«Τα γυρίσματα είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο!»

Ο σκηνοθέτης Σύλλας Τζουμέρκας επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για τα 60χρονα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου και το κινηματογραφικό project «Η πόλη και η πόλη»

 

της Λίνας Μυλωνάκη

δημοσιογράφου, ιστορικού κινηματογράφου

Δρος Κινηματογραφικών Σπουδών ΑΠΘ

 

Είναι ένας από τους πιο αναγνωρισμένους νέους Έλληνες σκηνοθέτες, με τακτική και επιτυχημένη παρουσία σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ. Τολμηρός, ταλαντούχος, δυναμικός, όπως και οι ταινίες του. Δημιουργός της ανήσυχης γενιάς του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, ο Σύλλας Τζουμέρκας επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη, όπου γεννήθηκε, μαζί με τον επίσης θεσσαλονικιό ηθοποιό και σκηνοθέτη Χρήστο Πασσαλή, για να συσκηνοθετήσουν ένα πρωτότυπο καλλιτεχνικό project, με αφορμή τα εξηκοστά γενέθλια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον προσεχή Νοέμβριο.

Το έργο, με τίτλο «Η πόλη και η πόλη» (The city and the city), που γράφουν και συσκηνοθετούν οι δύο καλλιτέχνες για λογαριασμό του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης (MOMus), είναι «ένα πολυπλατφορμικό καλλιτεχνικό εγχείρημα διάρκειας 70 λεπτών που ισορροπεί ανάμεσα στην κινηματογραφική ταινία και το installation και παρουσιάζει 7 επεισόδια που σημάδεψαν την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης (1910-1965) και ανασυστήνονται κινηματογραφικά στο σύγχρονο αστικό τοπίο της πόλης».

Η συνάντηση με τον Σύλλα Τζουμέρκα έγινε στη Θεσσαλονίκη, όπου βρέθηκε για τα πρώτα ρεπεράζ των γυρισμάτων. Το ραντεβού δόθηκε δίπλα σε ένα παλιό σινεμά, το «Ναυαρίνο», και η κουβέντα ξεκίνησε, όπως ήταν φυσικό, από τις κινηματογραφικές μνήμες της πόλης. Ο Σύλλας Τζουμέρκας μίλησε στο Θ.Π. για τη Θεσσαλονίκη που άφησε πριν δυο δεκαετίες και την πόλη που ξαναβρίσκει σήμερα, για την απόλαυση που κρύβει ένα κινηματογραφικό γύρισμα, για τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, καθώς και για την ξεχωριστή σχέση του με τον χώρο και τη γεωγραφία που διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο στις ταινίες του.

 

Με αφορμή τη συνάντησή μας δίπλα σε ένα παλιό σινεμά της Θεσσαλονίκης, το «Ναυαρίνο», θα ήθελα να ρωτήσω τι σημαίνει για σας η εμπειρία της κινηματογραφικής αίθουσας. Πόσο έχει αλλάξει σήμερα ― στην εποχή του Netflix, του διαδικτύου και του downloading ― η κινηματογραφική συνθήκη;

Το «Ναυαρίνο», ο «Έσπερος», η «Θυμέλη», είναι σινεμά της Θεσσαλονίκης που έχω αγαπήσει πολύ. Πήγαινα εκεί όταν ήμουν μικρός και έχω πολύ ωραίες αναμνήσεις. Τα σινεμά του κέντρου της πόλης έχουν υποστεί ένα μεγάλο χτύπημα ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, οπότε άρχισαν να κλείνουν και να γίνονται σούπερ-μάρκετ. Το ζήτημα του πώς αλλάζουν μες στον χρόνο οι συνθήκες θέασης είναι πολυπαραγοντικό. Παρά τις πλατφόρμες, το παράνομο ή νόμιμο streaming ή downloading, το σινεμά διατηρεί ένα σοβαρό μέρος της δύναμής του, γιατί η συγκέντρωση εκεί και η όλη αισθητηριακή εμπειρία είναι πολύ ισχυρότερες. Ως θεατής επιλέγω να πάω στο σινεμά, μου αρέσει περισσότερο ως διαδικασία. Δεν θεωρώ, όμως, τόσο τρομερό που αλλάζουν τα πράγματα. Εκείνο που σήμερα έχει κερδηθεί με τη διαδικτυακή έξαρση είναι η μεγαλύτερη προσβασιμότητα όλων στην οπτικοακουστική κουλτούρα, ακόμη και σε δύσκολες, σπάνιες ταινίες. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Παλιότερα, τα βίντεο κλαμπ και οι λέσχες ήταν μονόδρομος, αν ήθελες να δεις κάτι δύσκολο. Και δεν υπήρχαν παντού τέτοια καταπληκτικά βίντεο κλαμπ σαν το ΑΖΑ του Γιάννη Ζαχόπουλου, όπου θυμάμαι πήγαινα στο γυμνάσιο και το λύκειο και νοίκιαζα 10-15 κασέτες τη βδομάδα.

 

Πώς έχει διαμορφωθεί το σινεφίλ κοινό σήμερα που τα έχει όλα διαθέσιμα;

Το κοινό του κινηματογράφου δεν είναι ένα, είναι πολλοί ξεχωριστοί άνθρωποι. Δεν μου αρέσει η γενίκευση «σινεφίλ» κοινό. Ο καθένας διαμορφώνει ένα προσωπικό κινηματογραφικό γούστο. Όσο περισσότερο ψάχνεις, τόσο περισσότερα ανακαλύπτεις. Το σινεμά δεν έχει μεγάλη διαφορά από τη λογοτεχνία σ’ αυτό το σημείο. Το ένα βιβλίο σε πηγαίνει στο άλλο, σιγά σιγά εμβαθύνεις και ανακαλύπτεις καινούρια πράγματα. Το ίδιο συμβαίνει με τις ταινίες. Ο ένας σκηνοθέτης σε πηγαίνει στον άλλον, η μια ταινία σε οδηγεί στην άλλη, εμπλουτίζονται οι εικόνες. Αυτό μου φαίνεται απλό και ωραίο.

Το απογοητευτικό είναι τα δραματικά λίγα εισιτήρια στους κινηματογράφους της Θεσσαλονίκης, σε σχέση με άλλες μεγάλες πόλεις. Δεν ξέρω τι φταίει εδώ. Και είναι πολύ περίεργο που, ενώ το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης συγκεντρώνει πάρα πολύ κόσμο, οι κανονικές συνθήκες της εμπορικής αίθουσας της πόλης είναι τόσο προβληματικές. Ελπίζω αυτό να αλλάξει.

 

Στο καλλιτεχνικό project «Η πόλη και η πόλη» καλείστε να χειριστείτε θέματα μνήμης της πόλης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ανάδειξη ιστοριών της εβραϊκής κοινότητας, η οποία είχε για δεκαετίες παραγκωνιστεί από την επίσημη ιστορία της Θεσσαλονίκης και τώρα ξαναβγαίνει στο προσκήνιο. Σε μια περίοδο έξαρσης του εθνικισμού, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, σας προβληματίζει καθόλου αυτή η προοπτική;

Η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης είναι ένα πολύ δυναμικό υλικό που δεν μας φοβίζει, αντιθέτως το βρίσκουμε συναρπαστικό. Δυστυχώς, και στην Ελλάδα και στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ο αντισημιτισμός δείχνει σημάδια μιας δυνάμει εφιαλτικής αναγέννησης. Θέλει προσοχή αυτό, γιατί είναι κάτι το οποίο εξαπλώνεται ως ασθένεια και είναι ένας δρόμος που πάντα οδηγεί στο κακό.

Η Θεσσαλονίκη έχει υπάρξει στο βαθύτερο παρελθόν της μια πόλη πολύ πιο ανοιχτή, πολύ πιο πλούσια σε διαφορετικούς τρόπους σκέψης, σε διαφορετικές θρησκείες, σε  διαφορετικές νοοτροπίες. Η εβραϊκή κοινότητα και ο αφανισμός της, ο τρόπος που συνέβη και όλα όσα φριχτά ακολούθησαν, η μνήμη εκείνου που ήταν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης πριν αφανιστούν, είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της πόλης που μας συγκινεί βαθιά.

Και κάπως έτσι, μαζί με αναμνήσεις δικές μας και αναμνήσεις από το σινεμά και τη λογοτεχνία (όπως για παράδειγμα τα βιβλία του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ που έγραψε για τους Εβραίους της Πολωνίας στα γίντις), ζωντάνεψε μέσα μας η επιθυμία να μιλήσουμε γι’ αυτό που έχει γίνει στη Θεσσαλονίκη, να το ξυπνήσουμε, να το αναδημιουργήσουμε και να το δούμε σε μια διαρκή αντιπαραβολή με το σήμερα. Και δεν θα εστιάσουμε μόνο στα γεγονότα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά ― ακολουθώντας τον Σίνγκερ ― και στο τι ήταν η ζωή αυτή πριν χαθεί, τι χυμούς, τι χαρές και τι λύπες είχε. Όπως επίσης και στα μετά τον πόλεμο, στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, σε γεγονότα σημαντικά και πικρά για τη Θεσσαλονίκη. Η αφήγηση για τη ζωή και τον χαμό της εβραϊκής κοινότητας αγγίζει πολλές και ουσιαστικές πτυχές του βίου και τη μοίρας των ανθρώπων: εμπεριέχει τη χαρά της ζωής, τη βία, την προδοσία. Μια πορεία από τον παράδεισο πριν τον πόλεμο στην κόλαση της Κατοχής, σε ένα καθαρτήριο που ακολούθησε ή δεν ακολούθησε.

Παράλληλα, καλούμαστε να διαχειριστούμε και δικές μας μνήμες από τη Θεσσαλονίκη. Και εγώ και ο Χρήστος Πασσαλής μεγαλώσαμε εδώ, είμαστε και οι δυο Θεσσαλονικείς. Φύγαμε περίπου στα 20 για σπουδές στην Αθήνα και μετά στο εξωτερικό. Είναι, επομένως, και για μας ένα είδος επιστροφής στην πόλη, προκειμένου να την ξαναγνωρίσουμε. Για κάποιον που έχει φύγει από τη Θεσσαλονίκη εδώ και χρόνια ― εγώ π.χ. έφυγα το 1996 ― στο μυαλό του λειτουργούν ταυτόχρονα δύο πόλεις. Η μία είναι η πόλη της μνήμης και η άλλη είναι η πόλη του σήμερα.

Υπάρχουν για μας δύο επίπεδα πόλης, μια διπλοτυπία, που λέμε και στη γλώσσα του σινεμά. Είναι ένα ασταμάτητο dissolve ανάμεσα σε πράγματα που βρίσκονται στη μνήμη και πράγματα που τα βλέπεις με τα μάτια σου. Μεσολάβησε και για τους δυο μας ένα αισθητά μεγάλο διάστημα που λείψαμε από την πόλη, κατά τη διάρκεια του οποίου διαμορφώσαμε μνήμες και για άλλους τόπους. Το παιχνίδι της μνήμης για έναν τόπο είναι μια περιπέτεια κι εκεί έγκειται το δικό μας, πιο προσωπικό κομμάτι εμπλοκής στο project.

 

Πώς είναι για σας η εμπειρία της συσκηνοθεσίας;

Δεν μου έχει ξανασυμβεί να συσκηνοθετήσω για το σινεμά, το έχω ξανακάνει στο θέατρο. Όμως το βρίσκω συναρπαστικό, γιατί μοιραζόμαστε τις ευθύνες και τα βάρη του έργου. Με τον Χρήστο Πασσαλή είμαστε χρόνια φίλοι, έχουμε δουλέψει μαζί και στο θέατρο, είναι μια πολύ οργανική συνεργασία. Εξάλλου, το σινεμά είναι μια ομαδική δουλειά, πολλοί άνθρωποι δουλεύουμε μαζί για ένα κοινό αποτέλεσμα. Προσωπικά με ευχαριστεί πάρα πολύ. Και τα γυρίσματα είναι το ωραιότερο πράγμα στον κόσμο, αλλιώς δεν θα μπαίναμε σ’ αυτό τον κόπο! Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από το να βρίσκεσαι στο γύρισμα και να νιώθεις την αδρεναλίνη να ανεβαίνει.

 

Θεωρείτε ότι διανύουμε σήμερα μια εποχή κάθαρσης – και σε ό,τι αφορά την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της πόλης και, γενικότερα, της κρίσης ταυτότητας που χαρακτηρίζει τη Θεσσαλονίκη;

Δεν πιστεύω καθόλου σε εποχές κάθαρσης. Δεν θεωρώ ότι ένα εκατομμύριο άνθρωποι μπορούν να ζήσουν μια κάθαρση από κοινού, δεν είναι πραγματικό. Πιστεύω, όμως, στην αξία που έχει το να μη φοβάται κανείς να δει κατάματα όσα έχει κάνει, και τα καλά και τα άσχημα.

Το ενθαρρυντικό με την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας στη Θεσσαλονίκη είναι ότι τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται μεγάλη βιβλιογραφία για το ζήτημα, καθώς και μια ανάγκη να αποτελέσει ξανά η ιστορία αυτής της κοινότητας μέρος του δημόσιου χώρου και του δημόσιου λόγου της πόλης. Μέρος αυτού του νέου διαλόγου θέλουμε να είναι και η ταινία-installation που ετοιμάζουμε.

 

Βάζετε συχνά την παράμετρο «χώρος» στα θέματα που διαπραγματεύεστε. Έχετε πάντα τον χώρο ως σημείο αναφοράς;

Φυσικά. Χωρίς γεωγραφία, πετάς στα σύννεφα. Η γεωγραφία είναι εκείνο που σε μεγάλο βαθμό μας ορίζει. Πρέπει πάντα να ξέρεις πού βρίσκεσαι.

Ήμουν κι από μικρός μανιακός με τη γεωγραφία. Μεγάλωσα σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο χάρτες. Για να καταλάβω κάτι και να το αφηγηθώ, πρέπει να το ορίσω στον χώρο. Έχει μεγάλη σημασία για μένα.

Αν γνωρίζεις έναν τόπο σε μια ταινία, πάντα έχεις ένα πλεονέκτημα. Άλλωστε, το σινεμά προσπαθεί, μέσα από έναν ακραίο υποκειμενισμό, να δημιουργήσει μια αντικειμενική καταγραφή. Τερματίζεις το υποκειμενικό βλέμμα, προκειμένου να φτάσεις σε κάποια αντικειμενικότητα. Αυτό κάνουμε σε όλες τις ταινίες.

 

Το project «Η πόλη και η πόλη» συμπίπτει με την επέτειο των 60 χρόνων του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Πώς βλέπετε την πορεία του;

Μια χαρά το βρίσκω! Είναι ένα ζωντανό φεστιβάλ, ανοιχτό, κεφάτο, με πολλές και ωραίες ταινίες. Και νεότατο με τον δικό του τρόπο, όπως πρέπει να είναι ένα φεστιβάλ, με όσο το δυνατόν περισσότερες ξένες και ελληνικές ταινίες και καινούριες ματιές. Αυτό έχει σημασία, γι’ αυτό πάμε στα φεστιβάλ. Για να βλέπουμε το καινούριο, αυτό που δεν μπορεί ακόμα ίσως να διανεμηθεί εμπορικά ή μόλις ξεκινά αυτή του τη διαδρομή. Πηγαίνουμε για να ανακαλύψουμε το νέο ― και αυτό το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το κάνει εξαιρετικά.

 

Θεωρείτε ότι η Θεσσαλονίκη είναι μια κινηματογραφική πόλη;

Οι ελληνικές πόλεις ― και η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί εξαίρεση ― έχουν το πρόβλημα ότι, λόγω της εξαιρετικά ακανόνιστης δόμησης, είναι πολύ δύσκολες κινηματογραφικά. Αυτή τη δυσκολία για τους κινηματογραφιστές την έχει και η Θεσσαλονίκη.

Εγώ τη Θεσσαλονίκη δεν την έχω ευχαριστηθεί ακόμη στο σινεμά. Μου αρέσει μια ταινία που είχε γυρίσει παλιά εδώ ο Δαλιανίδης, νομίζω από τις πρώτες ταινίες της Καρέζη, όπου έχει κινηματογραφήσει πολύ ωραία την πόλη. Και το Ξυπόλυτο Τάγμα είναι μια ταινία με ωραία κομμάτια της Θεσσαλονίκης. Θυμάμαι επίσης και ένα καταπληκτικό πλάνο της Τσιμισκή στο Μια αιωνιότητα και μια μέρα του Αγγελόπουλου.

Γενικά, όμως, η κινηματογράφηση στη Θεσσαλονίκη έχει δυσκολίες. Συμβαίνει σε όλες τις ελληνικές πόλεις. Υπάρχει μια τρομερή ακαταστασία. Από την άλλη πλευρά, όμως, η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με μέτωπο, με ύψη τριγύρω. Εκείνο που ευχαριστιέμαι πολύ στη Θεσσαλονίκη είναι ο υψηλός συντελεστής δόμησης, έχει έναν χαρακτήρα σπάνιο στην Ελλάδα. Δεν το έχω κινηματογραφήσει ακόμη, αλλά ελπίζω να τα καταφέρω. Επίσης, το ωραίο για μένα στη Θεσσαλονίκη είναι ότι δεν είναι γραφική. Δεν μου αρέσουν πολύ τα γραφικά μέρη.

 

Αν κάνατε ένα ιδεατό ρεπεράζ για να αποτυπώσετε κινηματογραφικά τη Θεσσαλονίκη, ποια μέρη θα επιλέγατε;

Μου αρέσουν πολλές γειτονιές, πολλά και διαφορετικά κομμάτια της πόλης. Μου αρέσει πολύ η Ναυαρίνου, είναι η γειτονιά που μεγάλωσα και την αγαπώ. Μου αρέσει η πλατεία Αριστοτέλους, αλλά και το πιο σύγχρονο κομμάτι της πόλης, το ΒΙΑΜΥΛ, η περιοχή γύρω από το ΙΚΕΑ ή τον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου υπάρχουν πολύ ενδιαφέρουσες όψεις. Επίσης, μου αρέσουν πολύ και τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης: η Επανομή, ο Λαγκαδάς, ο Κορινός από την άλλη μεριά. Και αγαπώ όλα τα κομμάτια της πόλης. Δηλαδή, μου αρέσει και το νεοπλουτίστικο κομμάτι, μου αρέσει και το αναρχικό της και το μικροαστικό και το λούμπεν και το βρώμικο. Πρέπει να βλέπουμε όλες τις μεριές μιας πόλης με αγάπη.

Και επειδή διαβάζω πάρα πολλές «αθηνολογίες» και «θεσσαλονικολογίες», νομίζω ότι έχουν παραγίνει ευεπίφοροι διάφοροι στο να υποδεικνύουν στους άλλους πώς να ζήσουν. Τα απεχθάνομαι αυτά τα κανονιστικά, και βρίσκω εξαιρετικά εκνευριστική την ακόρεστη φιλαυτία και γκρίνια όλων αυτών που τα γράφουν και τα λένε. Οι άνθρωποι πρέπει να ζούμε όπως θέλουμε να ζούμε στην εκάστοτε πόλη μας.

 

Εκτός από τους χαρακτήρες, σημαντικό ρόλο στις ταινίες σας παίζει και το τοπίο, η πόλη (Θεσσαλονίκη στη Χώρα Προέλευσης, Μεσολόγγι στο Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών). Τι σημαίνει για σας η πόλη και πώς λειτουργεί στις ταινίες σας;

Σίγουρα η πόλη λειτουργεί ως χαρακτήρας. Είναι για μένα πρόσωπο και τόπος, πρόσωπο και κοινότητα. Εκείνο που ευχαριστήθηκα πολύ στην τελευταία ταινία μου, το Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών, που βγαίνει τώρα το φθινόπωρο στις αίθουσες, ήταν το γύρισμα στη φύση. Σ’ αυτή την ταινία έκανα γύρισμα στο Δέλτα του Αχελώου και στα μαγικά μέρη τριγύρω. Είναι η πιο «ταινία φύσης» που έχω κάνει ως τώρα, ένα αστυνομικό θρίλερ μέσα στους βάλτους, ένα έγκλημα και τιμωρία μέσα στη φύση. Νομίζω θα την ευχαριστηθείτε.

 

Βρίσκεστε πιο κοντά στο κινηματογραφικό είδος σ’ αυτή την ταινία;

Ξεκάθαρα. Είναι θρίλερ. Και είναι η πρώτη φορά που κάνω ταινία είδους και το ευχαριστήθηκα τρομερά. Είναι ένα πολύ βίαιο και πολύ ονειρικό θρίλερ μέσα στη φύση.

 

Ανήκετε στους έλληνες δημιουργούς του σινεμά που τον Νοέμβριο του 2018 συνυπέγραψαν την πρωτοβουλία της ΕΣΠΕΚ «Δώσε λίγη αγάπη στον ελληνικό κινηματογράφο», που ζητά επιτακτικά από την πολιτεία τη χάραξη ενιαίας, συντονισμένης και σταθερής κινηματογραφικής πολιτικής. Πώς θα μπορούσε κατά τη δική σας εκτίμηση να ενισχυθεί ο ελληνικός κινηματογράφος;

Εκείνο που πρέπει να γίνει άμεσα είναι να εφαρμοστεί η διεθνής πρακτική στην παραγωγή. Αν εφαρμοστεί και στην Ελλάδα αυτό που συμβαίνει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, όλα θα πάνε καλύτερα. Για παράδειγμα, η δημιουργία ενός ενιαίου και σαφούς πλαισίου λειτουργίας, ή τα φορολογικά κίνητρα, που άρχισαν να ισχύουν και εδώ με την επιστροφή φόρου στην παραγωγή μέσω του ΕΚΟΜΕ, το λεγόμενο cash rebate.

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα είναι οι Περιφέρειες, και φυσικά και η εδώ Περιφέρεια της Κεντρικής Μακεδονίας. Σε όλη την Ευρώπη οι περιφέρειες υποστηρίζουν οικονομικά το γύρισμα ταινιών στις περιοχές τους, επειδή γνωρίζουν ότι τόσο το άμεσο οικονομικό όφελος από τα χρήματα που αφήνει μια παραγωγή και τις δουλειές, όσο και το μακροοικονομικό όφελος που θα έχουν οι κάτοικοι μιας Περιφέρειας από το γύρισμα μιας ταινίας θα είναι πολλαπλάσιο. Γιατί πέρα από τα άμεσα οφέλη, το σινεμά έχει τη δυνατότητα ως διεθνής γλώσσα να συστήνει μια πόλη ή έναν τόπο σε χιλιάδες θεατές ανά τον κόσμο, να διαφημίζει βαθύτερα, αποτελεσματικότερα και για περισσότερο καιρό, προσελκύοντας επισκέπτες. Σκεφτείτε απλώς πόσες πόλεις γνωρίζετε οι ίδιοι μόνο από το σινεμά ή τις σειρές και θα θέλατε κάποια στιγμή να τις επισκεφθείτε. Το σινεμά είναι νόμισμα για μια περιοχή και στην υπόλοιπη Ευρώπη το γνωρίζουν καλά. Γι’ αυτό και οι Περιφέρειες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, προκειμένου να είναι ανταγωνιστικές και να επιλέγονται, βρίσκονται κοντά και ενισχύουν τους παραγωγούς. Και αυτό, δυστυχώς, λείπει εντελώς σήμερα στην Ελλάδα. Οι Περιφέρειες (πλην μιας-δυο εξαιρέσεων) έχουν μείνει σε μια απαρχαιωμένη, μίζερα εσωστρεφή λογική, σε κενές υποσχέσεις, στη συνεχή επίκληση γραφειοκρατικών προβλημάτων (παρ’ ότι στη Στερεά Ελλάδα, για παράδειγμα, όπου υπήρξε η πολιτική βούληση, λύθηκαν επιτυχημένα), ή στη δημιουργία κατ’ όνομα Film Office που δεν λειτουργούν. Και αυτό τελικά βλάπτει πιο πολύ απ’ όλους, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα, τους πολίτες τους.

 

Πώς θα χαρακτηρίζατε σήμερα τον ελληνικό κινηματογράφο;

Το ελληνικό σινεμά την τελευταία δεκαπενταετία διανύει μια πολύ καινούρια φάση. Υπάρχει η νέα γενιά ελλήνων κινηματογραφιστών, που κάνει ένα σινεμά το οποίο άνοιξε ξανά ως διεθνής γλώσσα. Είναι ένα σινεμά που μπόρεσε να λειτουργήσει ξανά σε πολλές χώρες, να αντλήσει ιδέες, να συνεργαστεί, να ενδιαφέρει, να είναι προκλητικό, τολμηρό, κεφάτο, να μπορεί δηλαδή να σταθεί μ’ έναν τρόπο στην παγκόσμια κινηματογραφική πραγματικότητα. Να είναι μια σύγχρονη κινηματογραφική γλώσσα που μπορεί να αγγίζει θέματα, να τολμάει, να σκανδαλίζει, να διασκεδάζει, να τα κάνει όλα!

 

Μπορεί να βιοποριστεί από το σινεμά ένας νέος που σπουδάζει κινηματογράφο στην Ελλάδα;

Η συζήτηση αυτή θα γινόταν διαφορετικά αν δεν είχε μεσολαβήσει η οικονομική καταστροφή που έπληξε τη χώρα. Για έναν νέο που σπουδάζει κινηματογράφο σήμερα, το κομμάτι του βιοπορισμού είναι δύσκολο. Βέβαια, πάντα είναι δύσκολα τα πράγματα όταν ξεκινάς, αλλά εξαιτίας της οικονομικής καταστροφής, η κατάσταση επιδεινώθηκε.

Ο τρόπος με τον οποίο το ελληνικό σινεμά κατάφερε να επιζήσει αυτά τα χρόνια ήταν επειδή πρόλαβε να «ανοίξει» προς τα έξω και να δουλέψει με συμπαραγωγές. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσε να επιβιώσει.

Παλιότερα, ήταν ευκολότερο για έναν κινηματογραφιστή να κάνει ένα μικρό πρώτο έργο. Μια καλή μικρού μήκους ταινία. Σήμερα είναι πιο δύσκολο, γιατί υπάρχουν υψηλότερες απαιτήσεις. Για να μπορέσεις να προχωρήσεις σε συμπαραγωγές, θα πρέπει να έχεις μια πάρα πολύ πετυχημένη μικρού μήκους.

Όμως, όλα γίνονται. Θέλει κέφι, θέλει στομάχι, θέλει πολλή όρεξη. Δεν υπάρχει ούτε συνταγή ούτε μονόδρομος. Όλα είναι θέμα πίστης και αποτελέσματος. Και φυσικά, όσο περισσότερο ανοίγει κανείς τα μάτια του προς τα έξω και μπορεί να χρησιμοποιήσει ιδέες και συνεργάτες, τόσο καλύτερα.

 

Είχατε τη χαρά να δείτε τις ταινίες σας σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ (η Χώρα Προέλευσης στη Διεθνή Εβδομάδα Κριτικής στο Φεστιβάλ Βενετίας, 2010, το Blast στο Διεθνές Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Λοκάρνο, 2014, το Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, 2018). Τι προσφέρει σε έναν νέο σκηνοθέτη μια τέτοια δυνατότητα;

Υπάρχει πάντα τρομερή χαρά, όταν μια ταινία επιλέγεται σε ένα μεγάλο φεστιβάλ. Αυτό είναι δεδομένο. Όμως η πραγματικότητα, το παρόν δηλαδή αυτής της κατάστασης, είναι εξωφρενικά κουραστική για τους σκηνοθέτες. Η αγωνία πριν από τις πρώτες προβολές μιας ταινίας είναι κάτι το οποίο δεν εύχομαι σε άνθρωπο! Είναι μια δουλειά πάρα πολλών ανθρώπων, που ξαφνικά ανοίγει δημόσια και σε λίγες ώρες κρίνονται όλα. Και αυτό δημιουργεί έναν πανικό. Υπάρχει τρομακτικό άγχος, είναι για μας μια πολύ ευάλωτη στιγμή. Η νύχτα που παίζεται η ταινία σου σε πρώτη προβολή θέλει στομάχι!

 

Ποια είναι η πιο δυνατή ανάμνησή σας από αυτές τις φεστιβαλικές συμμετοχές;

Δεν θα ’ξερα να πω. Μπορώ, όμως, σίγουρα να θυμηθώ ένα εκατομμύριο δυνατές στιγμές από κινηματογραφικά γυρίσματα. Η απόλαυση για μας αυτή είναι. Δεν είναι το μετά, οι προβολές, η «δημοσιά» που έλεγε κι η γιαγιά μου. Η «δημοσιά» γίνεται για να μπορέσεις να κάνεις το επόμενο έργο σου. Οπότε, εγώ προτιμώ να κρατώ στιγμές από τα γυρίσματα.

 

Τι είναι για σας ο κινηματογράφος;

Αγαπάω πάρα πολύ το σινεμά. Είναι γιορτή. Και είμαι πολύ χαρούμενος που βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη με τον Χρήστο τον Πασσαλή για το νέο μας project. Και που ξανακάνω γύρισμα στη Θεσσαλονίκη. Και όλη μου η συγκέντρωση, η αγωνία και το κέφι, είναι να γίνει αυτό το γύρισμα και να μπορέσει να βγει από εκεί κάτι αυθεντικό, που θα μείνει για την αφήγηση μιας σημαντικής ιστορίας, άλλοτε χαρούμενης, άλλοτε βίαιης και πικρής για την πόλη. Χαίρομαι πολύ που θα τα ξαναζωντανέψουμε όλα αυτά στη Θεσσαλονίκη.