Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 75 ετών ο σπουδαίος designer Στέργιος Δελιαλής. Ο Στέργιος Δελιαλής υπήρξε ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες designer και ήταν παράλληλα συλλέκτης, έχοντας διαγράψει μια μεγάλη, δημιουργική διαδρομή. Για περισσότερα από 57 χρόνια σχεδίασε ασταμάτητα, έφτιαχνες χώρους, κατασκευές, δημιουργούσε. Δημιουργός εκατοντάδων σχεδίων design -από ένα εξώφυλλο δίσκου του Διονύση Σαββόπουλου (“Το Περιβόλι του Τρελού”) και μιας αφίσας της discotheque HELP και του Music Hall Medusa, ως τις φρυγανιές “Βοσινάκη”, τις σακούλες των βιβλιοπωλείων Μαλλιάρη και Μόλχο, τις επιγραφές γνωστών cafe-bar της Θεσσαλονίκης και τις αφίσες για την προεκλογική εκστρατεία του Στέλιου Νέστορα- ο Στέργιος Δελιαλής τιμήθηκε προ τριετίας με μεγάλη έκθεση με τίτλο “Στέργιος Δελιαλής Designer. 55 χρόνια graphics. Κατασκευές. Και ένα μουσείο Design”, που διοργάνωσε το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, στο πλαίσιο του 6ου Παγκόσμιου συνεδρίου τυπογραφίας και οπτικής επικοινωνίας.

Σήμερα θυμόμαστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στον Γιάννη Γκροσδάνη, τον Ιούλιο του 2017 για το ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ (τεύχος 61).

 

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΔΕΛΙΑΛΗΣ – ΠΩΣ ΝΑ ΚΛΕΨΕΤΕ ΜΙΑ ΚΑΡΕΚΛΑ

του Γιάννη Γκροσδάνη

Με περίμενε στο σπίτι του ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου. Νέα Παραλία. Η θέα από το μπαλκόνι του εντυπωσιακή. Τον πέτυχα την ώρα που σημείωνε με το αγαπημένο του μαρκαδοράκι ένα χειρόγραφο σημείωμα που θα μου εξηγούσε κάποια πράματα για την ταινία που γυρίστηκε με θέμα τον ίδιο. Η αφορμή για να συναντηθούμε άλλωστε  είναι αυτή. Το ντοκιμαντέρ του Κωνσταντίνου Καμπούρογλου «Πως να κλέψετε μια καρέκλα» αποτελεί ένα πορτραίτο της δημιουργικής διαδρομής αλλά και του ίδιου του Στέργιου Δελιαλή σε χρόνο παρόντα. Η ταινία, που προγραμματίζει  την παγκόσμια πρεμιέρα της τον Οκτώβριο του 2017 στην Θεσσαλονίκη, στον κινηματογράφο Ολύμπιον, παρακολουθεί την καθημερινότητα του Στέργιου Δελιαλή αλλά και την προετοιμασία της μεγάλης αναδρομικής τιμητικής έκθεσης που έγινε στο έργο μιας διαδρομής 55 ετών στο τελευταίο Συνέδριο Τυπογραφίας και Οπτικής Επικοινωνίας. Παιχνίδι πεπρωμένου το ότι η έκθεση αυτή έγινε στον ίδιο χώρο που ο Δελιαλής σχεδίαζε το Μουσείο Design

 

«Η αφορμή δόθηκε το 2015», μου εξηγεί. «Ξέρω τον σκηνοθέτη, τον Κωνσταντίνο (Καμπούρογλου) από παιδί, ο πατέρας του είναι αγαπημένος φίλος. Και ύστερα και ο Κωνσταντίνος γνωρίζεται καλά με τα παιδιά μου». Καπνίζει και μιλάει ακατάπαυστα. Μιλάει για τα γυρίσματα της ταινίας, για τους φίλους που συμμετείχαν στην έρευνα και στις συνεντεύξεις του ντοκιμαντέρ.  Τα προσθέτει ως πληροφορίες στο χειρόγραφο info που ετοιμάζει για την συνομιλία μας. Άλλοτε δεικτικά και άλλοτε με φλεγματικό χιούμορ πηγαίνει τον χρόνο μπρος-πίσω, διηγείται ιστορίες από την θητεία του στην γραφιστική, από τα χρόνια του Μουσείου Design. Δίπλα του κάθεται πάντα ο αγαπημένος φίλος και σύντροφος των χρόνων του Μουσείου Design, ο γραφίστας Κώστας Καλογήρου.

Κάνοντας ένα φλας μπακ, από αυτά που αγαπάει να κάνει και ο ίδιος ο Στέργιος Δελιαλής θυμάμαι μια κουβέντα του Κωνσταντίνου Καμπούρογλου, ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο μου είχε πει πως είναι να κινηματογραφείς έναν ζωντανό μύθο της Θεσσαλονίκης όπως ο Δελιαλής. «Από χρόνια ήθελα να κάνω μια ταινία με θέμα το Στέργιο Δελιαλή και το χαμένο του Μουσείο. Δεν ήθελα, όμως, απλά να αφηγηθώ ποιος έκανε τι (και ποιος φταίει). Αυτό που με ενδιέφερε ήταν ο Στέργιος ως στάση ζωής: ένας εμπνευσμένος, συγκεντρωτικός και ανένδοτος απόστολος του design, ο οποίος αδυνατεί να αποκλίνει από τις επιλογές του. Το όραμα μου ήταν να σκιαγραφήσω αυτό το ιδιαίτερο πνεύμα, ώστε να αποτυπώσω τη σημασία του έργου του Δελιαλή». Και πόσο εύκολη είναι η συνύπαρξη με τον Δελιαλή on camera; «Ο Στέργιος είναι πάντα γενναιόδωρος, όσο κι αν ανεβάζει τον πύχη της δυσκολίας». Ξαναγυρίζω στο σαλόνι του Στέργιου Δελιαλή. Η κουβέντα μας έχει μόλις ξεκινήσει και η πρώτη ερώτηση πέφτει το τραπέζι…  

 

«Η ιδέα της ταινίας ήταν του Κωνσταντίνου Καμπούρογλου;

Ναι, ήταν ιδέα του Κωνσταντίνου. Την είχε συζητήσει με τον γιό μου, τον Κωνσταντίνο τον Δελιαλή, τον γιό μου και τον Κωνσταντίνο Καλογήρου, τον κοινό φίλο μας και φυσικά και δικός μου φίλος από την εποχή του Μουσείου Design. Το κουβεντιάσαν οι τρεις τους, πίσω από τη ράχη μου και μου το ανακοίνωσαν. Ακριβώς όπως έκανε πέρυσι ο Καλογήρου, που συζήτησε με τον Κλήμη Μαστορίδη σχετικά με την τιμητική αναδρομική έκθεση μου στο περυσινό Παγκόσμιο Συνέδριο Οπτικής Επικοινωνίας.

 

Είναι αρκετά κολακευτικό όλο αυτό αλλά φαντάζομαι ότι κρύβει και μια δόση αμηχανίας.

Αμηχανία, indeed! Να ‘σαι καλά που το κατάλαβες! Η δουλειά που αντιμετώπισα όλα αυτά τα χρόνια ήταν κάτι πολύ φυσιολογικό για μένα. Δηλαδή μου έδινε ένας πελάτης μια παραγγελία και εγώ το σκεφτόμουν, μελετούσα, το έψαχνα και το σχεδίαζα. Τώρα να μαζευτεί όλη αυτή η εργασία δεκαετιών δεν είναι και λίγο. Και να σκεφτείς ότι σε αυτή την έκθεση που έγινε παρουσιάστηκε μόλις το 30%-40% από το σύνολο της εργασίας μου. Φαντάσου τώρα όλο αυτό να αφορά μια ταινία ντοκιμαντέρ. Βέβαια, επειδή μιλάνε πολλοί άνθρωποι και τους ευχαριστώ όλους που λένε καλά πράματα για μένα και δεν θυμήθηκε κανένας να πει για τις γκρίνιες μου, υπάρχει πάντα μια αμηχανία.

 

Ο τίτλος της ταινίας είναι «Πως να κλέψετε μια καρέκλα». Ποια είναι η μέθοδος για να κλέψετε μια καρέκλα;

Έχουμε κλέψει και με τον Κώστα Καλογήρου παρέα μια καρέκλα. Περνάμε έξω από ένα φαστφουντάδικο και βλέπω μια καρέκλα, κόπια του Γιάκομπσεν. Λέω στην παρέα μου «βάλτε πλάτες», απλώνω το παλτό μου, κουκουλώνω την καρέκλα, γειά χαρά! Έχω κλέψει και άλλα πραματα. Βιβλία, περιοδικά. Δεν είχε σημασία αν μπορούσα να το αγοράσω. Ήταν και η ίδια η κλοπή ένα θέμα παιχνιδιού.

 

Η ταινία αισθάνομαι ότι μιλάει όχι μόνο για τον επαγγελματία Δελιαλή αλλά και για τον άνθρωπο με τις μικρές γηινες στιγμές του και τις φθορές του. Πως είναι η συνεχής κινηματογράφηση μέσα στην καθημερινότητα σας;

Πιθανόν για αυτό τον λόγο, για τις καθημερινές μικρές φθορές που κρύβουμε όλοι, και επειδή γνώριζα τον Κωνσταντίνο από μικρό παιδί αλλά και επειδή όλες οι συζητήσεις μας έγιναν στο σπίτι, στο γραφείο και σε όποιο άλλο σημείο κινούμαι καθημερινά και για όλους τους φίλους που μας στήριξαν σε αυτή την προσπάθεια δεν είχα καμία αμηχανία μπροστά στο φακό.

Ανάπαυλα. Είχα πάντα μια εικόνα ανάμνησης του Στέργιου Δελιαλή, που έφερνα στο νου μου όποτε μου μιλούσαν για αυτόν. Τον θυμάμαι εκεί στα βάθη της δεκαετίας του ’90 στην οδό Μητροπόλεως να περπατάει και να καπνίζει με μανία. Και ύστερα πάλι εκεί, στην Μητροπόλεως, την ίδια εποχή, θυμάμαι το Μουσείο Design. Κάποια στιγμή η εικόνα έγινε απλά ανάμνηση. Το Μουσείο έκλεισε. Δεν ξαναείδα τον Δελιαλή στην Μητροπόλεως…

 

Ο Καμπούρογλου βέβαια δεν μιλάει τόσο για την διαδρομή σας, αυτή είναι μια αφορμή περισσότερο, και στηρίζεται περισσότερο σε αυτό το παρόν του Δελιαλή.

Και με βάση αυτό το παρόν όλοι οι φίλοι μιλήσαν για τον Δελιαλή και για το Μουσείο Design και για τη δουλειά μας σε αυτό. Και αυτή η ιστορία ήταν ένα μικρό σοκ για όλους μας. Μιλάμε για ένα μουσείο, ένα από τα 14 Μουσεία Design του κόσμου και μάλιστα με έδρα την Θεσσαλονίκη με αυτή τη μεγάλη δραστηριότητα και αυτή τη σημαντική συλλογή. Και μετά ήταν αυτό το μεγάλο σοκ που περάσαμε, όλο το τυπικό: τελειώνει ο χώρος, πρώτος από όλα τα σχετικά προτζεκτ και πήρε και πριμ ο εργολάβος και μας κρατάνε εκτός. Και για αυτό ήταν δικαιολογημένο να μιλήσουνε όλοι όσοι συμμετείχαν στην έρευνα του Κωνσταντίνου.

 

20 χρόνια μετά πως ήταν για τον Στέργιο Δελιαλή το να εκθέτει την δουλειά του σε αυτόν τον χώρο;

Βρήκα τον χώρο σε πολύ καλή κατάσταση και χάρηκα πολύ που το είχαμε φτιάξει έτσι. Και χάρηκα ακόμη πιο πολύ και εκτίμησα τον χώρο που δέχεται εκθέσεις. Προσπαθήσαμε να φτιάξουμε μια έκθεση σε σχέση με τις 100-τόσες εκθέσεις που είχαμε κάνει στο Μουσείο Design, στην Ελλάδα και έξω. Και παρά το ότι βρήκαμε και εκθέσαμε ένα 40% από το παλιό υλικό και στήθηκε όπως στήθηκε και ήμουν ευχαριστημένος. Ήμουν ήσυχος και χάρηκα ιδιαίτερα που ο κόσμος του άρεσε η δουλειά και το στήσιμο της έκθεσης. Με ρωτούσαν μετά αν ήμουν χαρούμενος και ειλικρινά δεν ήξερα τι να απαντήσω. “Είμαι χαρούμενος γιατί χαρήκατε εσείς”, τους έλεγα.

 

Αυτό δεν έχει να κάνει και με την αρχή που ακολουθήσατε στη ζωή σας; Υποθέτω πως κάνατε πράματα που σας ευχαριστούσαν και θέλατε να ευχαρηστήσουν και τους άλλους.

Αυτό το μοίρασμα, για να το ονοματίσουμε κιόλας, που αφορά μια σακούλα, ένα σχέδιο, μια επιγραφή. Όμως περισσότερο σημαντικό είναι το ερέθισμα. Πέρα από ότι μπορώ να γράψω, να σχεδιάσω, κλπ. Πιο σημαντικό είναι το ερέθισμα που σου δίνει ο ξένος παράγοντας, ο πελάτης, το θέμα είτε αφορά ένα εργοστάσιο είτε ένα εξώφυλλο δίσκου ή μια μπουτικ.

Ίσως ένα εμβληματικό απόφθεγμα για την διαδρομή του Στέργιου Δελιαλή να είναι η φράση του Άλαν Φλέτσερ «Να κάνεις πάντα αυτό που σου αρέσει». Είναι μια φράση που ο ίδιος τήρησε κατά γράμμα όσο μπορούσε. Στον μακροσκελή κατάλογο της αναδρομικής έκθεσης που έγινε το 2016 στο πλαίσιο του 6ου Συνεδρίου Τυπογραφίας και Οπτικής Επικοινωνίας ο ίδιος στο σημείωμα του υπενθυμίζει με έναν λιτό αλλά αρκετά κατατοπιστικό κατάλογο την μακρά διαδρομή του των 55 χρόνων στον χώρο της γραφιστικής. Σκίτσα, ζωγραφιές, σχέδια, βινιέτες, καταχωρήσεις, λογότυπα, εξώφυλλα, ταμπέλες, αφίσες, ξύλινα παιχνίδια, μια πολιτική καμπάνια,διαμορφώσεις εξωτερικών και εσωτερικών χώρων,  ομιλίες και διαλέξεις, συμμετοχές σε συνέδρια και ένα Μουσείο Design.  Όλα όμως ξεκινήσαν, όπως σημείωνει και ο ίδιος, με εύγλωττο τρόπο χειρόγραφα «από το πρώτο φιλί της μαμάς μου όταν είδε τις πρώτες ζωγραφιές μου και η πρώτη επαγγελματική αναγνώριση ήρθε στο πρώτο χαστούκι της δασκάλας μου στην δευτέρα δημοτικού όταν αναγνώρισε τα γράμματα μου στον πίνακα γράφοντας «Μαρία σ’ αγαπώ»

 

Να κάνεις πάντα αυτό που σου αρέσει; Αυτό ειναι το moto της ζωής σας;

Ναι, ο Άλαν Φλέτσερ, Εγγλέζος graphicer designer, ιδρυτής της Pentagram ως γραφείο στην Αγγλία και μετά με παραρτήματα σε όλο τον κόσμο, έλεγε ότι το design δεν είναι επάγγελμα, είναι τρόπος ζωής. Όταν το άκουσα ένιωσα ότι με αντιπροσωπεύει. Το λέω κάπως διστακτικά σε σχέση με το μέγεθος αυτού του σημαντικού ανθρώπου. Τον γνώρισα τα τελευταία χρόνια. Όταν είχα πάει 1-2 φορές στο Λονδίνο έλειπε. Την τρίτη φορά με ενημέρωσαν από το γραφείο του ότι λείπει για διακοπές στην Ελλάδα, στα Χανιά. Γυρίζω στο Βρετανικό Συμβούλιο, που μου είχαν οργανώσει το ταξίδι, την φιλοξενία και τα εισητήρια και τους λέω «σας ευχαριστώ για όλα και πάω να βρω τον Φλέτσερ στα Χανιά». Παίρνω το αεροπλάνο και φτάνω στο Ηράκλειο και απο εκεί στα Χανιά, τον βρίσκω με την οικογενεια να κάνει διακοπές, τρώμε, πίνουμε, μιλάμε ακατάπαυστα και γύριζω πίσω. Την επόμενη χρονιά τον καλώ στο 3ο Παγκόσμιο Συνέδριο Design ως τιμώμενο πρόσωπο. Συνεχίζουμε την επαφή. Του στήνουμε μια ωραία έκθεση στο πρωήν Αρχαιολογικό Μουσείο. Το 2006 ο Μιχάλης Κατζουράκης στήνει ένα νέο χώρο στην Αθήνα και πέφτει η ιδέα να στήσουμε μια έκθεση του Φλέτσερ. Πράγματι γίνεται. Ένα χρόνο μετά, το 2006, πεθαίνει.

 

Το να κάνεις αυτό που σου αρέσει είναι μια μορφή οξυγόνου;

Είναι μια μορφή καθημερινότητας. Όπως λέω και εγώ, είναι κάθε μέρα διακοπές για μένα. Ή όπως λέει ο Ντύλαν ο άνθρωπος είναι ολοκληρωμένος όταν σηκώνεται το πρωί, κάνει ότι έχει να κάνει και πέφτει το βράδυ ήσυχος στο κρεβάτι του.

 

Για έναν άνθρωπο που έχει τις ευαισθησίες και τα ραγίσματα;

Όλα αυτά. Ραγίσματα, ερωτήσεις, απορίες. Θα τα καταφέρω; Είναι σωστό; Μήπως είναι κλεμένο; Οπότε αρχίζεις και κάνεις ερωτήσεις αναφοράς για να δεις που μπορείς να φτάσεις. Να ένα παράδειγμα: Η λέξη άνθρωπος. Εσύ δεν είσαι άνθρωπος τον πόνο μου να νιώσεις. Άνθρωπε Αγάπα των Poll. Ο Άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ των Κοέν. Ο Αόρατος Άνθρωπος του Γουέλς. Και έτσι γίνονται λίστες ατέλειωτες που μπορούν να απλωθούν σε ιστορίες, σε σκίτσα, σε κόμιξ, σε ταινία, σε βιβλία, σε εξώφυλλα δίσκων.

 

Φτιάχνετε ένα δυνατό mind game έτσι.

Η αλήθεια είναι ότι περνάω καλά.

 

Ωστόσο το Μουσείο Design έχει σταματήσει την δράση του.

Η τελευταία έκθεση που κάναμε ήταν στο Τελλόγλειο, ήταν ένα τμήμα της έκθεσης μας για τη δουλειά του Δημήτρη Φατούρου. Στη δουλειά αυτή αναφέρεται και το σπίτι που σχεδίασε και επέβλεψε για τους Φιλώτα και Σοφία Καζάζη, στο Πανόραμα. Είχαν διαλέξει μαζί την επίπλωση από τη Δανία. Είχαν διαλέξει μάλιστα την καρέκλα Υ. Μια τέτοια καρέκλα μου χάρισε η Σοφία Καζάζη. Όταν του είχα ανακοινώσει του Δ. Φατούρου την πρόθεση μου για το Μουσείο Design μου είχε χαρίσει μια καρέκλα του Jacobsen, την Several, που φωτογραφήθηκε γυμνή, καθήμενη ανάποδα, η Κρίστιν Κίλερ. Άρα πάμε σε σχέση με το προηγούμενο παιχνίδι σε μια συνδεσμολογία ιστοριών που ενώνουν την Κίλερ, την καρέκλα, το Λονδίνο, τον Πορφιούμο, κλπ. Παράλληλα συνεχίζουμε τις διαλέξεις σε σχολές και τμήματα αρχιτεκτόνων και βιομηχανικού σχεδιασμού. Στην Σύρο, στον Βόλο, στην Θεσσαλονίκη και αλλού. Δεν έχουμε άλλη δραστηριότητα. Δεν έχουμε χώρο, δεν έχουμε χρόνο, δεν έχουμε χρήματα. Αλλά έχουμε όρεξη και δυνατότητες.

 

Θα μπορούσε η ταινία αλλά και η περυσινή τιμητική σας βραβεύση και έκθεση στο Συνέδριο Οπτικής Επικοινωνίας να ξαναδώσουν ώθηση στην ιστορία του Μουσείου Design ώστε να ξανανοίξει;

Δεν ξέρω. Ο Καμπούρογλου έχει στο ντοκιμαντέρ ένα ντοκουμέντο με τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη να αναγγέλει το άνοιγμα του Μουσείου Design. Αν αυτό αποτελεί μια ορφή πολιτικού ή πολιτιστικού σχολιασμού…

 

Ίσως ακουστεί αφελές αλλά το Μουσείο Design υπήρξε για αρκετά χρόνια δυναμικό και δραστήριο. Στη δεκαετία του ’90 και επί Πολιτιστικής ήταν κάτι παραπάνω από δραστήριο. Ο Τύπος στήριξε την προσπάθεια και αρκετός κόσμος από τον αφρό της πόλης αγάπησε και στήριξε το όραμα του Μουσείου. Τι έγινε και σκάλωσε η ιστορία της μεταστέγασης του;

Κοιτάξτε, θέλω να πιστεύω ότι δεν υπήρχε καμία αλαζονία από πλευράς του Μουσείου και των παραγόντων του. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο. Και ο φίλος και δικηγόρος Στέλιος Νέστωρ δίνει μια απάντηση μέσα στην ταινία για αυτό. Αλλά τι πολιτικό θα έπρεπε να κάνω με όλη την δουλειά που παρουσίασα μέσα από το Μουσείο;

Ο χρόνος μας περιορίζει ασφυκτικά. Πέρα από τις ιστορίες κάθε καρέκλας και κάθε σχεδίου που αγάπησε ο Στέργιος Δελιαλής μου αφηγείται πως τα ‘60s έβαλαν φωτιά και στον χώρο της γραφιστικής.

 

Το κομμάτι της παιδείας σε σχέση με το design ;

Μπήκαμε αργά σε αυτό το κομμάτι. Υπήρχαν μερικοί φωτισμένοι αρχιτέκτονες, όπως πχ ο Μίμης Φατούρος, άρχισαν κατά την δεκαετία του ’60 να τα μεταφέρουν αυτά στους φοιτητές τους. Σήμερα τα πράματα είναι λίγο καλύτερα. Όμως πάσχουμε στο κομμάτι της παραγωγής. Θα πάρεις το ελληνικό σχέδιο ανεμιστήρα ή μήπως το γιαπωνέζικο; Θυμάμαι την πρώτη καρέκλα που έκλεψα έξω από ένα μπακάλικο στην Ηροδότου και ο ιδιοκτήτης έβαζε το καφάσι του πάνω, στην Αθήνα. Την κοίταζα και μου φαινόταν περιέργη. Προσπάθησα να την αγοράσω, να με αφήσει ο ιδιοκτήτης της να την σχεδιάσω για να την ξαναφτιάξω αλλά δεν δεχόταν. Οπότε ένα βράδυ πήγα και την σήκωσα. Αργότερα ανακάλυψα ότι το σχέδιο άνηκε στον Θεμιστοκλή Βαράγκη, ο οποίος την είχε σχεδιάσει στα χρόνια των σπουδών του στο Λονδίνο, είχε βραβευτεί και πουλιόταν σε ένα μαγαζι στη Tottenham Court Road. Δεν έχουμε όμως πολλά πράματα σε σχέση με αυτό το κομμάτι.

 

Η δεκαετία του ’60 είναι γεμάτη εποχή για το design;

Ναι, ήταν μια λουλουδάτη εποχή. Από το flower power μέχρι τα λουλούδια στις κάνες των όπλων της αμερικάνικης Εθνοφρουράς. Η Marimekko (φινλανδική εταιρία με σημαντική παρουσία στο χώρο των επίπλων και υφασμάτων από το ’60) σχεδίαζε λουλούδια στα υφάσματα της και αυτά μετά γινόταν λουλουδάτα φορέματα για τα κορίτσια της εποχής. Η Μαίρη Κουάντ έκανε το μίνι. Έβλεπες τα κορίτσια της εποχής να φοράνε μίνι και να πετάνε σαν πεταλούδες. Στην Ελλάδα βέβαια το ζήσαμε κάπως διαφορετικά όλο αυτό λόγω χούντας.

Είναι η ίδια εποχή που ο Δελιαλής μπαίνει δυναμικά στον δημιουργικό χώρο. Άρχες του ’70 βρίσκεται στην Αθήνα. Σαββόπουλος και Μπουρμπούλια. Φιλία με τον Βασίλη και Διονύση Φωτόπουλο.

Με τον Διονύση (Σαββόπουλο) είμαστε φίλοι από την Θεσσαλονίκη, πριν ξεκινήσει. Κατεβαίνει στην Αθήνα, είμαι και εγώ εκεί, μόλις έχω τελειώσει τον στρατό, τραγουδάει στο Ροντέο, στην πλατεία Βικτωρίας, μου ζητάει μια αφίσα και κάνω ένα ασπρόμαυρο σχέδιο. Θυμάμαι ότι τον πρώτο δίσκο, το εξώφυλλο, το έχει κάνει ο Κυριτσόπουλος και μοιάζει σαν κολάζ του Μαγκριτ. Εγώ έκανα το πολύχρωμο εξώφυλλο του δίσκου που έκανε με τα Μπουρμπούλια. Θυμάμαι ακομα την φιλία μου με τον Βασίλη Φωτόπουλο και τον αδερφό του, τον Διονύση.

Τότε είναι που θα γνωρίσει τον Αλέκο Πατσιφά, τον ιδρυτή της δισκογραφικής εταιρίας Lyra. Πετυχαίνει την εταιρία σε μια εξαιρετική στιγμή, την εποχή που βγάζει τον “Δρόμο” του Μίμη Πλέσσα και Λευτέρη Παπαδόπουλου. Είναι ένας από τους εμπορικότερους δίσκους στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας. Ο Δελιαλής κάνει τα κουστούμια και τα σκηνικά στην μυθική παράσταση του “Δρόμου”, στο υπόγειο του Ρεξ, στην Αθήνα. Παρ’ότι αγαπάει το θέατρο και τον κινηματογράφο δεν ασχολείται περισσότερο με τον χώρο της σκηνογραφίας.

Δεν αποσύρθηκα όμως γιατί αυτοί ήταν τα ιερά τέρατα του χώρου. Ένιωθα ότι ήταν άλλος ο χώρος, που ανακατεύτηκα.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε άλλο τόσο σε χρόνο όμως και πάλι δεν μας θα έφτανε. Ο Στέργιος Δελιαλής με αποχαιρετά. Και περπατώντας στη Νέα Παραλία σκέφτομαι πως ίσως αν είχαμε την ευκαιρία να αποθηκεύσουμε τις αφηγήσεις του σε ένα βιβλίο ή σε ακόμα μια ταινία και πάλι θα είχαμε θέμα με τον χώρο και την διαχείρηση αυτού του πλούτου. Άλλωστε ο τρόπος που αφηγείται τις ιστορίες του είναι ξεχωριστός…