπροστά από τον Λουμίδη. Είχε αρκετό κόσμο και πολλούς χωροφύλακες στις γωνιές, με τα τουφέκια αναρτημένα. […] Στεκόμουνα στην άκρη, εκεί που ήταν το βιβλιοπωλείο του Ζαχαρόπουλου στην Τσιμισκή […]. Σε κάποια στιγμή, όταν ο μουντός ―θυμάμαι― ο κακοντυμένος κοσμάκης πήρε να φωνάζει ρυθμικά μα αδύναμα «Όχι επιστράτευση, όχι επιστράτευση!», οι χωροφύλακες αμέσως έφραξαν κατά πλάτος τον δρόμο, κράτησαν τα τουφέκια με τις κάννες προς τον ουρανό σαν να παρουσίαζαν όπλα και άρχισαν να ρίχνουν […]. Είδα τον κόσμο να παραμερίζει στις άκρες αλλά μετά δεν ξέρω τι έγινε, γιατί το έβαλα στα πόδια […]».

«Η Γενική Διοίκηση», σημειώνει ο Χ. Θεοδωρίδης (στο βιβλίο του Χρονικό της Κατοχής. Ο χειμώνας του 1941-42, 1980), «είχε καταφύγει στο μέγαρο Κόφφα, ένα βαρύ και γρήγορα παλιωμένο κτίριο που παρουσίαζε εσωτερικά την όψη κανενός χανιού της πόλης […]».

Ενδιαφέρουσες «εικόνες» από την Τσιμισκή του β΄ παγκοσμίου πολέμου μας προσφέρει η Ροζίνα Ασσέρ Πάρδο (548 ημέρες με άλλο όνομα. Θεσσαλονίκη 1943. Μνήμες Πολέμου, 1999):

«Όταν οι Ιταλοί βομβάρδισαν τη Θεσσαλονίκη, ζούσαμε στο κέντρο της πόλης, στον 2ο όροφο της Τσιμισκή 35. Το λιμάνι ήταν πολύ κοντά. Οι βόμβες έπεφταν τριγύρω μας […]. Απέναντι στο Ταχυδρομείο (κτίριο Πελοσώφ), στο ισόγειο, βρισκόταν το κατάστημα του πατέρα «Οίκος Παρδίκο, ηλεκτρικά είδη και είδη υγιεινής», είχε γκρεμιστεί ο τρίτος όροφος και η πρόσοψη του κτιρίου ήταν κατεστραμμένη […]».

(Σημειώνουμε εδώ την πληροφορία ότι, λόγω βομβαρδισμού, το κτίριο Πελοσώφ έμεινε άδειο στο διάστημα της Κατοχής, ενώ κατά την απελευθέρωση στέγασε μονάδα ινδικού στρατού απ’ τα συμμαχικά στρατεύματα. Βλ. Υπουργείο Πολιτισμού, Υπουργείο Β. Ελλάδος, Νεώτερα μνημεία της Θεσσαλονίκης, 1985.)

«Πυροτεχνουργοί», συνεχίζει η Ρ.Α.Π., «ήρθαν ύστερα από μέρες να βγάλουν μια βόμβα που δεν είχε εκραγεί και είχε σφηνωθεί στο υπόγειο […]. Στους βομβαρδισμούς εκείνων των ημερών τα ελληνικά αντιαεροπορικά κατέρριψαν ένα ιταλικό βομβαρδιστικό αεροπλάνο. Ο πιλότος έπεσε με αλεξίπτωτο στην ταράτσα του σπιτιού μας. Λαβωμένο, ίσως και σκοτωμένο, τον κατέβασαν από τις σκάλες, τυλιγμένο σ’ ένα άσπρο σεντόνι […]».

Για την Τσιμισκή της κατοχής είναι σημαντική η μαρτυρία της Ρ.Α.Π.:

«Από τον Απρίλιο του 1943 ώς και τέλη Δεκεμβρίου 1944 κρυφτήκαμε στο διαμέρισμα της οικογένειας του γιατρού Καρακώτσου, στον τρίτο όροφο της Τσιμισκή 113. Το 113 δεν είναι μακριά από το 35 της Τσιμισκή, όπου η μόνιμη κατοικία μας, αλλά και από το 22, όπου το μαγαζί του πατέρα […]. Ανεβαίναμε στην ταράτσα της Τσιμισκή 113 και, σκαρφαλωμένοι σ’ ένα πεζούλι, φανταζόμασταν ότι σαλπάραμε για μέρη μακρινά. Από τον Ιούνιο του ’43 ώς τον Αύγουστο του ’43, από το παράθυρο της οδού Τσιμισκή 113 στον τρίτο όροφο, μισοκρυμμένοι, παρακολουθούσαμε τις αξιολύπητες φάλαγγες των Εβραίων που μεταφέρονταν πεζή, μέσω της οδού Τσιμισκή, στου Βαρώνου Χιρς.

Μετά την απελευθέρωση, μας φιλοξένησε η Αρτεμισία Νεγρεπόντη σ’ ένα δωμάτιο του διαμερίσματός της, Τσιμισκή 33, δίπλα στο διαμέρισμά μας, που ήταν κατειλημμένο και δεν βρήκαμε τίποτα από τα έπιπλα και τα χαλιά που αφήσαμε φεύγοντας. Βρεθήκαμε πρόσφυγες στην ίδια μας την πόλη […]. Εμείς πάντως κρίναμε τους εαυτούς μας προνομιούχους, είχαμε σωθεί από βέβαιο θάνατο […]».

3 Tsimiski102

Το καφενείο «Αστόρια», γωνία Τσιμισκή και Αγ. Σοφίας, ήταν σημείο αναφοράς και για την προπολεμική και για την κατοχική Θεσσαλονίκη. Για να αναπλάσουμε την ατμόσφαιρά του, καταφεύγουμε στο βλέμμα του αείμνηστου καθηγητή του Πανεπιστημίου μας Χαρ. Θεοδωρίδη (ό.π.), που το επισκέφθηκε τον Μάρτη του’42. Γράφει:

«[…] το καφενείο είχεν αλλάξει όψη. Ώς και οι καρέκλες δεν είχαν την παλιά τους θέση. Η μεγάλη μπλε λάμπα, φωτίζοντας ψηλά από την οροφή, χρωμάτιζε όλα κάτω, τραπέζια, καθίσματα, ανθρώπους με το ίδιο μπλε χρώμα […]. Ανέβηκα στο πατάρι, που ήταν ένας χώρος στενόμακρος […]. Άμα καθόσουν εκεί τα ’βλεπες όλα κάτω σαν στο θεωρείο. Τον καιρό που πρωτοκτίστηκε το ξενοδοχείο κι άνοιξε κάτω το καφενείο με τα καινούργια έπιπλα, τα πρόθυμα γκαρσόνια και τις πλατειές ακαλαίσθητες τοιχογραφίες του, μας φιλοξένησε αρκετές φορές […]. Το πατάρι έγινε το εντευκτήριο σ’ έναν κύκλο από νεαρούς τότε εκπαιδευτικούς, έναν-δύο τραπεζικούς και μερικούς άλλους που τους ένωνε η κοινή αγάπη στη λογοτεχνία […]. Ο αριθμός τους ήταν μικρός. Πόλη πάνω από 300.000 έδινε το πολύ 15-20 χασομέρηδες, όπως τους έχουν ονομάσει οι καλοί οικογενειάρχες […]. Εκείνη τη στιγμή, βραδινές ώρες, 6.30-7.00, το πατάρι ήταν άδειο. Έριξα μια ματιά από το ύψος και είδα το καφενείο με τον πένθιμο φωτισμό και τους πελάτες του που περίσσευαν, γυρεύοντας ζεστασιά […]».

«Το ξενοδοχείο Αστόρια», σύμφωνα με τον Κ. Τομανά (Ταβέρνες της Θεσσαλονίκης), «εγκαινιάστηκε στις 12.9.29. Από το ξενοδοχείο αυτό έφυγε τον Σεπτέμβριο του ’47 για το βουνό ο γ.γ. του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδης, χωρίς να τον πάρουν είδηση οι αστυνομικοί της Ασφάλειας που ξημεροβραδιάζονταν στο απέναντι καφενείο «Τιτάνια», για να τον παρακολουθούν».

(Έναν χρόνο σχεδόν αργότερα, από το ίδιο ξενοδοχείο θα εξαφανιστεί ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζ. Πολκ. Το πτώμα του θα βρεθεί 50 μ. από τον Λευκό Πύργο στις 16 Μαΐου 1948. Κανείς δεν έδωσε ποτέ μια πειστική εξήγηση γιατί το δωμάτιό του στο ξενοδοχείο έμεινε άνω- κάτω..  Βλ., αντί πολλών, το βιβλίο μας Το παλίμψηστο του αίματος. Πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις στη Θεσσαλονίκη.)

«Στο καφενείο Αστόρια», μας πληροφορεί ο Κ. Τομανάς (Τα καφενεία, ό.π.), «σύχναζαν οι διανοούμενοι και οι λογοτέχνες της πόλης μας και όλος ο «καλός κόσμος» που σνομπάριζε το γειτονικό καφενείο «Τιτάνια» του Σκλαβούνου, όπου σύχναζαν οι νέοι […]. «Στις αρχές του 1942, οι Γερμανοί επίταξαν το καφενείο μαζί με το ξενοδοχείο κι εκεί το Γραφείο Προπαγάνδας οργάνωσε το 1943 μια έκθεση με φωτογραφίες, με τίτλο ο «Σοβιετικός Παράδεισος» [..]. Την έκθεση επισκέπτονταν οι μαθητές του Γυμνασίου μ’ επικεφαλής τους καθηγητές τους. […] Ένας αξιωματικός της Ασφαλείας επεξηγούσε τα όσα έδειχναν οι φωτογραφίες […]».

 

ΙΙ. Η ΤΣΙΜΙΣΚΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΓΟΗΤΕΙΑΣ

Η Τσιμισκή των βιβλιοπωλείων

Για τα βιβλιοπωλεία της Τσιμισκή έχει καταθέσει την πολύτιμη προσωπική του μαρτυρία ο Ντ. Χριστιανόπουλος (Τα παλιά βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης, 1999).

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα που ακολουθεί: «[…] Το βιβλιοπωλείο του Γ. Βοσνιάδη βρισκόταν ακριβώς στη γωνία Καρ. Ντηλ και Τσιμισκή, παραδίπλα από τον κινηματογράφο «Τιτάνια». Αυτό το βιβλιοπωλείο το έβλεπα από μικρός, δηλαδή από την Κατοχή, και μου έκανε εντύπωση το ότι, ενώ είχε μια προπολεμική ταμπέλα που έγραφε «Βιβλιοπωλείον ο Πυρσός, Γεωργίου Βοσνιάδη», η ταμπέλα αυτή επικαλύφθηκε επί Κατοχής με μια καινούργια που έγραφε «Γερμανικόν Βιβλιοπωλείον Γεωργίου Βοσνιάδη». Έκοβα κίνηση κι έβλεπα ύποπτα πράγματα, μπαινόβγαιναν αξιωματικοί Γερμανοί με τη στολή ― και χαζός να ήσουν, καταλάβαινες ότι κάτι έτρεχε. Μετά την Κατοχή βέβαια η παλιά ταμπέλα αποκαταστάθηκε. Όταν περί το 1946 άρχισα πια να γίνομαι τολμηρότερος και να μπαίνω μέσα στα βιβλιοπωλεία και να μην τα βλέπω έξω από τη βιτρίνα, τόλμησα και μπήκα και είδα ότι επρόκειτο για ένα πολύ μακρόστενο βιβλιοπωλείο, όπου το μάκρος ήταν από τη μεριά της Καρ. Ντηλ κι ενώ η επιφάνεια επί της Τσιμισκή ήταν πολύ μικρή, σχεδόν μηδαμινή. […]. Πολύ αργότερα έμαθα ότι για κάμποσο καιρό το βιβλιοπωλείο του Βοσνιάδη ήταν στέγη μερικών λογοτεχνών, που από το 1946 συνεργάζονταν με τις Μορφές και λίγο μετά έκαναν στέκι τους το φαρμακείο Κατσόγιαννη. Πολύ αργά έμαθα τι σήμαινε η ταμπέλα «Γερμανικόν Βιβλιοπωλείον». Ο Βοσνιάδης ήταν δοσίλογος και συνεργάτης των Γερμανών, το βιβλιοπωλείο του ήταν η σφηκοφωλιά της γερμανικής προπαγάνδας στη Θεσσαλονίκη.

Το τρομερότερο είναι ότι ο Βοσνιάδης […] ήταν αυτός ο οποίος ανέλαβε να δημεύσει και να καταστρέψει τελικά το εβραϊκό βιβλιοπωλείο «Μόλχο». Πράγματι, το βιβλιοπωλείο Μόλχο καταρχήν εξαναγκάστηκε από τους Γερμανούς να κλείσει, διότι οι Γερμανοί θέλησαν να το μετατρέψουν σε κέντρο διανομής χαρτιού στις υπηρεσίες τους, κι αργότερα πλάκωσαν οι συνεργάτες των Γερμανών. με υπεύθυνο τον Βοσνιάδη, τα ’καναν γυαλιά- καρφιά, τα ’σπασαν, τα ’κλεψαν κι εξαφανίστηκε το βιβλιοπωλείο […].

Το «Μόλχο» είναι το αρχαιότερο βιβλιοπωλείο στη Θεσσαλονίκη […]. Το κυριότερο χαρακτηριστικό του βιβλιοπωλείου είναι ότι υπήρξε το πρώτο διεθνές βιβλιοπωλείο στην πόλη μας […]. Μετά την απελευθέρωση ξανάνοιξε το βιβλιοπωλείο, όχι πια από την απέναντι μεριά τής Τσιμισκή αλλά απ’ αυτήν που είναι σήμερα» (σχεδόν δίπλα στο φαρμακείο του Κατσόγιαννη. [Το βιβλιοπωλείο Μόλχο έχει κλείσει πριν από λίγα χρόνια.]

«Το βιβλιοπωλείο Συρόπουλου ήταν κοντά στη γωνία Τσιμισκή και Αγ. Σοφίας […]. Το βιβλιοπωλείο αυτό υπερφαλάγγισε όλα τα άλλα σε αγάπη για τη λογοτεχνία και τους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης […].

Τον Φεβρουάριο του 1948 οι αντάρτες χτύπησαν από τα υψώματα του εργοστασίου «Τιτάν» τη Θεσσαλονίκη, αλλά αμέσως τους μπλόκαρε ο στρατός και τους έπιασε, άλλωστε ήταν σχετικά λίγοι.

Τα αξιολύπητα εκείνα κουρέλια των ανταρτών υποχρεώθηκαν, αν και κουτσοί και πληγωμένοι και μέσα στα αίματα, να «παρελάσουν» από την Τσιμισκή, ενώ οι εσατζήδες τούς ανάγκαζαν με το ζόρι να προχωρούν. Ο κόσμος κοίταζε μουδιασμένος την πιο τραγική στιγμή του εθνικού διχασμού. Εγώ σκεφτόμουν και παρακολουθούσα από το πεζούλι του Συρόπουλου, οπότε, όταν η θλιβερή πομπή έφτασε προς το μέρος μας, ο Συρόπουλος βγήκε από μέσα και μπροστά σ’ όλους κατέβασε βουρκωμένος το κεπέγκι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη σκηνή […]».

Στο βιβλιοπωλείο του Συρόπουλου αναφέρονται ο Κλ. Κύρου (Οπισθοδρομήσεις. Αναδρομή ζωής, 2001) και ο Μ. Μ. Χαραλάμπους (Μυστική ιστορία της Θεσσαλονίκης, 2001) που μας πληροφορεί ότι στο βάθος το βιβλιοπωλείο είχε κρεμασμένα τρία πορτρέτα με μολύβι (Μ. Αναγνωστάκη, Γ. Θέμελη, Γ. Δέλιου).

ΙΙΙ. ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΤΗΣ ΤΣΙΜΙΣΚΗ ΠΟΥ ΗΤΑΝ … ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΤΕΚΙ

Για το ιστορικό πλέον φαρμακείο του Κατσόγιαννη, που λειτούργησε για αρκετά χρόνια ως «λογοτεχνικό στέκι» στην καρδιά της πόλης, στην  Τσιμισκή, όπως κατεβαίνεις τη Βενιζέλου, έχουμε πλέον όχι μόνο σκόρπιες αναφορές αλλά και ένα ολόκληρο βιβλίο από τον Τηλ. Αλαβέρα: Με τον Μπαρμπαλιά, 1999. Εύγλωττο είναι το απόσπασμα που παραθέτουμε:

«[…] Το φαρμακείο του Μπαρμπαλιά [δηλ. του Κατσόγιαννη] ήταν δίπλα στην κύρια είσοδο του τότε Υπουργείου Β. Ελλάδος, όπου στεγαζόταν και οι περισσότερες διευθύνσεις με μελισσομάνι υπαλλήλους. Αρκετοί απ’ αυτούς ανεβαίνοντας στα γραφεία θα κοντοστέκονταν για μια καλημέρα […]. Καθώς μπαίνεις στο μέγαρο Κόφφα, αριστερά, βιτρίνα καμπουρωτή και γνωστότατη. Από την άλλη πλευρά της εισόδου το ιστορικό βιβλιοπωλείο Μόλχο […]. Μπαίνοντας στο φαρμακείο θα ’βρισκες εκεί καθήμενο διπλοπόδι το Μπαρμπαλιά με την εκάστοτε παρέα του […]. Οι λογοτέχνες κι αυτοί εκεί. Στην πλειονότητα οι κρατούντες της εποχής. Τακτικότατος από το ’52-’53 και μετά ο Θέμελης, συχνά ο Σπανδωνίδης, ο Βαφόπουλος, ο Ωρολογάς, ο Δέλλιος, ο Παυλέας και πολλοί παλιοί δημοσιογράφοι και Αθηναίοι διερχόμενοι.

Τακτικός κι ένας παλιός δημοσιογράφος, ο Αντώνης Θεοδωρίδης, διευθυντής της Νέας Αλήθειας και του Ραδιοσταθμού Θεσσαλονίκης (ήταν απέναντι από το φαρμακείο, στην Τράπεζα της Ανατολής) […].

Μέσα στον Εμφύλιο […] πρέπει το φαρμακείο να ήταν περισσότερο τόπος συνάντησης προσώπων της εγχώριας πολιτικής ζωής. Ο Μπαρμπαλιάς, ως πρόεδρος της Λέσχης Πελοππονήσιων, δηλ. του «Κολοκοτρώνη», διέθετε αυτονόητη ισχύ που τη φλερτάριζαν τα κόμματα.

[…] Με τον Π. Κανελλόπουλο φαίνεται πως τον συνέδεσε ειλικρινής φιλία. Σε κάθε επίσκεψη του στη Θεσσαλονίκη, ο συγγραφέας τού Γεννήθηκα στο 1402, θα περνούσε αρκετή ώρα στο «Πρυτανείο», συνομιλώντας με τον Μπαρμπαλιά […]. Αλλά και με μια άλλη πολιτική προσωπικότητα της εποχής είχε σχέση ο Μπαρμπαλιάς […], με τον αρχηγό της ΕΛΔ Αλέξανδρο Σβώλο, που δεν παρέλειπε να τον επισκέπτεται. […]. Σε κάποια πρωιμότερα χρόνια, ο Π. Θασίτης, ο Ντ. Χριστιανόπουλος, ο Β. Φράγκος, ο Γ. Ιωάννου […]. Από τους Αθηναίους συγγραφείς που αισθάνονταν όχι μόνο την ανάγκη να επισκεφθούν τον Μπαρμπαλιά αλλά και να περάσουν ώρες ακόμη μαζί του, θα σημειώσω τον Στρ. Μυριβήλη, τον Σπ. Μελά, τον Μ. Περάνθη κ.ά.».

Ο κινηματογράφος «Τιτάνια»

Στην παλιά Τσιμισκή των θαυμάτων, ίσως δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι δίπλα στο μικρό και δύο φορές καμένο παρεκκλήσι της Αγίας Ελεούσας «φύτρωσε» το 1936 ο κινηματογράφος «Τιτάνια» (βλ. Ευ. Χεκίμογλου – Γ. Αν., ό.π.).

Υπήρξαν βέβαια οι αναπόφευκτες διαμαρτυρίες, καθώς «οι ανταγωνιστές (βλ. Γ. Σταμπουλής, Η ζωή των θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912 κτλ.) «κίνησαν γη και ουρανό για να εμποδίσουν τη λειτουργία του σινεμά». Τόσο το παρεκκλήσι όσο και ο κινηματογράφος κατεδαφίστηκαν το 1973 (αντιστάσεως μη ούσης …). Σήμερα ένα ναϊδριο στο ισόγειο του καταστήματος «Φωκά»  (εδώ και καιρό δεν λειτουργεί) «θυμίζει» την συνύπαρξη «7ης τέχνης» και «θρησκευτικού συναισθήματος».

Τα «Τιτάνια» έχουν τη δική τους ιστορία και στα παλιά χρόνια είχαν το δικό τους κοινό. Ίσως γιατί ―όπως γράφει ο Σ. Σιμιτζής― «την άνοιξη και το φθινόπωρο, στα διαλείμματα, οι θεατές έβγαιναν στο προαύλιο της Αγ. Ελεούσας για ένα τσιγάρο ή για ξεμούδιασμα».

«Όλοι οι Εβραίοι της πόλης μας ―γράφει ο Κ. Τομανάς― περασαν από τα «Τιτάνια», για να ακούσουν και να δουν  την Κάρμεν, με την Ιμπέριο Αρζεντίσα».

Τα «Τιτάνια» λάνσαραν στην πόλη τις τρισδιάστατες ταινίες. Στο ταμείο, μαζί με το εισιτήριο, έδιναν και τα ειδικά γυαλιά για την παρακολούθηση της ταινίας. Η «ουρά» στα «Τιτάνια» έφτανε μέχρι το γνωστό ζαχαροπλαστείο- αρτοποιείο «Μόντερν», όπου σήμερα (έκλεισε πριν πολλά χρόνια) το κατάστημα «Βruno» (Σ. Σιμιτζής, ό.π.).

Ο Άρις Γεωργίου θυμάται τις πρωινές προβολές στα «Τιτάνια» (1963) και γράφει (στο κείμενό του που απανθίζει ο Γ. Αναστασιάδης στο βιβλίο του Σινεμά ο παράδεισος, 2000, σ. 36 επ.) [στα «Τιτάνια»] συχνή η χρήση αρωματικού τρομπαρίσματος με χειροκίνητη συσκευή φλιτ. Αναρωτιέμαι, πόσοι νεολαίοι έχουν παράσταση της σχετικής χειρονομίας […]».

«Ο κινηματογράφος Τιτάνια», θυμάται ο Κλ. Κύρου (Γ. Αν., ό.π., σ. 85 επ.), «είχε μια προσεγμένη επιλογή ταινιών και η αίθουσα είχε ηχομόνωση. […]. Μερικές φορές, σχολώντας από το κολέγιο το απόγευμα, μαζί μ’ έναν φίλο μου της μεγαλύτερης τάξης, τραβούσαμε κατευθείαν για τα «Τιτάνια». Οι συνθήκες που παρακολουθούσαμε τις ταινίες ήταν ιδανικές και χαιρόμασταν τον περιβάλλοντα χώρο». […]

Ο εξώστης στα κατοχικά «Τιτάνια» λειτούργησε και ως τόπος αντίστασης: «Στην Κατοχή, στον κινηματογράφο «Τιτάνια», γράφει ο Γ. Οικονομίδης (Τώρα που όλα κόπασαν, θυμάμαι, 1988),

«[…] απ’ τη γαλαρία, την ώρα που χαμήλωναν τα φώτα […], εκτινάζαμε ένα μάτσο προκηρύξεις, και έτσι όπως άπλωναν έπεφταν στα κεφάλια των περισσοτέρων θεατών […]. Η ιδιαίτερη, ανεξάρτητη κάθοδος και έξοδος από την γαλαρία του κινηματογράφου μάς βοηθούσε να γλιστρήσουμε και να βρεθούμε στο απέναντι πεζοδρόμιο».

Στα «Τιτάνια» υπήρχε στα χρόνια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου η επιγραφή «καταφύγιο απέναντι»: Όταν είχε συναγερμό, σταματούσε η προβολή της ταινίας, πήγαιναν οι θεατές στο καταφύγιο και μετά, όταν έληγε ο συναγερμός, ξαναγυρνούσαν στη θέση τους ψύχραιμα και περίμεναν να συνεχιστεί η προβολή.

  1. IV. Η ΤΣΙΜΙΣΚΗ ΜΕ ΤΑ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗ ΚΤΙΡΙΑ

Τα μεγαλοπρεπή κτίρια των τραπεζών στην Τσιμισκή, κτισμένα στη δεκαετία του ’20, έρχονται σε προφανή αντίθεση με τα χαμόσπιτα των δυτικών συνοικισμών, της Άνω Πόλης κτλ.

Σήμερα σώζεται το μνημειώδες μέγαρο που στεγάζει την Τράπεζα της Ελλάδος και την Εθνική Τράπεζα. Και δεν έχει κατεδαφιστεί το επιβλητικό κτίριο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, που κτίστηκε το 1929 και που όχι μόνο δεσπόζει στον χώρο του αλλά εξακολουθεί να παρέχει φιλόξενη στέγη σε επιστημονικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Το κτίριο αυτό αξιώνει μια αυτοτελή προσέγγιση (βλ. αντί πολλών τη σχετική μελέτη της Ευ. Βαρέλλα, το 1994).

Ξεχωριστή διερεύνηση απαιτεί και το χαμένο σήμερα κτίριο της Τράπεζας της Ανατολής, που μεταπολεμικά (από το ’48) χρησιμοποιήθηκε από το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Με τον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό να έχει εγκατασταθεί επί της Τσιμισκή (απέναντι από το φαρμακείο Κατσόγιαννη), και τα στούντιό του να λειτουργούν στα πρώην  «θησαυροφυλάκια» της Τράπεζας…

Το αρχοντικό εστιατόριο-ζαχαροπλαστείο «Φλόκα»

Το «Φλόκα» της οδού Τσιμισκή, απέναντι από τον Λαμπρόπουλο, ήταν ― γράφει ο Στρ. Σιμιτζής, στο Κάποτε στη Θεσσαλονίκη, 2001― «καφεζαχαροπλαστείο και σνακ πολυτελές, με εντυπωσιακή διακόσμηση και αρχοντικό περιβάλλον, εξυπηρετικό προσωπικό, ασημένια σκεύη και σερβίτσια, κόκκινο χαλί στο δάπεδο […]. Στον «Φλόκα» σύχναζαν πολιτικοί άνδρες […], καθηγητές πανεπιστημίου, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες […]. Διέκοψε τη λειτουργία του τη δεκαετία του ’60, όταν κατεδαφίστηκε η οικοδομή». Για τα καταστήματα «Αφοί Λαμπρόπουλοι» αξίζει να γραφεί ένα αυτοτελές χρονικό. Υπάρχουν και θησαυρισμένες διαφημίσεις, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον (Γ. Αναστασιάδης – Ευ. Χεκίμογλου, ό.π.).

Γράφει για το παλιό «Φλόκα» ο Ν. Μέρτζος (Ελληνικός Βορράς, 24.5.1967 – Εγκώμια Θεσσαλονίκης, 1998, σ. 93 επ.).

«[…] Ήταν δυνατόν να μην υποκύψει. Το παλαιό καλό ζαχαροπλαστείο του Φλόκα παρεδόθη στη σκαπάνη των κατεδαφιστών. Και είναι η πληγή που ανοίγουν τώρα οι κασμάδες στην καρδιά της Θεσσαλονίκης μια μικρή σφραγίδα ―ολίγον οδυνηρή― στην εξέλιξη της πολιτείας […]. Αύριο κανείς δεν πρόκειται πια να εισέλθει στην μεγάλη σιωπηλή αίθουσα, όπου επί δεκαετίες πολλές ετελείτο η μυσταγωγία των συναντήσεων. […] Επλέκοντο τότε, στα παλαιά χρόνια, συνοικέσια κάτω από τη μεγαλοπρεπή διακριτικότητα των σερβιτόρων του Φλόκα […]. Ήταν ο ομφαλός της ζωής […] θα μείνει σύμβολο αρχοντιάς […].»

Τα «αφανή μνημεία» της Τσιμισκή

Στην Τσιμισκή υπήρξαν και άλλοι τόποι, που έχουν ένα όχι αμελητέο ειδικό ιστορικό βάρος. Αυτά τα «αφανή μνημεία» δεν έχουν προσεχθεί όσο θα ’πρεπε. Ας αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένα:

  • Στο ισόγειο του μεγάρου της Τσιμισκή 86 λειτούργησε ―όπως υποστηρίζει ο Κ. Τομανάς (ό.π.)― το 1928 «η δανειστική βιβλιοθήκη – «Αθηνά», κυρίως με μεταφρασμένα ρωσικά και γαλλικά βιβλία προοδευτικού περιεχομένου […]. Περιέργως την αγνοούν όσοι γράφουν για τη λογοτεχνική ζωή της πόλης».
  • Στον αριθμό 27 θα βρίσκαμε παλιά το φωτο-Νικολαϊδη. Σύμφωνα με τον Κ. Τομανά, «εδώ έγινε το 1933 η, τολμηρή για την εποχή της, καλλιτεχνική έκθεση γυναικείου γυμνού». Επισκέπτριες της έκθεσης ήταν και μερικά παλιά μοντέλα με πέπλο, για να μην αναγνωριστούν ή για να κρύψουν τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια τους»).
  • Στην Τσιμισκή 63, στο διάστημα 10-24.9.1944, ενώ αρχίζει να προαναγγέλλεται η απελευθέρωση από τη γερμανική κατοχή, έγινε στο ανθοπωλείο του Ευρ. Κωνσταντινίδη έκθεση ζωγραφικής με έργα Πεντζίκη, Σαχίνη, Σβορώνου, Τσίζεκ (βλ. Ευ. Χεκίμογλου – Γ. Αναστασιάδης, ό.π., σ. 56).
  • Στην Τσιμισκή 26 θα βρίσκαμε παλιά τον εξαιρετικό φωτογράφο Γ. Λυκίδη, στον οποίο οφείλουμε πολύτιμες φωτογραφίες της Τσιμισκή αλλά και ολόκληρης της πόλης στα χρόνια του μεσοπολέμου (βλ. παραπάνω).

Η Τσιμισκή των εφημερίδων

Η Τσιμισκή ήταν ανέκαθεν και δρόμος των Εφημερίδων.

Στην προπολεμική Τσιμισκή (10) είχε γραφεία η πρωινή ημερήσια γαλλόφωνη εφημερίδα Le Progrès [Λε Προγκρέ], ενώ για ένα διάστημα τα γραφεία της εφ. Μακεδονικά Νέα εγκαταστάθηκαν στον τελευταίο όροφο του κτιρίου όπου το καφενείο «Αστόρια Α΄».

Σύμφωνα με τον τηλεφωνικό κατάλογο του 1957, στην Τσιμισκή, (τότε Μ. Αλεξάνδρου) ήταν εγκατεστημένες οι ακόλουθες εφημερίδες:

Αθλητικά Νέα, Δράσις (μετά και ο Ελεύθερος Λαός, Το Σουτ), Ελληνικός Βορράς, Μακεδονία.

Τον τόνο βέβαια τον έδιναν κυρίως οι δύο τελευταίες καθημερινές εφημερίδες.

Η Μακεδονία με τον κόσμο που συγκεντρωνόταν έξω από τα γραφεία της, είτε για να μάθει τα αποτελέσματα των ποδοσφαιρικών αγώνων που διεξάγονταν στην Αθήνα, είτε, μετά το ’59, για να πληροφορηθεί τον συνδυασμό της επιτυχίας στο ΠΡΟ-ΠΟ.

Και ο Ελληνικός Βορράς, μ’ εκείνα τα τεράστια ρολά δημοσιογραφικού χαρτιού, στοιβαγμένα στο πεζοδρόμιο έξω από το τυπογραφείο του (όπου κάθε Κυριακή τυπώνονταν τα Αθλητικά Νέα, που κυκλοφορούσαν κάθε Δευτέρα).

Στο ίδιο πεζοδρόμιο, λίγο πριν τη διασταύρωση με την Κ. Ντηλ, ήταν το κτίριο με τα γραφεία του Ελληνικού Βορρά. Στα πρώτα σου βήματα της αθλητικογραφίας ανέβαινες στον β΄ όροφο και, εκτός από τον Καστάνη ―που είχε τότε την επιμέλεια των αθλητικών σελίδων του κυριακάτικου Ελληνικού Βορρά― χάζευες, πάντα από απόσταση ασφαλείας, τα «ιερά τέρατα» της θεσσαλονικιώτικης δημοσιογρφίας: τον Κύρου, τον Ζαφειρόπουλο, τον Δώσσα, τον Μέρτζο και τον νεαρό Β. Νέτα.

Αργότερα, η απογευματινή εφ. Εσπερινή Ώρα, όπου δούλεψες για λίγους μήνες ως αθλητικογράφος, δίπλα στον Τάκη Χασήρ, είχε νοικιάσει γραφεία στην Τσιμισκή, απέναντι από το τυπογραφείο του Ελληνικού Βορρά.

Η Τσιμισκή των καφενείων και των ζαχαροπλαστείων

Υπήρξαν στην Τσιμισκή και μαγαζιά που άφησαν εποχή και λειτούργησαν ως τόποι καταφυγής και σημεία αναφοράς για τους Θεσσαλονικείς εκείνου του καιρού. Από τα καφενεία δεν μπορούν να λείπουν σ’ αυτόν τον μικρό απολογισμό

  • το «Αστόρια» (βλ. παραπάνω)
  • η «Εκάλη» (το στέκι των μπασκετόβιων στη δεκαετία του ’50 και ’60· βλ. Στρ. Σιμιτζή, ό.π., και Αγγ. Καριπίδη, Λες και ήταν χθες: Θεσσαλονίκη 1945-1960, 2008, σ. 321 επ.).

Από τα ζαχαροπλαστεία δεν μπορούν να απουσιάζουν:

  • ο «Τερκενλής»
  • ο «Αγαπητός»
  • το «Φλόκα»
  • το «Γαλλικόν» (μεταξύ Βενιζέλου και Κομνηνών)
  • ο «Γκικιλίνης» (κάποιος πρέπει να γράψει ένα χρονικό γι’ αυτό το μαγαζί. Σκέπτομαι π.χ. τον Τ. Αποστολίδη). Είναι ενδεικτικό ότι ο Τ. Δαρβέρης (Μια ιστορία της Νύχτας, 1967-1974, 1983) γράφει ότι «οι εξόριστοι και φυλακισμένοι φοιτητές στα χρόνια της δικτατορίας άρχισαν να εμφανίζονται στα παλά σημεία: Στο κυλικείο της Φιλοσοφικής, στον Γκικιλίνη, στο «Αχίλλειο». Μόλις γινόταν κάτι, πρώτοι υποψήφιοι για σύλληψη ήταν οι θαμώνες Γκικιλίνη».

Από τα εστιατόρια

  • το «Κάιρο»
  • η «Ήβη».

Από τα ξενοδοχεία

  • «Αστόρια» (βλ. παραπάνω)
  • «Λουξ Παλλάς» (στη γωνία Τσιμισκή και Βενιζέλου)

Υπήρξαν τέλος και ορισμένα «κέντρα ψυχαγωγίας», που την ύπαρξή τους οι νεότεροι την πληροφορούνται από τις διαφημίσεις της εποχής (ευπρόσδεκτες οι μαρτυρίες όσων παλιών τα επισκέφθηκαν):

  • «Ρουζ» (γωνία Τσιμισκή και Κ. Ντηλ, όπου το 1953 τραγούδησε με τον Κ. Καπλάνη η Μαίρη Λίντα)
  • «Στέκι» (Τσιμισκή και Διαγώνιος, όπου πάλι το 1953, μαζί με το συγκρότημα Μίγκου-Τσανάκα, τραγουδούσαν η Ανθούλα και ο Μυλωνάς).

Να μην λησμονήσουμε τέλος και τα «λούνα παρκ», τα σφαιριστήρια με τα «ποδοσφαιράκια», που ήταν μέρος της καθημερινής ζωής ιδίως στα χρόνια του ‘50 και του ‘60.

Ένα από αυτά βρίσκονταν κάτω από το ζαχαροπλαστείο του Φλόκα και συγκέντρωνε νεολαίους κυρίως από το Β΄ Γυμνάσιο.

Ερώτημα που ανοίγει μία νέα διερεύνηση: Είχε η Τσιμισκή της μεταπολεμικής γοητείας το δικό της ηχόχρωμα; Από τα διάφορα μαγαζιά ακούγονταν κυρίως ιταλικά τραγούδια («Ο μίο Σινιόρε» κ.ά.) ή επιτυχίες του Πωλ Άνκα. Πάντως δεν ακούγονταν Καζαντζίδης ή Γαβαλάς. Ένα καλοκαιρινό βράδυ όμως, καθώς φεύγαμε αργά από την εφημερίδα, θυμάμαι τον Φ.Κ. να τραγουδάει -και εμείς οι νεαρότεροι να τον σιγοντάρουμε- στην έρημη Τσιμισκή: «Τον Ιούλιο κάποτε…» από το Άξιον Εστί των Μ. Θεοδωράκη – Οδ. Ελύτη …