ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ // Τεύχος 66

Συνέντευξη από τον Κώστα Δ. Μπλιάτκα

Μπορεί μια συνέντευξη να φωτίσει την  συγγραφική ζωή και κυρίως τη συγγραφική προσωπικότητα του Μανόλη Ξεξάκη; Πολύ δύσκολο αν και όσο το σκέφτομαι δεν είναι αυτό το ζητούμενο.

Συνήθως αφήνεις τον συγγραφέα να μιλήσει ο ίδιος για τη δουλειά του για να χαρείς και συ διαβάζοντας το τελικό κείμενο , βλέποντας πόσο όμορφο είναι αυτό το παιχνίδι των ερωταποκρίσεων. Αν πήρες τις εκμυστηρεύσεις που ζητούσες, αν  μίλησε η ψυχή του συγγραφέα ή όχι , αυτά είναι πάντα το αποτέλεσμα του μόχθου του ανθρώπου που ρωτά.

‘’Ποιος νομίζετε ότι είστε’’; Του λέω με τον επιβαλλόμενο πληθυντικό που υπερισχύει στις συνεντεύξεις της μακρόχρονης φιλίας.  Φτάνει , μου λέει ως ‘’βιογραφικό σημείωμα’’ αυτό το οποίο έχει το βιβλίο: ‘’Ο Μανόλης Ξεξάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, έγραψε βιβλία ποίησης και πεζογραφίας, ενδιαφέρεται για τις λέξεις και τους αριθμούς’’.

Λέει τα πάντα αποκρύπτοντας επίσης τα πάντα !

Λείπει το γνωστό ‘’ζει και εργάζεται σήμερα στη Θεσσαλονίκης’ αλλά την ερώτηση με το γιατί δεν θα την  γλιτώσει.

Τι θα βρούμε στο ήδη πολυσυζητημένο βιβλίο του; Πρόσωπα που διακρίθηκαν στις επιστήμες και στις τέχνες , διαβόητοι ηγέτες που έσυραν τα έθνη στη φρίκη, κυρίως όμως άνθρωποι της παντόφλας, της διπλανής πόρτας.

‘’Έμαθα από τις ζωές τους, αλλά όσα γράφω γι αυτούς δεν είναι απολύτως αληθινά. Όλοι δέχτηκαν τη σπορά της φαντασίας, έγιναν πλάσματα της λογοτεχνίας’’, αποκαλύπτει ο ίδιος στης σημειώσεις στο τέλος του τόμου.

Ήρθατε  στα 18 σας από το Ρέθυμνο για να σπουδάσετε  στη Θεσσαλονίκη,  το 1966. Προλάβατε για λίγους μήνες το προδικτατορικό φοιτητιλίκι. Υπήρχε τόση πολλή πνευματική άνθηση στους κύκλους σας ή αυτό είναι ένας μύθος” των εκδρομέων του ’60;

Μύθος είναι. Οι εκδρομείς του ’60 είναι το προσωπικό «αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του σπουδαίου τραγουδοποιού και ποιητή Διονύση Σαββόπουλου. Το 1966 ή Θεσσαλονίκη ήταν πόλη με σφικτό κολάρο, ιδιαίτερα συντηρητική.

Αλλά και μέσα στη δικτατορία τα πράγματα ήταν μπερδεμένα. Όσοι έγραφαν, έγραφαν υπαινικτικά. Για να περιγράψω το αδιέξοδο της αντίστασης στη χούντα έφτιαξα έναν ήρωα, τον καπετάν Σούπερ Πριοβόλο, παίρνοντας το όνομα από τα χρώματα Σούπερ Πριοβόλος. Μια μέρα κάποιος διαβασμένος στα μαρξιστικά μου λέει: «Ξέρεις ότι υπήρχε καπετάνιος στον ΕΛΑΣ που λεγόταν Πριοβόλος;». «Όχι» είπα.

Εννοείται ότι δεν άλλαξα το όνομα, αλλά και ότι δεν με πείραξε κανείς.

Πνευματική άνθηση όμως θυμάμαι γύρω στο 1983. Πρωτοφανές, να διαβάζουμε ποιήματα σε αμφιθέατρο μπροστά σε 1500 ενθουσιώδη άτομα. Ήταν ο Πάνος Θεοδωρίδης, ο Ανέστης Ευαγγέλου και άλλοι. Συν που έβγαλα 2η έκδοση την ποιητική μου συλλογή «Ασκήσεις Μαθηματικών».

Σήμερα υπάρχουν χιλιάδες εκδηλώσεις και εκδόσεις. Το πρόβλημα είναι ότι οι προσωπικότητες των περισσοτέρων ανθρώπων έχουν διαμορφωθεί έτσι ώστε να αδιαφορούν, να μη θεωρούν αξίες ένα ποίημα ή ένα έργο ζωγραφικής. Βέβαια, συμβαίνει παντού. Όπως υπάρχουν και χώρες που οι άνθρωποι παρακολουθούν εκστατικοί απαγγελίες ποιημάτων. Μου τα είπε φίλη που επισκέφτηκε το Ιράν. Εννοείται ότι στις ίδιες χώρες αποκεφαλίζουν δημόσια ή λιθοβολούν μια γυναίκα που πήγε στο παζάρι χωρίς τον άντρα της. Είναι η δεν είναι αυτό «Το θέατρο της Οικουμένης».

Ο Κρητικός, λέει το ανέκδοτο, θεωρεί σωβινιστή αυτόν που πιστεύει ότι το μέρος που γεννήθηκε είναι ανώτερο από την Κρήτη. Ακόμα κι αν δεν είστε τόσο “σκληροπυρηνικός”, σίγουρα θα έχετε ένα σοβαρό λόγο για να αποφασίσετε να μείνετε στη Θεσσαλονίκη. Ποιος είναι αυτός;

Ναι, τα πιστεύουν αυτά πολλοί, αλλά δεν θέλω να τα σχολιάσω. Μια φορά στο λεωφορείο από το Ρέθυμνο για τα Χανιά είδαμε μπροστά μας τα Λευκά Όρη, τις Μαδάρες. Ο άνθρωπος δίπλα μου, μου δείχνει τα βουνά και λέει: «Από παδά, σύντεκνε Μανόλη, αρχίζουν οι άγιοι τόποι», εννοούσε τα Σφακιά.

Όσο για τη Θεσσαλονίκη, δεν αποφάσισα για κανένα σοβαρό λόγο να εγκατασταθώ εδώ. Μπήκα στη Φυσικομαθηματική, την τέλειωσα, γράφτηκα σε άλλο τμήμα της, κι έμεινα.

Ήταν ωραία περίοδος. Θυμάμαι τον Αντωνόπουλο, αργότερα πρύτανη, να μας κάνει ασκήσεις Φυσικής στις 8:οο το πρωί, κι εγώ να διαβάζω την «Έρημη Χώρα» του Έλιοτ, που είχε παρουσιάσει τότε ο Σεφέρης. Θυμάμαι τα ανέκδοτα που συνόδευαν τους καθηγητές. Για έναν της Χημείας έλεγαν ότι σε παράδοσή του είπε: Κάποτε, διαφωνούσαν ο Αϊνστάιν με τον Ράδερφορ, και γύρισε ο Αλβέρτος σε μένα: «Εσείς, Κοκό», -τον έλεγαν Κων/νο- «με ποιον είστε;». Εννοείται με εσάς, απάντησα και ο Ράδερφορ σιώπησε.

Μετανοιώσατε που δεν γράψατε την ιστορία σας στην Κρήτη;

Αν σε μια ιστορία που φτιάχνει ένας συγγραφέας εισχωρούν στοιχεία της προσωπικής του ζωής, είναι γιατί ταιριάζουν: ό,τι σταφίδες βρίσκει στην τσέπη του κάποιος, τρώει.

Για τα πρώτα 18 χρόνια της ζωής μου, που έζησα στην Κρήτη, έγραψα. Αλλά και στο «Θέατρο της Οικουμένης» υπάρχουν αρκετά. Ωστόσο, δεν ήταν ποτέ σκοπός. Έχετε παρατηρήσει, πχ σε ταινίες, πώς γίνεται ο Γούντι Άλλεν, να λέει πράγματα που αφορούν όλους τους ανθρώπους; Γίνεται διότι πιάνει τις σταθερές των συμπεριφορών, ακόμη κι αν αφηγείται τη ζωή του.

Σκεφτήκατε ποτέ ότι μακριά από την Θεσσαλονίκη μπορεί να γράφατε αλλιώς;

Αυτό που σε καθορίζει είναι ο γενέθλιος τόπος. Έστω κι αν έζησα μόλις 18 χρόνια στο Ρέθυμνο και 50 στη Θεσ/νίκη, αυτά τα πρώτα μετράνε. Τότε ξεκίνησα τις ανακαλύψεις: πρώτα τα όρια του σώματός μου, μετά την ανάγκη των οικείων, ακολουθούν τα βάθη των πρώτων εφηβικών αισθημάτων, το σχολείο, αυτά. Συμπέρασμα: Μπορεί εκτός Θεσσαλονίκης να έγραφα αλλιώς. Δεν ξέρω.

Αν με ρωτούσατε τώρα τι θα ήθελα να γράψω, η απάντηση είναι: να κάνω πρώτα μερικά ταξίδια, να καλυτερεύσει η οικονομική κατάσταση στη χώρα, να μου κινήσουν την περιέργεια κάποια καινούργια πράγματα που ίσως γίνουν υλικό.

Χαίρομαι τους νέους ανθρώπους -και τον γιο μου- που έβαλαν στραβά το καπελάκι τους κι έφυγαν και από τη χώρα και από την εγκατεστημένη νοοτροπία των κατοίκων της.

Αν περιγράφατε με πέντε επίθετα τη Θεσσαλονίκη ποια θα ήταν αυτά;

Δεν ξέρω. Όσο περνούν τα χρόνια, αρνούμαι να συμμετέχω στην ευκολία των κρίσεων καφενείου. «Όλες οι γυναίκες είναι το τάδε», λένε. Ή «Όλοι οι άνδρες είναι το δείνα». Πού το ξέρεις, φίλε. Θέλω να πω ότι λείπει η Σκέψη από τη ζωή μας, και βεβαίως τα μαθηματικά. Ωστόσο, στον 2ο τόμο του μυθιστορήματος που έγραψα υπάρχει μια παράγραφος που περιγράφει εικαστικά την πόλη μας τη νύχτα: «Τις νύχτες ανέβαιναν στους μαιάνδρους των τειχών, πάνω από την Πύλη της Άννας της Παλαιολογίνας, της βυζαντινής αυτοκρατόρισσας που έζησε στη Θεσσαλονίκη τον 14ο αιώνα, κι άναβαν γεμιστές τσιγαρούκλες. Κάπνιζαν εκστασιασμένοι ως το πρωί, κοιτώντας χαμηλά το χρωματικό νεκροταφείο των φώτων που λαμπύριζαν στον πυθμένα του μακεδονικού ουρανού.».

Αυτό είμαστε, η Θεσσαλονίκη: φώτα που λαμπυρίζουν στον πυθμένα του μακεδονικού ουρανού.

Είναι λίγο σκληρό, αλλά αν σκεφτείτε ότι χτίσαμε το πανεπιστήμιό μας πάνω στους τάφους των Εβραίων, θα καταλάβετε ότι είναι αληθινό.

Θυμάστε την αιτία που σας έκανε να αρχίσετε  να γράφετε ποίηση;

Χωρίς το αίσθημα μιας προσωπικής ιδιαιτερότητας στον χαρακτήρα, ίσως να μην υπήρχε τέχνη. Πρώτα κάποιος λέει μέσα του: «εγώ βλέπω τα πράγματα, τα ακούω, τα αισθάνομαι, τα γεύομαι, τα σκέφτομαι αλλιώς», και μετά αποφασίζει να τα γράψει με το δικό του «αλλιώς», με τη δική του ματιά. Το αν γίνουν ποίηση, γλυπτική, μουσική κλπ, αυτό είναι μέγα μυστήριο.

Έχει γραφεί ότι στο λογοτεχνικό σας έργο υπάρχει πρωτοτυπία και σαφήνεια. Θεωρείτε ότι αυτά τα δύο στοιχεία δίνουν ώθηση στο ποιητικό και αφηγηματικό έργο;

Μακάρι. Λίγο πριν από το 2000 το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ ζήτησε από τον Ίταλο Καλβίνο μια σειρά μαθημάτων για τη λογοτεχνία της νέας χιλιετίας, κι εκείνος μίλησε για την ελαφρότητα που πρέπει να έχουν οι μορφές, για την ταχύτητα στην εξέλιξη των μύθων, την οπτικότητα, την πολυσημία, και μια ιδανική αρχή και τέλος στα έργα.

Κάπου εδώ είναι και η δική μου στρατηγική. Ναι, επιδιώκω τη σαφήνεια επειδή μεταδίδει καλύτερα το μήνυμα και την πρωτοτυπία γιατί προκαλεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Ποια η σχέση σας με τα social media;

Με το fb, η καλύτερη. Είναι ο σκύλος που δεν έχω. Με περιμένει κάθε πρωί, είναι η σημερινή κοινωνικότητά μας. Έχω φίλους, μαθαίνω πώς σκέφτονται, τι τους συμβαίνει, μαθαίνω νέα από την πολιτική, την επιστήμη, την τέχνη, και βεβαίως λέω κι εγώ τα δικά μου.

Τι λέτε για τους νέους λογοτέχνες;

Τους θαυμάζω. Δεν θέλω να πω ονόματα, αλλά η ταχύτητα στη Σκέψη τους με εντυπωσιάζει. Ωστόσο, το μεγάλο έργο δεν το είδα. Ίσως όμως να μην ξέρω πώς είναι το μεγάλο έργο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της τεχνολογίας.

Τι σας έκανε να αποφασίσετε να γράψετε το “Θέατρο της Οικουμένης”;

Υπάρχει «μηχανισμός» στις συνειδήσεις κάποιων ανθρώπων που τους αναγκάζει να παράγουν έργο τέχνης, λογοτεχνία, θέατρο, μουσική, ζωγραφική, όλα αυτά. Όχι απόφαση. Οι αποφάσεις ανήκουν στους μεγάλους μύστες και στους δημιουργούς των κοινωνικών θεωριών. Υποτίθεται ότι ο Βούδας κάθισε κάτω από ένα δέντρο πολλά χρόνια κι είδε τον πόνο των ανθρώπων κατάματα, κι αποφάσισε να τον απαλύνει. Ο καλλιτέχνης θέλει να περιγράψει «με δικά του λόγια» συμπεριφορές ανθρώπων και τη Φύση, το άγνωστο «Όλον» που μας περιβάλλει.

Τελικά, αντί για απόφαση, θα μπορούσαμε να πούμε για τις πηγές της έμπνευσης αυτού του βιβλίου, που ήταν αρχικά το απόσπασμα της Οδύσσειας του Ομήρου στο οποίο ο αγγελιοφόρος των θεών, ο Ερμής, κατεβάζει τον Οδυσσέα στον Άδη, στον Δήμο των Ονείρων, και στον ασφοδελό Λειμώνα όπου περιδιαβάζουν οι ψυχές, τα είδωλα  των νεκρών. Αυτό με οδήγησε σε εκτεταμένη έρευνα για την ιδέα των ψυχών και τη χρήση της.

Το προικοσύμφωνο του 1923 είναι πραγματικό, το είδα. Τα χαμένα κόκαλα του πατέρα του ήρωα, πάνω στα οποία έψησαν σουβλάκια τα τσιγγανόπουλα ενός Χρόνη, τα εμπνεύστηκα από απόσπασμα του προφήτη Ιεζεκιήλ, το οποίο χρησιμοποίησε πριν από εμένα ο ποιητής Τόμας Έλιοτ. Ο παππούς στην Κρήτη είναι ο πατέρας μου. Το «τραπέζι των συνεδριάσεων», όπως το λέω, είναι το τραπέζι στο οποίο τρώγαμε μέχρι τα 18 μου που έζησα στο Ρέθυμνο. Και το λέω έτσι επειδή μετά το φαγητό γύρω από αυτό ακολουθούσαν μεγάλες συζητήσεις, συνεδριάσεις ας πούμε.

Γενικά οι συγγραφείς εμπνέονται από τα πιο απίθανα. Ο σερ Άρθουρ Κόναν Ντόιλ εμπνεύστηκε τον Σέρλοκ Χολμς από τον καθηγητή του στην Ιατρική Σχολή του Εδιμβούργου, ο Τζέιμς Μάθιου Μπάρι τον Πίτερ Παν από τον αδελφό του. Υπάρχουν κι άλλα, πολλά. «Πουλιέσαι» στην έμπνευση και στις γνώσεις κι εκείνες με το σταγονόμετρο σου δίνουν κάτι που κρίνεις ότι αξίζει να μνημειωθεί

Αλήθεια, γιατί να ονομάζουμε “Θέατρο” την οικουμένη ;

Δεν ήταν «Το θέατρο της οικουμένης» ο αρχικός τίτλος του βιβλίου. Διάβαζα όμως τα μαθηματικά των προβολών που χρησιμοποιούνται στη Χαρτογραφία, κι έπεσα απάνω στους 8 χάρτες που έφτιαξε για την επιφάνεια της Γης ο Ορτέλιους το 1570 και τους ονόμασε Theatrum orbis terrarum, δηλαδή θέατρο της οικουμένης.

Κατάλαβα ότι δεν ήθελε να περιγράψει μόνο τους τόπους του γαλάζιου πλανήτη μας, αλλά κι όσα διαδραματίζονται σε αυτούς. Αυτό έκανε και ο Ρήγας Φεραίος όταν έφτιαξε τη Χάρτα του, έβαλε μέσα νομίσματα, μάχες αρχαίων Ελλήνων, την Ιστορία ενός σκλαβωμένου λαού. Όμως αυτή τη φιλοδοξία είχα κι εγώ: να μιλήσω καλά για τους ανθρώπους, τις συμπεριφορές και για το άγνωστο Σύμπαν. Είχα βρει τίτλο για το βιβλίο μου.

Να σας θυμίσω ότι ο Ορτέλιους είναι γνωστός για έναν άλλο χάρτη του που λέγεται «χάρτης της ουτοπίας». Απεικονίζει τους «ου τόπους», εκείνους που δεν υπάρχουν.

Τον 16ο αιώνα, επίσης, υπήρξαν κι άλλα “θέατρα”. Κι ίσως, εκείνη την εποχή να σήμαιναν μια συλλογή πραγμάτων που έκανε κάποιος. Ο Γάλλος Ζακ Μπεσόν δημοσίευσε το: Θέατρο των μηχανικών και μαθηματικών οργάνων με 60 σχέδια εργαλείων και μηχανών.

Παίζουμε θέατρο άραγε  στη δουλειά, στον έρωτα, στη χαρά, στη λύπη;

Ναι, αλλά όχι με την έννοια ότι κοροϊδεύουμε πάντα, απλώς δεν έχουμε άλλο τρόπο. Έτσι δουλεύει το μυαλό μας με τις σχέσεις που παράγει.

Ωστόσο, ακόμη φτιάχνουμε κοινωνίες που πολεμούν μεταξύ τους, και αποτελούνται από ανθρώπους  που λένε ότι ορίζουν τις ζωές τους, ενώ το ασυνείδητο κυβερνά τις επιθυμίες τους, επινοεί τις μηχανορραφίες τους και κρύβει το κομμάτι του εαυτού τους που νομίζουν πως τους ντροπιάζει.

Κάτω από τα κουστούμια και τις τουαλέτες, κάτω από τις γυμνές σκασμένες πατούσες εκείνων που ζουν ακόμη μακριά από τις πόλεις, κάτω από τη φρίκη της αρρώστιας, τον πλούτο ή την ένδεια, την έλλειψη καθαρού νερού, υπάρχουν σε όλους μας ασύμμετρες θελήσεις. Όσο κοιτάς καλύτερα κάποιον διαπιστώνεις ότι δεν είναι αυτό που δηλώνει. Είμαστε τα καλά κρυμμένα μυστικά μας. Είναι ή δεν είναι αυτό θέατρο της οικουμένης.

Είμαστε, λέμε, εναντίον των δικτατοριών, αλλά υπάρχει μια που δεν θέλουμε να πεθάνει ως προσδοκία, εκείνη που πιστεύουμε ότι θα εγκαταστήσει την κοινωνία της ισότητας. Εννοείται ότι και σε εκείνη κάποια ζώα, στα οποία συγκαταλέγουμε τον εαυτό μας, θα είναι πιο ίσα από τα άλλα. Είναι ή δεν είναι αυτό θέατρο της οικουμένης.

“Μιλάτε” στο βιβλίο  με διαβόητους ηγέτες, μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες, παλιούς ραδιούργους αλλά και ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Τι μας μαθαίνουν οι ζωές τους;

Ότι έχουμε ανάγκη στις κοινωνίες μας έναν ή πολλούς «πατερούληδες», στάλκερ Στάλιν. Και για το καλό και για το κακό: Και για να πούμε ότι «αυτός έκανε το τάδε κακό», και για να πούμε ότι «αυτός θα με προστατέψει από όλα τα κακά».

Κάτι άλλο. Λέμε: «θα φύγω από τη ζωή», ενώ στην πραγματικότητα «η ζωή φεύγει από εμάς». Αυτό το ήξερε ο Μπόρχες όταν έγραφε στο διήγημα το Άλεφ: «…πως το ακατάπαυστο κι απέραντο Σύμπαν ήδη απομακρυνόταν από τη Μπεατρίζ Βιτέρμπο». Ήθελε όμως να δώσει μια κάποια απόχρωση στο λόγο του.

Μου έκανε κατάπληξη αυτή η περιγραφή ενός θανάτου. Όπου μπόρεσα, χρησιμοποίησα αντίστοιχα σχήματα.

Άκουσα κάποτε τον Μπιθικώτση να απαντά σε ερώτηση μιας δημοσιογράφου ως εξής: «Έρχομαι να το πιστέψω αυτό που λες» της είπε. Από πού ερχόταν ο «σερ»; Τι ήθελε να πει; Νομίζω ότι ήθελε να της πει ευγενικά ότι «βρίσκεται μακριά από αυτό που τον ρώτησε, αλλά το πλησιάζει σιγά σιγά». Δηλαδή, για το τελικό προϊόν που παράγεις έχει σημασία ο τρόπος που περιγράφεις κάτι: με ποια σχήματα και πόσο οικονομημένος είναι ο λόγος σου. Αν δεν τα λαμβάνεις αυτά υπόψη σου, είσαι απλώς γραφέας όχι συγγραφέας.

Υπαινίσσεστε ότι όλα αυτά αναδύονται μέσα από την μάταια αναζήτηση της Αθανασίας…

Αναλύω σε μια σημείωση στο τέλος του βιβλίου πώς ξεκινήσαμε να ονομάζουμε ψυχή την επιθυμία μας να μην τελειώσει η ζωή, να επιβιώσει κάτι από εμάς. Κι αυτό το κάτι, αν έχουμε κόψει εισιτήριο καλής συμπεριφοράς όσο ζούμε, θέλουμε να είναι αθάνατο. Ξέρετε, κύριε Μπλιάτκα, γιατί υπάρχουν οι μούμιες; Διότι οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι μια μέρα θα γυρίσει στο σώμα της η ψυχή και πρέπει να το βρει.

Πάλι στις σημειώσεις εξηγώ ότι η ιδέα των αθάνατων ψυχών είναι ένα παράδοξο της Λογικής, ένα δίλημμα στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση, δεδομένου ότι για να υπάρξει απάντηση σε δίλημμα πρέπει να έχουμε διαθέσιμες και τις δύο εκδοχές: και το «υπάρχουν αθάνατες ψυχές» και το «δεν υπάρχουν αθάνατες ψυχές». Και για τα δυο δεν έχουμε καν ενδείξεις. Προσέχω τι λέω, διότι δεν θέλω να θίξω όσα πιστεύει κάποιος άλλος.

Λέτε ότι πρώτο θέμα του βιβλίου είναι “η ψυχή”. Πως αντιμετωπίζετε στις μοναχικές σας στιγμές το “άυλο μέρος μας”; Τι νοιώθετε ότι επιβιώνει μετά θάνατον;

Δεν έχω τέτοια ερωτήματα στις μοναχικές μου στιγμές. Δεν με πειράζει να γίνω σκόνη των άστρων όταν πεθάνω. Ωστόσο δεν θέλω να ενοχληθεί κάποιος που φαντάζεται αιώνιες μεταθανάτιες απολαύσεις. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην πόλη, δηλαδή στη γαλήνη του ανθρώπου. Γι’ αυτό είναι ισότιμοι, παραδεκτοί και σεβαστοί.

Στις “Σημειώσεις”, στο τέλος του πρώτου τόμου, γράφετε για το παράδοξο του ψεύτη. Ως Κρητικός, γράψατε ψέματα, σαν το Επιμενίδη;

Μα είναι τρομερό θέμα το «παράδοξο του ψεύτη». Ξεκινά από ένα σόφισμα του Ευβουλίδη του Μιλήσιου, περνά στον Επιμενίδη, φτάνει στον Απόστολο Παύλο, στον Ολλανδό εικαστικό Έσερ,  και πολύ αργότερα στον Δον Κιχώτη του Θερβάντες και στον Μπόρχες.

Δεν μπόρεσα να το εντάξω στην κυρίως αφήγηση. Κάποιες στιγμές της Σκέψης είναι ατίθασες, δεν γίνονται λογοτεχνικό κείμενο. Έβαλα μόνο κάποια συμπεράσματα από την έρευνα που έκανα σε σημείωση στο τέλος του βιβλίου. Με ρωτήσατε όμως άλλο. Όχι, δεν έγραψα ψέματα, αφηγήθηκα μια ιστορία που πιστεύω πως κυλάει όπως οι χάντρες του κομπολογιού

Ποιοι ποιητές και συγγραφείς σας έχουν επηρεάσει περισσότερο;

Ο Όμηρος, διότι πριν ακόμη η Δύση εφεύρει τη μεγάλη φόρμα, το μυθιστόρημα, εκείνος το είχε κάνει με τα επικά ποιήματά του. Ο Μέλλβιλ με τον Μόμπι Ντικ του, τη Φάλαινα. Ο Οσκαρ Ουάιλντ με «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γρέι», ο Ανρί Τρουαγιά με το «Ο νεκρός κυριεύει τον ζωντανό», και βέβαια ο Ελύτης, ο Σεφέρης και ο Σολωμός με την ανίκητη «Γυναίκα της Ζάκυθος». Αν με ρωτούσατε να σας πω ποια «προβιά» προσπαθώ να βγάλω από πάνω μου, θα σας έλεγα του Νίκου Καζαντζάκη για την υπερβολή του στη γλώσσα και του Ηλία Πετρόπουλου επειδή δεν κατάλαβε ποτέ ότι εχθροί είναι οι ιδέες των ανθρώπων κι όχι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Τον αγαπώ όμως, έστω και πεθαμένο.

Κινδύνευσε η μυθοπλασία σας  από τη δημοσιογραφία. Παλιά κάνατε ραδιοφωνικές εκπομπές….

Όχι, καθόλου. Άλλοι συγγραφείς μπορεί να στηρίζονται στο ευφυολόγημα και στην ευκολία της δημοσιογραφίας. Εγώ δουλεύω και ξαναδουλεύω πάνω στη φόρμα και στο υλικό ώσπου να γίνει άγαλμα. Ωστόσο, την επιτυχία θα την κρίνει ο χρόνος. Ξέρετε, όταν πάψεις να ζητάς ανταπόδοση γι’ αυτά που κάνεις, αλλά και όταν καμιά ανταπόδοση δεν σου απαλύνει το υπαρξιακό άγχος, -επειδή έχεις φτάσει σε κάποια ηλικία- τότε η μούσα σού δίνει καλή λογοτεχνία. Κι όταν το δεις αυτό, δεν χρειάζεσαι κάτι άλλο. Είσαι ευχαριστημένος.

Έχει νόημα να σπεύδει ο συγγραφές στις παιδικές μνήμες και βιώματα για υποσυνείδητες “πληροφορίες” κι υλικό;

Αν ξεκινήσεις με παιδικές μνήμες και βιώματα, το ‘χασες το παιχνίδι. Τα βιώματά σου είναι υλικό, αλλά μη θες να είναι παντού πρωταγωνιστές. Οι ιδέες, η μαστοριά της αφήγησης, οι σταγόνες της συγκίνησης που πρέπει να πέσουν την κατάλληλη στιγμή, η καθολικότητα του λόγου σου, που οφείλει να αντανακλάται και σε άλλους ανθρώπους, αυτά θα δώσουν στο κείμενό σου θέση στο μέλλον.

Γράφετε γρήγορα;

Σπάνια γράφω γρήγορα. Αν βιάζεσαι και θες να ξεφύγεις από τα προσωπικά σου άγχη, πιες μια ρετσίνα. Το γράψιμο οφείλει στην επανάληψη: Ξανά και ξανά, πετάμε, παρατάμε, και κάποια στιγμή μπαίνουμε δικαιωματικά στη φυλακή μιας ιστορίας οι ίδιοι. Τότε το μόνο που μας επιτρέπεται είναι να σκουπίζουμε και να περιποιούμαστε το κελί μας μέχρι να λάμψει.

Υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες του 24ώρου που εργάζεστε καλύτερα;

Ναι, σηκώνομαι 7:30 – 8:00,  κάνω τα ίδια πράγματα, τρώγω τα ίδια κάθε μέρα, και δουλεύω μετά άριστα ως τις 12:30. Μετά διαβάζω ως τις 2:00. Μετά μια δυο ώρες το απόγευμα επίσης. Αυτό που με λυπεί είναι ότι όσο περνούν τα χρόνια το σώμα αρνείται να δουλέψει με πολύ υλικό. Οι γνώσεις και κυρίως η επεξεργασία τους  χάνονται, δουλεύει κανείς μόνο με ότι βλέπει γύρω του. Αυτό, οδηγεί σε μικρότερες φιλοδοξίες για έργα μεγάλης πνοής μετά από κάποια ηλικία. Ζούμε ένα κομματάκι χρόνο, κι αυτό δεν είναι ούτε ευχάριστο ούτε δυσάρεστο. Είμαστε μέρος της Φύσης και ιδιότητες των σωματιδίων μας. Η Κβαντομηχανική μάς περιγράφει καλύτερα, αλλά έχει θηριώδεις διαφορικές εξισώσεις.

Γράφοντας, έχετε συλλάβει τον εαυτό σας να έχει διδακτική διάθεση;

Πάντα. Ακόμη λαχταρώ τα χρόνια που δίδασκα. Είναι μεγάλη υπόθεση να μαθαίνεις σε κάποιους ανθρώπους. Εννοείται, ότι είσαι συνειδητός, ότι ξέρεις άριστα τι λες, ότι δεν παπαγαλίζεις τα βιβλία. Α ναι, μια φορά έκανα μαθηματικά σε πιτσιρικάδες, ίσως δεύτερης τάξης. Έπαιζαν χαρούμενα στο διάλειμμα και βγήκα να τους φωνάξω. «Τώρα, κύριε», μου είπαν, «είναι η καρδιά του παιχνιδιού. Αφήστε μας λίγο ακόμη». Τους άφησα και πήγα μέσα και σημείωσα το «Καρδιά του παιχνιδιού». Είχα βρει τίτλο γι’ αυτό που με βασάνιζε καιρό.

Μπαίνετε στον πειρασμό να γράψετε για πράγματα και καταστάσεις  που δεν γνωρίζετε καλά;

Ποτέ δεν γράφω για όσα δεν ξέρω καλά. Γι’ αυτό και «κρεμάω» πάνω σε συγκεκριμένους ανθρώπους που ξέρω τους ήρωές μου χωρίς να το ομολογώ.

Στο «Ρομάντσο» έγραφε γύρω στο 1965 ένας που δεν είχε πάει ούτε ως τον Ποδονίφτη, κι όμως έγραφε τις «περιπέτειες του Μάικ Χιτζ στη ζούγκλα», με θηρία, ελέφαντες, φίδια κλπ. Μου άρεσαν πολύ, αλλά δεν μένει τίποτα αν δουλεύεις έτσι. Ωστόσο η μεγάλη κυρία, η φαντασία μας επεμβαίνει καμιά φορά και ρίχνει εξάρες. Αν τις αναγνωρίσεις, τις εκμεταλλεύεσαι. Στο «Θέατρο της Οικουμένης» υπάρχει μια τέτοια ζαριά: στο «Μουσείο Θανάτου» της Βιέννης δεν πήγα. Αυτό που περιέγραψα όμως έκρινα που είναι στιβαρή μορφή, και το κράτησα.