Εκείνο το Φθινόπωρο του 1978.  Ο Παπαζάχος, Ο Καραμανλής, η ΥΑΣΒΕ, τα  κόκκινα, πράσινα και κίτρινα σπίτια, η ΔΕΘ, η αγωνία για το μέλλον. . Όλοι έβλεπαν πια τα γεγονότα να πυκνώνουν. Το γκρέμισμα επιταχυνόταν σαρώνοντας παλιές γειτονιές και βιομηχανικά κτίρια. Παράλληλα, γκρεμίζονταν πολλές από τις αυταπάτες και βεβαιότητες του δημόσιου βίου.

Η επανεκκίνηση μιας πόλης.

 του Κώστα Δ. Μπλιάτκα

 

Από τις πιο αλλόκοτες, αξέχαστες και  οδυνηρές εποχές για έναν Θεσσαλονικιό ήταν το δύσκολο καλοκαίρι του 1978 και το γκρίζο Φθινόπωρο , μετά τον καταστροφικό σεισμό της 20ής Ιουνίου που έκανε τη Θεσσαλονίκη ‘’πόλη φάντασμα’’.  Ένα  μεγάλο κομμάτι του κόσμου (από αυτούς που δεν έφυγαν σε συγγενείς σε γειτονικές πόλεις) έμενε τις νύχτες  σε αντίσκηνα. Δεν θα ξεχάσω την εικόνα σε πλατείες, παραλία, αλλά και στο πανεπιστήμιο, με εκείνα τα ομοιόμορφα λευκά αντίσκηνα του στρατού. Άλλοι γείτονες, άλλες παρέες και μια ατμόσφαιρα αλληλεγγύης για τους μεγαλύτερους και… φλερτ για τους νεότερους.

Λίγοι γενναίοι επιχειρηματίες άνοιγαν δειλά – δειλά τα μαγαζιά τους την ημέρα, αλλά μετά το μεσημέρι έκλειναν και έφευγαν.

Στις φοιτητικές μας συζητήσεις λέγαμε ότι η Θεσσαλονίκη θα έχει δύο ευκαιρίες για να μπει σε κανονικούς ρυθμούς. Η μία ήταν οι Βαλκανικοί αγώνες. Τους θυμάστε; Τότε είχαν μεγάλη αίγλη και ήταν μάλλον η μεγαλύτερη σε βαρύτητα αθλητική διοργάνωση των Βαλκανίων, όπως ήθελε και ο τίτλος τους. Είχαν προγραμματιστεί να γίνουν στο από 11 έως 13 Αυγούστου. Είχαμε αγωνία, αλλά τελικά κόσμος ήρθε στο Καυτανζόγλειο. Δεν ήταν πάρα πολλοί, αλλά ήταν περισσότεροι από τους αναμενόμενους καθώς αυτοί οι αγώνες ήταν το πρώτο μεγάλο γεγονός σε μια μισολιπόθυμη πόλη που σε έκανε πάλι να αισθανθείς ότι θα βρει τους ρυθμούς της.

Το άλλο μεγάλο γεγονός που επρόκειτο να ζωντανέψει την πόλη δυόμισι μήνες μετά το σεισμό ήταν βέβαια  η Διεθνής Έκθεση (10-24 Σεπτεμβρίου 1978).

Με τα πρωτοβρόχια του Σεπτεμβρίου τα προβλήματα μπροστά στην ανάγκη ‘’επανέναρξης της πόλης’’ βγήκαν ένα – ένα στην επιφάνεια. Στη  συντριπτική πλειοψηφία τους , οι  Θεσσαλονικείς  είχαν  ήδη επιστρέψει στα σπίτια τους ακόμα και σε κίτρινες ακόμα και κόκκινες πολυκατοικίες παρά το φόβο του Εγκέλαδου αλλά  τις αυστηρές προειδοποιήσεις σεισμολόγων και μηχανικών.  Στο ρεπορτάζ της ‘’Θεσσαλονίκης’’ εκείνων των ημερών ο μακαρίτης Γιώργος Φωτιάδης σημείωνε ότι ‘’πολλές σκηνές κρατούνται ‘’ρεζέρβα’’ (καλού-κακού) σε κεντρικούς κόμβους και πλατείες.

Ο ‘’ Ελληνικός Βορράς’’ προειδοποιούσε πως ‘’η Ροτόντα που υπέστη επικίνδυνες ρωγμές στους πεσσούς,  θα καταρρεύσει αν δεν υποστηλωθεί’’ και η ‘’Μακεδονία’’ είχε ρεπορτάζ για τις Εκκλησίες που δεν λειτουργούσαν λόγω ζημιών, αλλά και τις καθυστερήσεις στην έναρξη λειτουργίας των σχολείων λόγω ζημιών σε πολλά διδακτήρια. .

Εκείνες τι μέρες βγήκε και το επίσημο πόρισμα για τα βασικά αίτια της κατάρρευσης της πολυκατοικίας στην Πλατεία Ιπποδρομίου.  Ο κόσμος πάγωσε διαβάζοντας τα πρωτοσέλιδα στα περίπτερα:

Τα δύο πρώτα αίτια ήταν μικρή αντοχή του μπετόν σε ορισμένα σημεία του σκελετού και η χαμηλή ποιότητα του σκυροδέματος αλλά και η δυσμενής θέση του κτιρίου που στο τετράγωνο ήταν διπλά ‘’γωνιακό’’. Επίσης οι ειδικοί επισήμαιναν την ιδιαίτερη ένταση του σεισμού και την περιορισμένη αντισεισμική προστασία στην πόλη.

Καθημερινά στα ρεπορτάζ γινόταν  λόγος για τους κινδύνους που τους περαστικούς από το γεγονός ότι δεν προχωρούσαν οι κατεδαφίσεις ενώ οι πολλοί Θεσσαλονικείς που κατέφυγαν στην Περαία ,το Μαξέ και την Αγία Τριάδα ζητούσαν φθηνό εισιτήριο για τις μετακινήσεις τους και επέκταση ωραρίου λειτουργίας των αστικών λεωφορείων της περιοχής από τις 9μ.μ. στις 11μ.μ.

Επίσης γινόταν λόγος για την επείγουσα ανάγκη να στεγασθούν οι άστεγοι και για τις καθυστερήσεις στις διαδικασίες αποκατάστασης των ζημιών. ’’Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού’’ έγραφε η ‘’ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ’’ προσθέτοντας: ‘’Προς δόξαν της ελληνικής πολιτείας οι εργασίες θα διαιωνιστούν ενώ με θαυμαστή ταχύτητα ψηφίζεται το έκτακτο νομοσχέδιο για έκτακτες εισφορές ώστε να καλυφθούν τα 9,5 δισεκατομμύρια που  χρειάζονται’’,

Στη ΔΕΘ έγιναν γρήγορα επισκευές, οι χώροι ευπρεπίστηκαν και  καθαρίστηκαν και η διοργάνωση προχώρησε μέσα σε αισθητική και λειτουργική κανονικότητα. Παράλληλα εγκαινιάστηκε και νέος χώρος που λειτούργησε ως έκθεση μηχανημάτων. Ήταν το γιγάντιο περίπτερο 13, επιφάνειας 4.600 μέτρων  που  ακόμα και σήμερα παραμένει το μεγαλύτερο περίπτερο. Εξαίρεση αποτέλεσε  το Παλέ Ντε Σπορ που υπέστη μεγάλες ζημιές και ετέθη εκτός λειτουργίας Τούτο είχε ως συνέπεια   τα εγκαίνια της ΔΕΘ να γίνουν σε υπαίθριο χώρο και το Φεστιβάλ Τραγουδιού να διεξαχθεί στον κινηματογράφο  ‘’Ράδιο Σίτυ’’ στο Φάληρο!

Έπειτα από προσωπική επιθυμία του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν οργανώθηκε επίσημη υποδοχή του. Η ΔΕΘ άνοιξε τον Ιωάννη Βελλίδη αυτήν τη φορά. Ο εκδότης και επί πολλά χρόνια πρόεδρός  της πέθανε στις  21 Μαρτίου 1978 σε ηλικία 69 ετών.

Ο χρόνος απέδειξε  ότι παρά το γεγονός ότι ιστορικά μνημεία της πόλης, όπως η Ροτόντα και η Αχειροποίητος και άλλες εκκλησίες είχαν υποστεί σοβαρές ζημίες και παρά την έλλειψη, σχεδίου, τεχνολογίας και υποδομών  η Θεσσαλονίκη άντεξε…

Σύμφωνα  τέλος με τον Βασίλη  Παπαζάχο «η γένεση του καταστρεπτικού αυτού σεισμού είχε και θετικές συνέπειες, μεταξύ των οποίων είναι η δημιουργία του δικτύου σεισμογράφων του ΑΠΘ, η γένεση του Ινστιτούτου Τεχνικής Σεισμολογίας και Αντισεισμικών Κατασκευών ως πρώτο εθνικό κέντρο διεπιστημονικής έρευνας σε θέματα σεισμών και η ανάπτυξη της έρευνας πάνω σε θέματα όπως τη σεισμική επικινδυνότητα και την πρόγνωση των σεισμών στο Εργαστήριο Γεωφυσικής του ΑΠΘ’’.

Εκείνο το Φθινόπωρο του 1978…. Ο Παπαζάχος, Ο Καραμανλής, η ΥΑΣΒΕ, τα  κόκκινα, πράσινα και κίτρινα σπίτια, η ΔΕΘ, η αγωνία για το μέλλον. . Όλοι έβλεπαν πια τα γεγονότα να πυκνώνουν. Το γκρέμισμα επιταχυνόταν σαρώνοντας παλιές γειτονιές και βιομηχανικά κτίρια. Παράλληλα, γκρεμίζονταν πολλές από τις αυταπάτες και βεβαιότητες του δημόσιου βίου.

Όταν σταμάτησε η ζωή.

του Στράτου Σιμιτζή

 

Ήταν Ιούνιος. Η βραδιά ήταν ζεστή. Πολλοί απολάμβαναν τη δροσερή μπύρα. Άλλοι πάλι τη μακαρονάδα ή τα μεζεδάκια τους.

Γενικά κέντρα, καφέ και μπαρ ήταν γεμάτα.

Σε ένα καφέ στην περιοχή της 25ης Μαρτίου στην παραλία ήμουν και εγώ με την παρέα μου. Το Μέγαρο Μουσικής δεν είχε ακόμη ανεγερθεί.

Την ώρα που χτύπησε ο εγκέλαδος, ώρα 23:03:21, το κτίριο πάνω από τα κεφάλια μας  άρχισε να κλυδωνίζεται και να παλινδρομεί.

«Γέρνει, γέρνει», φώναξες έντρομος ένας από την παρέα. Και μετά πιο ανακουφισμένος είπε: «Δεν πέφτει, δεν πέφτει».

Οι θαμώνες πλήρωσαν βιαστικά και ο καθένας πήρε τον δρόμο για το σπίτι του.

Στους δρόμους κυκλοφορικό χάος. Μέχρι το κέντρο έκανα γύρω στα τρία τέταρτα. Όλοι οι Θεσσαλονικείς έδειχναν πως είναι εν κινήσει.

Κάποια στιγμή έφτασα στο σπίτι μου, οδός Στρατηγού Καλλάρη. Βρήκα τους ηλικιωμένους γονείς μου να με περιμένουν στην είσοδο του κτιρίου. Για μια ακόμη φορά είχα διαπιστώσει την τεράστια δύναμη της ψυχής.  Η μητέρα μου, με έντονο κινητικό πρόβλημα, προ του κινδύνου, είχε κατέβει ένα – ένα τα σκαλοπάτια για να φτάσει στην είσοδο.

Όπως έκαναν το βράδυ εκείνο όλοι οι Θεσσαλονικείς, το ίδιο κάναμε και εμείς. Μαζευτήκαμε σ ’έναν ανοιχτό χώρο, μακρά από πιθανές αποκολλήσεις σοβάδων και τσιμέντων.

Με κουβέντα, παγωμένα χαμόγελα και αστεία που έβγαιναν για να πάρουμε όλοι λίγο κουράγιο πέρασε η νύχτα. Κάποιοι λαγοκοιμήθηκαν στα καθίσματα.

Ξημέρωσε η μέρα, ενώ διάφορες πληροφορίες και νέα έρχονταν από κάθε σημείο της πόλης. Ευτυχώς τα περισσότερα ήταν «ράδιο αρβύλα». Μέχρι που έσκασε η τραγική είδηση για την κατάρρευση οικοδομής στην Πλατεία Ιπποδρομίου. Η είδηση πως είχαμε 43 νεκρούς, δυστυχώς επιβεβαιώθηκε.

Από την επόμενη κιόλας σε ανοιχτά μέρη στήθηκαν σκηνές για να φιλοξενήσουν σεισμοπαθείς.

Πολύ σύντομα επίσης συνεργεία πολιτικών μηχανικών οργανώθηκαν από τους αρμόδιους φορείς και υπηρεσίες βγήκαν στους δρόμους για να επιθεωρήσουν τα κτίρια και να εκτιμήσουν τις ζημιές.

 

Πράσινο, κόκκινο, και κίτρινο ήταν τα χρώματα με τα οποία χαρακτηρίστηκαν τα κτίρια.

Πράσινο για ελαφρές ζημιές, κατοικήσιμες και ασφαλείς.

Κόκκινο για τα ακατάλληλα, μέχρι της αποκατάστασης των ζημιών.

Κίτρινο για ελαφρές ζημιές για επισκευή.

Πάντως, αν κρίνει κάποιος από τις ζημιές που προξένησε ο σεισμός, συμπεραίνει πως η συμπεριφορά των κτισμάτων στη Θεσσαλονίκη ήταν πολύ καλή.

Στην πόλη και την κοινωνία η μετασεισμική εικόνα είχε δύο όψεις.

Τις δύο – τρεις πρώτες μέρες επικρατούσαν βουβαμάρα, ανασφάλεια και νευρικότητα μεταξύ των κατοίκων.

Όμως, όσο οι μετασεισμική αλληλουχία, άρχισε να αραιώνει, η πόλη άρχισε και πάλι να κινείται.

Στην αρχή η κίνηση ήταν έντονη, μόνο τις πρωινές ώρες, ενώ κατά τις βραδινές επικρατούσε ησυχία, με τους δρόμους άδειους και την κυκλοφορία περιορισμένη.

Όμως πολύ γρήγορα οι Θεσσαλονικείς ξεπέρασαν τον τρόμο και την ανασφάλεια που προκάλεσε ο σεισμός και επανήλθαν στην ομαλότητα και την κανονικότητα της ζωής τους.

Όμως, ένας ισχυρός σεισμός 6,7R είναι μια τραυματική εμπειρία και σπανίως αφήνει πίσω, εκτός από τις καταστροφές και ζημιές και τις ανθρώπινες απώλειες, ψυχολογικά προβλήματα, φοβίες και εκνευρισμούς.

Και ο σεισμός της 20ης Ιούνιου δεν απετέλεσε εξαίρεση. Όσο κι αν τα συμπτώματα αυτά είναι περιστασιακά και έχουν σύντομη διάρκεια.

Σεισμογενής περιοχή

Αρκετοί είναι οι ισχυροί σεισμοί που έχουν καταγραφεί στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη περιοχή.

Τους παραθέτουμε χρονολογικά.

597 μ.Χ. 6,9 R Μεγάλες Καταστροφές και ζημιές

620 μ.Χ. Ισχυρός καταστροφικός σεισμός. Μεταξύ άλλων καταστράφηκαν ολοσχερώς οι Ι.Ν του Αγίου Δημητρίου και της Αγίας Σοφίας. Επίσης, μεγάλο τμήμα των τειχών.

667 μ.Χ. 6,6 R Πολλές ζημιές στα κτίρια

1035 – 1037 μ.Χ. Ισχυρός σεισμός. Καταστροφή του Ι.Ν. Αγίας Σοφίας που είχε ανεγερθεί εκ νέου.

1430 μ.Χ. 26 Φεβρουαρίου. Ισχυρός σεισμός μεγάλες ζημιές στα τείχη.

1677 μ.Χ. Βασιλικά, 6,5 R

1765 μ.Χ. 16 Νοεμβρίου

1902 μ.Χ 8 Απριλίου, Άσσηρος

1905 μ.Χ. Άθως 7,5 R

1932, 26 Σεπτεμβρίου 7,9 R Ιερισσός – Χαλκιδικής. Τρομακτικός σεισμός, μεγάλες καταστροφές, αισθητός σ ’ολόκληρη την Βόρεια Ελλάδα.

1978 – 20 Ιουνίου, ώρα 23.03.021  6,7 R Βόλβη.

Η σκιά της Μνήμης

του Ηρακλή Παπαϊωάννου

 

Η φωτογραφία από τα ανάκτορα του Γαλερίου αμέσως μετά το μεγάλο σεισμό προβάλλει ως πρόσφατο σχετικά αλλά καίριο ιστορικό τεκμήριο. Οι στιβαρές εργολαβικές οικοδομές, με την καθημερινή θέα στα σπαράγματα της ιστορίας, μοιάζουν να δημιουργούν αγέρωχο κλοιό γύρω από αυτά. Η πόλη που συμπεριφερόταν με αυθάδεια στους κοινόχρηστους χώρους ξαφνικά απλώθηκε σ’ αυτούς παρακλητικά. Οι σκηνές σεισμοπαθών πολιτών στον αρχαιολογικό χώρο υπογραμμίζουν τις κρίσιμες εκείνες στιγμές που η επιστημονική δεοντολογία παρακάμπτεται. Κάπως παράδοξα, χώροι ακατοίκητοι για αιώνες απέκτησαν ξανά προσωρινούς ενοίκους: απλούς πολίτες που, χωρίς την εύκολη διαφυγή του εξοχικού, βρέθηκαν να διανυκτερεύουν σε ανάκτορα, έστω ερειπωμένα. Στον διπλανή ακριβώς οδό Ιπποδρομίου, μια ανάσα απόσταση, σημειώθηκε το μεγάλο δράμα.

Πώς επανεκκινά η ζωή σε μια πόλη όταν σημαδεύεται από ένα τέτοιο τραυματικό γεγονός; Πώς ξεχνιέται η ταραχή των στιγμών, η αγωνία για εκείνους που βρέθηκαν πίσω, για την επιστροφή σ’ ένα σπίτι που δεν νιώθει κανείς πια τελείως ασφαλές; Η ανάγκη όμως γεννά λύσεις, έστω και με πρόωρο τοκετό. Η ζωή δεν διακόπτεται, τα τραύματα μπορούν να περιμένουν. Άλλωστε θέλουν χρόνο για να επουλωθούν. Και τα αόρατα τραύματα, τα εσωτερικά, συχνά επουλώνονται πιο αργά. Σαράντα χρόνια μετά πλανάται μόνο μια σκιά μνήμης στους μεγαλύτερους, μια αόριστη ανησυχία ότι η βοή μπορεί να ξανάρθει.

Μετά σεισμόν προφήτες

του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

 

Οι μετασεισμικές δονήσεις αποδυναμώθηκαν και σταμάτησαν. Στην οδό Βατικιώτου, όπως σχεδόν παντού, σε όλη την πόλη, η ζωή θα συνεχιστεί απτόητη, θα κελαρύσει πάλι ασυναίσθητα, αναπόφευκτα, αναγκαστικά. Ό,τι και να κάνεις θα σε πάρει μαζί της στο ρεύμα του χρόνου, στην κατευναστική καθημερινότητα, στην ρουτίνα της επιβίωσης, του βάσανου και της μικροχαράς. Το βλέπουμε στην φωτογραφία: καφάσια το ένα βαλμένο καπακωτά στο άλλο, από πάνω μια εφημερίδα και το αυτοσχέδιο ημιυπαίθριο τραπεζάκι είναι έτοιμο. Μια μπίρα, άρτος, λίγο τυράκι, καμιά ντομάτα και το παρεάκι: ένας φαντάρος της γειτονιάς με σαρανταοχτάωρη, ο μαγαζάτορας που πουλάει ψωμί, ένας πελάτης, ίσως κι ένας περαστικός φίλος. Κάτσε να πιούμε μια μπίρα, ρε φιλαράκι. Δεν είδες τι γίνεται; Ποιος ζει και ποιος πεθαίνει. Σου τραβάει ένα εξαμισάρι ρίχτερ ενώ ροχαλίζεις δίπλα στην κυρά και σε στέλνει αδιάβαστο. Όποιος γλίτωσε γλίτωσε. Κοίτα τι θα κάνουμε από δω και πέρα. Κάτσε,  πάρε ένα μεζέ κι έχει ο θεός. Η Παοκάρα τι λες να κάνει την Κυριακή; Δίπλα άλλοι καταστηματάρχες – τυπικοί Έλληνες από ταινία του ‘70. Νομίζεις ότι από το Οπωροπωλείο θα βγεί σε λίγο και ο Παπαγιαννόπουλος. Μπροστά στο μαγαζί απλωμένα στα καφάσια τα ζαρζαβατικά – να τα ραντίζουμε με λίγο νερό πότε πότε για να φαίνονται φρέσκα. Διότι το εμπόριο δεν σταματάει ποτέ. Σεισμός-ξεσεισμός, το αλισβερίσι συνεχίζεται για να κρατάει την ζωή στα ίσα της. Η λαχαναγορά ξενυχτάει ό,τι και να συμβεί και πρέπει χαράματα το εμπόρευμα να είναι στο μαγαζί. Όλοι θέλουν να φάνε. Και οι σκηνίτες που ξέμειναν στις αλάνες, και οι άλλοι με τα ραγισμένα σπίτια, και οι πλανώμενοι, και εκείνοι των οποίων η πολυκατοικία άντεξε. Όσοι σώθηκαν, θα πεινάσουν. Το ζαρζαβάτι και δίπλα το αρτοπωλείο είναι η μόνη αιώνια αλήθεια, η μόνη ανάλλαχτη πραγματικότητα. Η επιβίωση. Άρα, να πιούμε καμιά μπιρίτσα, να έχουμε και το νού μας στο μαγαζί. Διότι ο πελάτης, κύριε, ότι και γίνει θα ρθεί να ψωνίσει. Γλίτωσες από την κακιά ώρα; Θα ζήσεις χίλια χρόνια. Άντε, τώρα, φτου κι απ’ την αρχή. Έχουμε ακόμα πολύ αβάντσο.

Ο φαντάρος:

-Πότε λες θα γίνει ο επόμενος σεισμός;

Ο μαγαζάτορας:

– Ποιος ξέρει μετά από πόσα χρόνια… Άραγε θα τον προλάβουμε; Ή, θα τον χάσουμε;

Οι τεχνικοί αποφασίζουν για όλα

του Ευάγγελου Χεκίμογλου

 

Οι κατασκηνώσεις που διάφοροι φορείς έστησαν το καλοκαίρι για πραγματικούς και φανταστικούς σεισμοπαθείς, σταδιακά εγκαταλείπονται από τους ενοίκους τους, ερημώνουν και πνίγονται στις πρώτες βροχές.  Αργά ή γρήγορα όλοι βρίσκουν κάποιο κατάλυμα στα πέριξ. Στα πέριξ. Διότι οι Θεσσαλονικείς αποφεύγουν να μπουν στους χώρους δουλειάς τους ή περιορίζουν την παραμονή τους στο ελάχιστο. Εξαφανίζονται και από τα σπίτια τους. Δύο χιλιάδες διαμερίσματα κατεδαφιστέα προς ανοικοδόμηση, 7.500 διαμερίσματα με βαριές βλάβες, 60.000 διαμερίσματα με ελαφρότερες. “Καλούνται οι συνιδιοκτήται της οικοδομής οδού … 2, εις συνέλευσιν την 8ην Σεπτεμβρίου 6 μ.μ. με θέμα “αποκατάστασις ζημιών εκ των σεισμών”. (Υπογράφει μια προσωρινή επιτροπή, που αναγκάζεται να δημοσιεύει την πρόσκληση στην εφημερίδα. Όλοι οι «συνιδιοκτήται» είναι εξαφανισμένοι).

Οι σεισμοί συνδέονται με οποιοδήποτε άλλο αίτημα. Κάποιο δημοτικό συμβούλιο ζητάει να αυξηθεί ο αριθμός εισακτέων από τη Θεσσαλονίκη, διότι ο σεισμός επηρέασε την προετοιμασία των υποψηφίων. Αποφασίσει να διαθέσει στους ενδιαφερόμενους ασφαλή δημόσια κτίρια για να μελετούν.

Η αντοχή των δημοσίων κτιρίων αμφισβητείται. Θα αντέξουν σε ένα νέο σεισμό; Η απορία αυτή, τόσο φυσιολογική σε ιδιωτική κλίμακα, δημιουργεί συγκρούσεις όταν μετασχηματίζει σε συνδικαλιστικό αίτημα. Το προσωπικό ίσως δεν μπει για δουλειά. Θα το πει το σωματείο. Μανάδες με μικρά παιδιά, οικογενειάρχες περιμένουν μια απάντηση από το σωματείο. (Σκληρά, απαιτητικά βλέμματα). Η εργοδοσία βεβαιώνει ότι όλα είναι καλά, διότι το βεβαιώνουν οι μηχανικοί της. Αλλά οι μηχανικοί μπορούν μόνον να βεβαιώσουν ότι τα κτίρια έπαθαν ζημιές ή δεν έπαθαν. Όχι ότι θα αντέξουν έναν νέο σεισμό. Και ποιος μπορεί να το βεβαιώσει; Ποιος μπορεί να πάρει ευθύνη;

Οι Θεσσαλονικείς ανακτούν την εμπιστοσύνη τους για το μέλλον της πόλης τους χάρη σε μια ψευδαίσθηση που λέγεται Χαλκιδική. Τη γεμίζουν με πάσης λογής αυθαίρετα κτίσματα, λυόμενα και μη. Μπορεί οι κατασκευές να έχουν τα χάλια τους, αλλά ο τόπος δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας διότι δεν «κουνήθηκε» το ’78. Υπάρχουν μέρες του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου που γίνονται τριάντα συλλήψεις ημερησίως για την κατασκευή αυθαιρέτων. Τριάντα περιπτώσεις που δεν είναι παρά σταγόνες στον ωκεανό. Η Καλλικράτεια και η Κασσάνδρα οικοδομούνται συνεχώς. Τη νύχτα ακούγονται οι ήχοι των σφυριών, ήχοι καθησυχαστικοί. (Οι περισσότεροι αγνοούν τον σεισμό του ’32).

Κι όσο τα αυθαίρετα γεμίζουν τη Χαλκιδική, στη Θεσσαλονίκη παίζεται το δράμα των δανείων, με πρωταγωνίστρια την Υπηρεσία Αποκαταστάσεως Σεισμοπαθών Βορείου Ελλάδος, κοινώς ΥΑΣΒούλα, και συμπρωταγωνίστριες τις τράπεζες.

«Κάθε ιδιοκτήτης που το ακίνητό του φέρει ένδειξη κόκκινη ή κίτρινη μπορεί να αναθέσει σε διπλωματούχο μηχανικό την εκπόνηση της μελέτης σύμφωνα με ειδικές προδιαγραφές. Στη συνέχεια η μελέτη υποβάλλεται σε κλιμάκιο μηχανικών της ΥΑΣΒΕ που εδρεύει σε υποκατάστημα τράπεζας της περιοχής του για έλεγχο και για καθορισμό του ύψους δαπάνης της αποκατάστασης, σύμφωνα με τις συμβατικές τιμές μονάδας που έχουν ανακοινωθεί. Με πρόταση του κλιμακίου της ΥΑΣΒΕ προς το υποκατάστημα, ο ενδιαφερόμενος δύναται να δανειοδοτηθεί και να αναθέσει την αποκατάσταση σε ιδιώτη κατασκευαστή», γράφει κάποια ανακοίνωση. Αλλά οι τράπεζες ζητούν και πρόσθετες εξασφαλίσεις, η γνωμάτευση της ΥΑΣΒΕ δεν επαρκεί.

Κι έτσι, τα κλιμάκια της ΥΑΣΒΕ παραμένουν άνεργα. Οι τράπεζες δεν χορηγούν δάνεια για τις αποκαταστάσεις. Οι ενδιαφερόμενοι πιέζονται από τον χρόνο καθώς μπαίνουμε στο φθινόπωρο και καταφεύγουν σε πρόχειρες λύσεις. Αρχίζουν αποκαταστάσεις με αυτοχρηματοδότηση χωρίς μελέτη και επίβλεψη από μηχανικούς, και φυσικά «χωρίς οποιαδήποτε εγγύηση ότι οι αποκαταστάσεις αυτές θα επαναφέρουν τα στοιχεία των οικοδομών που παρουσιάζουν φθορές στην προηγούμενη τουλάχιστον αντοχή». Ποια εγγύηση; Ο κυρ-Μανόλης ο μάστορας είναι αυτός που εγγυάται. Αυτόν μπορούμε να πληρώσουμε.

Λίγο-λίγο η ζωή παίρνει εμπρός, με κόκκινα και κίτρινα, οι μηχανικοί πηγαινοέρχονται και ο περιζήτητος κλάδος τους βιώνει για λίγο αυτό που είπε κάποτε ο Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς: «Αφήστε τις πολλές κουβέντες. Οι τεχνικοί αποφασίζουν για όλα».

Ανάδυση

του Στέργιου Τσιούμα

 

Τέσσερις ήμασταν και πηγαίναμε. Ο καθένας μας κρατούσε κι από ένα ποδαρικό του μεταλλικού μπρούτζινου κρεβατιού. Μάλιστα μετά από ένα παράγγελμα είχαμε συντονίσει τον βηματισμό μας και η μεταλλική κατασκευή σαν να έπλεε σε μία ιδεατή ίσαλο γραμμή. Δεν  τραμπάλιζε!

Το υπερυψωμένο κεφαλάρι με τις στριφτές μπρουντζοσωλήνες στραφτάλιζε στον μεσημεριάτικο ήλιο. Στην πιο χαμηλή βάση, εκεί που ακουμπούν τα πόδια, υπήρχε μία μπρούντζινη σκαλιστή θήκη σαν κορνίζα, που είχε μέσα μία φωτογραφία κάποιου βάζου με λουλούδια, πλαστικοποιημένη. Το στρώμα σκέπαζε μία γκρί κουβερτούλα και από πάνω το κατωσέντονο με αχνά χρώματα. Στη Θέση των ποδιών, στο κάτω μέρος, διπλωμένο με επιμέλεια το πανωσέντονο.

Θεσσαλονίκη, οδός Παπάφη, μπροστά από την κεντρική πύλη του ομώνυμου ορφανοτροφείου. Μεταφέραμε αυτό το κρεβάτι από την οδό Αετοράχης που ήταν το σπίτι της γιαγιάς, στην οδό Ύδρας και Πεστών γωνία, τρία τετράγωνα πιο κάτω. Εκεί είχαμε την έδρα μας. Το εργαστήριο και το σπίτι. Ενα χαριτωμένο ερείπιο, μονοκατοικία, που στην οδό Ύδρας είχε μία  όψη σκαλωτή σαν να ανεβαίνεις και να κατεβαίνεις προς ένα βάθρο, και στην οδό Πεστών που ήταν και η είσοδος σκέπαζε την βεράντα μία αναρριχώμενη αγριοτριανταφυλλιά. Στην πίσω αυλή ένας κισσός σκαρφαλωμένος στο παραπόρτι και διάφορα δέντρα, βλάστηση, περιμετρικά  στην μικρή χωμάτινη αυλή. Τελειόφοιτοι  Αρχιτεκτονικής τότε.

Στην οδό Παπάφη και μπροστά στο ορφανοτροφείο επικρατούσε μία περίεργη κινητικότητα. Πολυκοσμία αλλά βουβή. Λιγοστά αυτοκίνητα με προσεκτικούς ελιγμούς περνούσαν ανάμεσα στον κόσμο που βάδιζε καταμεσίς του δρόμου προς διάφορες κατευθύνσεις. Ενώ άκουγες τις κουβέντες τους δεν καταλάβαινες τι έλεγαν. Μεσημέρι, πλήρης άπνοια.  Σαν όπως όταν σκαλίζεις μια μυρμηγκοφωλιά και προκαλείται αναστάτωση.

Την είδα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση προς το μέρος μας. Ήταν αναμφίβολα μια όμορφη κοπέλα! Απέπνεε κάτι το εξωτικό και αιθέριο, άπιαστο. Στενόμακρο πρόσωπο, ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, βαμμένα ξανθά σχεδόν άσπρα τα μαλλιά της. Φορούσε ένα σορτσάκι ροζ από μπουρνουζέ βαμβακερό με άσπρο σιρίτι στο περίγραμμα των γλουτών και τη μέση, ένα λευκό τσιτάκι ίσα-ίσα και άσπρες διχαλωτές σαγιονάρες.

–       «  Ελα μαζί μας, θα σε κάνουμε βασίλισσα » της πέταξα μόλις διασταυρωθήκαμε. ¨Έβγαλε ένα τρανταχτό αλλά κοφτό γέλιο, κοίταξε πέρα, πάνω και μετά άρχισε να τρέχει.

Είκοσι μία Ιουνίου του 1978. Η επαύριον του μεγάλου σεισμού στη Θεσσαλονίκη.

Είχαν προηγηθεί τις προηγούμενες ημέρες κάποια ταρακουνήματα που ανυποψίαστοι το διασκεδάζαμε. Εξάλλου τελειόφοιτοι ήμασταν , ετοιμάζαμε τις διπλωματικές μας εργασίες, άρχιζε το καλοκαίρι. Ήμασταν μαζεμένοι στο «σπιτάκι» για ένα αποχαιρετιστήριο γλέντι. Το βράδυ της εικοστής Ιουνίου, γύρω στις έντεκα – δεν το θυμάμαι, έχω κενό μνήμης κάποιων δευτερολέπτων, μου το είπανε αργότερα- ούρλιαξα:

–       « Είναι δυνατός αυτός! Όλοι έξω!». Διαισθητικά!

Θυμάμαι μόνο να γυρίζω το βλέμμα μου προς την έξοδο και μετά τον εαυτό μου έξω στον δρόμο και τα πόδια μου να τρέμουν. Η Έλλη να είναι κρεμασμένη από το μπράτσο μου σαν χειρολαβή λεωφορείου και η Ειρήνη να με αγγίζει στα ακροδάκτυλα τρέμοντας. Στον σκοτεινό δρόμο και τον γεμάτο σκόνη αέρα οι περίοικοι πηγαινοέρχονταν αμήχανοι. Γρήγορα διαδόθηκε η φήμη ότι είδαν κάποια γριά, άπλυτη με ξέμπλεκα μαλλιά να κρατάει μία βαλίτσα γεμάτη στάχτες!.

Τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η αφορμή να αλλάξει η πόλη, να ανοιχτούν καινούργιοι δρόμοι, να επωφεληθούν οι πονηροί. Κουτσά στραβά, όπως πάντα. Τίποτε. Καινούργια μέρα! Καινούργια ζωή!.