της Λίνας Μυλωνάκη

ιστορικού κινηματογράφου Δρ. Κινηματογραφικών Σπουδών ΑΠΘ

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ, τεύχος 57, Σεπτέμβριος 2016)

 

 Συναντήσαμε την Élise Jalladeau (Ελίζ Ζαλαντό) ένα καλοκαιρινό πρωινό στο «Ολύμπιον», στην καρδιά του φεστιβάλ. Ψιλόλιγνη φιγούρα με εφηβική εμφάνιση και ευγενικό χαμόγελο, η Γαλλίδα νέα γενική διευθύντρια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης μάς καλοσωρίζει στο γραφείο της, όπου εδώ και λίγους μήνες εργάζεται εντατικά, διαβάζει συστηματικά και ενημερώνεται για τα οργανωτικά και την ιστορία του θεσμού που έχει αναλάβει.

Δηλώνει λάτρης της ομαδικής δουλειάς και επενδύει στη συλλογική προσπάθεια και τη δυναμική της ομάδας συνεργατών που έχει επιλέξει, με σκοπό «να ισχυροποιήσει την αναγνωρισιμότητα του φεστιβάλ και να κάνει τη διαφορά στο διεθνές κινηματογραφικό τοπίο». Οραμά της «ένα ζωντανό φεστιβάλ για 365 μέρες τον χρόνο, που θα επεκτείνει τις δράσεις του στην πόλη και θα αγκαλιάζει όλους τους Θεσσαλονικείς».

Η γενική διευθύντρια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης  μιλά στο Θεσσαλονικέων Πόλις για το όραμα, τη στρατηγική και τις προσδοκίες της ως επικεφαλής του μεγαλύτερου κινηματογραφικού οργανισμού της χώρας. Χαρακτηρίζει το Φεστιβάλ «φεστιβάλ ιδιαίτερα φιλικό και θερμό, σε ανθρώπινη κλίμακα», το οποίο γνωρίζει καλά τόσο ως κινηματογραφική παραγωγός όσο και ως μέλος της διεθνούς κριτικής επιτροπής στην 56η διοργάνωση (2015).

Στον απόηχο του τρομοκρατικού χτυπήματος στη Νίκαια της Γαλλίας, μοιράζεται μαζί μας την εμπειρία της ως παραγωγού ταινιών σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, από την πατρίδα της τη Γαλλία ώς τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες του Καζακστάν και του Ουζμπεκιστάν, όπου έμαθε την αξία της μνήμης και της ταυτότητας. «Αυτές είναι τα κλειδιά του πολιτισμού. Αν δεν βλέπεις τον εαυτό σου στον πολιτισμό που δημιουργείς, τότε δεν γνωρίζεις ούτε ποιος είσαι ούτε πού πηγαίνεις. Αν σκοτώσεις τις τέχνες, αν εξαφανίσεις το σινεμά, τότε τι απομένει; Καμιά ταυτότητα, κανένα ίχνος ― μόνο μίσος», μας λέει, υποστηρίζοντας την ανάγκη για μια πολυπολιτισμική Ευρώπη, που σέβεται τη διαφορετικότητα.

Η ταυτότητα είναι μια έννοια που την απασχολεί έντονα και στο νέο της πόστο στο φεστιβάλ. «Αυτή την περίοδο, η ομάδα μου κι εγώ συζητούμε εκτενώς για την ταυτότητα και τον προσανατολισμό του φεστιβάλ και εργαζόμαστε από κοινού για να παγιώσουμε τις βασικές αρχές του. Αναφέρομαι συχνά στην ταυτότητα, γιατί θεωρώ ότι στην ουσία αυτή είναι το βασικότερο συστατικό για να χτίσουμε το παρόν και το μέλλον του φεστιβάλ», εξηγεί η Ελίζ Ζαλαντό.

Συνέντευξη Τύπου κριτικής επιτροπής Διεθνούς Διαγωνιστικού Τμήματος 56ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου

Σινεφίλ από κούνια (οι γονείς της ίδρυσαν και διηύθυναν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νάντης στη Γαλλία ―το λεγόμενο «Φεστιβάλ των τριών ηπείρων»)― και επιτυχημένη επαγγελματίας στον χώρο της κινηματογραφικής παραγωγής και των οπτικοακουστικών μέσων, η Ζαλαντό τάσσεται υπέρ της πολυσυλλεκτικότητας στην πολιτιστική διαχείριση. Εξάλλου, έχει δοκιμάσει τις δυνάμεις της και στην ελληνική πραγματικότητα από το 2010 ως ακόλουθος οπτικοακουστικών μέσων στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου και ίδρυσε το Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, ενώ διετέλεσε και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (2011-2014).

Από τη θέση της γενικής διευθύντριας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, η Ζαλαντό αντιτίθεται στη συγκέντρωση των εξουσιών σε ένα πρόσωπο, υποστηρίζοντας ότι «σήμερα, όταν όλοι είναι on line, η εποχή των “ανακαλύψεων” μεγάλων δημιουργών στην τέχνη έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί». «Δεν πιστεύω στην προσωποποίηση των φεστιβάλ και στην ταύτισή τους με ένα όνομα. Ο κόσμος σήμερα είναι πολύπλοκος, οπότε όλα γίνονται με ομαδική δουλειά. Δεν ζούμε στα χρόνια του χαρισματικού διεθυντή που μπορεί να “τρέξει” μόνος του ένα ολόκληρο φεστιβάλ ― δεν μπορείς να κάνεις μόνος σου τα πάντα! Αυτή η λογική ανήκε στην προηγούμενη γενιά διευθυντών φεστιβάλ, που συνέδεσαν το όνομά τους με “αποκλειστικότητες” και “ανακαλύψεις” σπουδαίων σκηνοθετών του σινεμά, όπως ο Κιαροστάμι ή ο Χου-Χσιάο Σιέν. Σήμερα κανείς δεν ανακαλύπτει κανέναν, γιατί απλούστατα όλοι οι κινηματογραφιστές σε κάθε γωνιά του πλανήτη είναι ήδη διαθέσιμοι και “ανιχνεύσιμοι” on-line από τα πρώτα τους κιόλας βήματα», σχολιάζει και συστήνει την ομάδα που την πλαισιώνει: τον κριτικό κινηματογράφου και πρώην διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» Ορέστη Ανδρεαδάκη, που ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης· τον κριτικό κινηματογράφου και στέλεχος του Φ.Κ.Θ. Γιώργο Κρασσακόπουλο, που τίθεται επικεφαλής προγράμματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης· τον υπεύθυνο του τμήματος «Ματιές στα Βαλκάνια» Δημήτρη Κερκινό, που αναλαμβάνει επικεφαλής προγράμματος και στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης· την υπεύθυνη της Αγοράς του ΦΚΘ Γιάννα Σαρή, η οποία αναλαμβάνει επίσης σύμβουλος για καινοτόμα προγράμματα και νέες τεχνολογίες.

«Επιθυμώ ειλικρινά να στηριχτώ στην ομάδα που επέλεξα, γι’ αυτό και δεν προτίθεμαι να εμπλακώ στη δουλειά τους ― ο ρόλος μου είναι συντονιστικός. Θεωρώ σημαντικό ο καθένας μας να διαθέτει αρκετό χώρο και οξυγόνο για να δουλέψει, ώστε όλοι μαζί να συνεργαστούμε και να καταρτίσουμε τη νέα στρατηγική του φεστιβάλ», διευκρινίζει.

Το κατάλληλο «μοντάζ»

Η Ελίζ Ζαλαντό ξεχώρισε ανάμεσα στους συνυποψηφίους της για τη θέση της νέας καλλιτεχνικής διεθύντριας του φεστιβάλ «για το ολοκληρωμένο όραμα που παρουσίασε για την ετήσια λειτουργία και την εξέλιξη του φορέα», όπως αναφέρει το σκεπτικό του διοικητικού συμβουλίου του φεστιβάλ που πρότεινε τον διορισμό της. Πώς περιγράφει η ίδια το όραμά της στο τιμόνι του φεστιβάλ; «Σε μια εποχή μεγάλης ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη, πρέπει να προετοιμαστούμε σωστά και να εκμεταλλευτούμε τα δικά μας συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι των “ανταγωνιστών” μας. Τα κινηματογραφικά φεστιβάλ είναι υπόθεση σωστών επιλογών και κατάλληλου “μοντάζ” σε αρκετές παραμέτρους ― επιλογών όσον αφορά την ποιότητα, την αντιπροσωπευτικότητα των ταινιών, τις θεματικές της διοργάνωσης, το ξεχωριστό χρώμα και την ταυτότητα, που τελικά συνθέτουν την “ψυχή” ενός φεστιβάλ.

Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης αποτελεί σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα στο είδος του και διαθέτει ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης, αφού προς το παρόν δεν έχει ανταγωνιστές στην περιοχή. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, γι’ αυτό και φέτος εγκαινιάζουμε για πρώτη φορά διαγωνιστικό τμήμα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, ενισχύοντας τη δυναμική του.

Όσον αφορά το κυρίως φεστιβάλ του Νοεμβρίου, τα πράγματα είναι πιο ανταγωνιστικά και πολύπλοκα. Είμαστε ωστόσο αποφασισμένοι να δουλέψουμε σκληρά, ώστε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης να γίνει το παράθυρο της κινηματογραφικής παραγωγής στην περιοχή μας. Πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στη βαλκανική και τη μεσογειακή ταυτότητα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, γιατί εδώ κρύβεται η δυναμική του και το στοιχείο που εν τέλει το κάνει ξεχωριστό από άλλα κινηματογραφικά φεστιβάλ. Μόνο έτσι θα κάνουμε τη διαφορά και θα καταφέρουμε να βελτιώσουμε την εικόνα του φεστιβάλ, ενισχύοντας όχι μόνο το διεθνές, αλλά και το ελληνικό τμήμα του», καταλήγει.

Τι σημαίνει γι’ αυτήν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης; «Είναι ένα φεστιβάλ ιδιαίτερα φιλικό και θερμό, όπου όλα κυλούν όμορφα και σε ανθρώπινη κλίμακα», λέει. Πώς θα το περιέγραφε σε κάποιον επαγγελματία του χώρου που δεν το έχει επισκεφθεί ποτέ; «Αν μιλούσα σε παραγωγό, θα του έλεγα ότι το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι μια πολύ καλή πλατφόρμα για να προωθήσει την ταινία του στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης, διασφαλίζοντας παράλληλα καλή πρόσβαση στα Μ.Μ.Ε.. Αν μιλούσα σε διανομέα, θα έλεγα ότι το Φεστιβάλ είναι το μοναδικό στην περιοχή όπου μπορεί να παρακολουθήσει τα καλύτερα δείγματα της κινηματογραφικής παραγωγής στην περιοχή και να έχει πρόσβαση στα καλύτερα κινηματογραφικά πρότζεκτ».

IMG_1808_2

Η νέα γενική διευθύντρια του φεστιβάλ έχει πλέον μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη,  «μια πόλη με πολύ ισχυρή την αίσθηση της μνήμης», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει. «Στη Θεσσαλονίκη αναδύονται μνήμες της ιστορίας της, που όμως δεν είναι νοσταλγικές ― είναι ακόμη ζωντανές, αφού τις συναντάς σε κάθε γωνιά της», συνεχίζει. Της αρέσει να περπατά στο λιμάνι και απολαμβάνει το ότι όλα είναι συγκεντρωμένα στο κέντρο της πόλης, όπου συνήθως μετακινείται με ποδήλατο. «Το να μην οδηγώ είναι για μένα η απόλυτη πολυτέλεια. Στον 21ο αιώνα, είναι πρόκληση να βγάλεις τον κόσμο από το αυτοκίνητο και να τον βάλεις να περπατήσει», προσθέτει, επισημαίνοντας το σοβαρό πρόβλημα της Θεσσαλονίκης στις συγκοινωνίες.

Ελληνικό σινεμά παντού μέσω του Festival Scope

Η ενδυνάμωση του ελληνικού τμήματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ανήκει στις προτεραιότητες της νέας διοίκησης, που ανακοίνωσε ήδη μια σειρά από καινούργιες δράσεις με στόχο την αναβάθμιση της παρουσίας των ελληνικών ταινιών. Η Ελίζ Ζαλαντό εξηγεί: «Σχεδιάζουμε την ανάπτυξη μιας σειράς εργαλείων που θα προσφέρει το τμήμα της Αγοράς, ώστε να κάνουμε τις ελληνικές ταινίες προσβάσιμες σε όλους ―κοινό και επαγγελματίες― καθ’ όλη τη διάρκεια του φεστιβάλ. Στόχος μας είναι να εδραιώσουμε μια πλατφόρμα προβολής και προώθησης ειδικά για τον ελληνικό κινηματογράφο διεθνώς, την οποία από τον Νοέμβριο θα ενσωματώσουμε στην ευρύτερη διαδικτυακή πλατφόρμα Festival Scope ― από τα σημαντικότερα εργαλεία για επαγγελματίες παγκοσμίως. Έτσι, όλες οι ελληνικές ταινίες του προγράμματος θα προβάλλονται στο εξής σ’ αυτήν την πλατφόρμα και το κόστος της δράσης θα καλύπτεται από το φεστιβάλ».

Ακόμη, μιλά με θέρμη για τη νέα γενιά Ελλήνων κινηματογραφιστών, αυτό το «παράξενο νέο κύμα» (weird new wave, για τους ξένους κριτικούς), «που χαρακτηρίζεται από έναν πολύ ξεχωριστό τρόπο αφήγησης. Είναι πολύ εύκολο να διακρίνει κανείς το άρωμα του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Βλέπω σ’ αυτές τις ταινίες μια συνέχεια με εκείνες της προηγούμενης γενιάς δημιουργών, όπως είναι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Για μένα υπάρχει ένας τυπικά ελληνικός τρόπος έκφρασης σ’ αυτό το σινεμά. Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια ξεχωριστή εθνική κινηματογραφία, με τη δική της διακριτή κινηματογραφική έκφραση. Βέβαια, ίσως στο παρελθόν ο ελληνικός κινηματογράφος δεν ήταν τόσο δυστοπικός όσο σήμερα, όμως σίγουρα στις σύγχρονες ελληνικές ταινίες υπάρχει κάτι γνώριμο, μια αναγνωρίσιμη ελληνικότητα. Μπορεί να το δεις εύκολα αν είσαι ξένος, ίσως να μην το ξεχωρίζεις τόσο εύκολα αν είσαι Έλληνας», σχολιάζει.

Η ίδια γνωρίζει καλά τις προοπτικές του ελληνικού σινεμά αλλά και τις αδυναμίες του. Μία από αυτές, κατά τη γνώμη της, είναι η έλλειψη καλών σεναρίων, κάτι που είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ποιότητα των παραγωγών και απομάκρυνε τους Έλληνες θεατές από τις αίθουσες. «Όπως συνέβη στη Γαλλία και στην υπόλοιπη Ευρώπη, έτσι και στην Ελλάδα, η απουσία καλών σεναρίων και η απαξίωση του επαγγέλματος του σεναριογράφου είχε να κάνει με τη γενιά σκηνοθετών-σεναριογράφων που επικράτησε κινηματογραφικά κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Δεν υπήρχε κριτήριο επιλογής στα σενάρια, με αποτέλεσμα να γυρίζονται σχεδόν τα πάντα. Και αυτό είναι πραγματικά παράλογο στην Ελλάδα, σε μια χώρα με παράδοση αιώνων στην αφήγηση».

 

Περισσότερες καλές ελληνικές ταινίες

Η Ελίζ Ζαλαντό είναι ενθαρρυντική για τη σημερινή κατάσταση του κινηματογράφου στην Ελλάδα: «Ο τρόπος που γυρίζονται ταινίες έχει αλλάξει. Εκτός από τις κινηματογραφικές σχολές και τα εργαστήρια επεξεργασίας σεναρίων, τα χρηματοδοτικά εργαλεία παραγωγής ταινιών έχουν γίνει πιο εξωστρεφή και στοχευμένα προς τις αγορές. Έτσι, αφενός οι σεναριογράφοι είναι πιο καταρτισμένοι, αφετέρου τα σενάριά τους υφίστανται μεγαλύτερη επεξεργασία στο στάδιο της προπαραγωγής προτού κινηματογραφηθούν.  Παλιότερα δεν υπήρχε η ανάγκη να διακριθεί κανείς. Σήμερα, η νέα γενιά σεναριογράφων και σκηνοθετών βελτιώνεται διαρκώς και αναδεικνύει τη δουλειά της, παρότι κινηματογραφική βιομηχανία στην Ελλάδα δεν υπάρχει. Γι’ αυτό και ελπίζω ότι η άνθηση του σύγχρονου ελληνικού σινεμά θα κρατήσει. Εξάλλου, η αφήγηση δεν θα πεθάνει ποτέ».

Από την εμπειρία της ως κινηματογραφικής παραγωγού, αλλά και τη θητεία της ως μέλους του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, είχε στο παρελθόν επισημάνει την ανάγκη να αξιοποιηθεί το όμορφο φυσικό σκηνικό της χώρας, μέσω φοροαπαλλαγών, για την προσέλκυση ξένων παραγωγών στην Ελλάδα. Εν έτει 2016, πόσα έχουν αλλάξει σ’ αυτόν τον τομέα; «Σήμερα δυστυχώς η κατάσταση είναι ακόμη πιο περίπλοκη, καθώς δεν υπάρχει πολιτιστική πολιτική φοροαπαλλαγών, ούτε συντονισμός στο ζήτημα της παραγωγής ξένων ταινιών στην Ελλάδα. Είμαστε ίσως από τις τελευταίες χώρες στην Ευρώπη όπου δεν υπάρχουν περιφερειακά κινηματογραφικά γραφεία. Ταυτόχρονα, ο νέος κινηματογραφικός νόμος παραμένει στα χαρτιά. Δεν αρκεί να υπάρχει, πρέπει κάποτε και να εφαρμοστεί. Λείπει όμως η πολιτική βούληση. Και είναι πραγματικά κρίμα, διότι παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο κινηματογράφος είναι και βιομηχανία. Στην Ελλάδα μπορούμε να έχουμε έσοδα από το σινεμά και να διατηρήσουμε μια βιώσιμη κινηματογραφική παραγωγή», υποστηρίζει.

«Εύχομαι στο μέλλον να υπάρξουν περισσότερες καλές ταινίες για τον ελληνικό κινηματογράφο, όχι μόνο καλλιτεχνικές αλλά και εμπορικές. Το σινεμά είναι και τέχνη και βιομηχανία. Χρειαζόμαστε καλές ταινίες για να διασκεδάσουμε τους θεατές και να τους ξαναφέρουμε στις αίθουσες. Τα σινεμά δεν είναι απροσπέλαστοι ναοί τέχνης για το κοινό. Ο κινηματογράφος πρέπει να ξαναγίνει ζωντανός», επισημαίνει.

 

Προκλήσεις για το ευρωπαϊκό σινεμά

Ως παραγωγός, η υποστηρίζει την πολιτισμική διαφορετικότητα που προάγει ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος. «Διαφορετικές κουλτούρες σημαίνει διαφορετικές φωνές. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, δεν νοείται ισχυρή τοπική βιομηχανία χωρίς εκπαιδευμένους επαγγελματίες με βαθιά γνώση της παγκόσμιας βιομηχανίας και με ισχυρή διεθνή δικτύωση», παρατηρεί και αναφέρεται στο εργαστήριο συμπαραγωγών “Ties that Bind” μεταξύ Ευρώπης και Ασίας το οποίο συντονίζει, με την υποστήριξη του προγράμματος Creative Media Europe. «Πρόκειται για ένα πρόγραμμα ετήσιας εκπαίδευσης για παραγωγούς από την Ευρώπη και την Ασία, οι οποίοι αναπτύσσουν σχέδια ο ένας στην ήπειρο του άλλου. Από το 2009 υποστηρίξαμε και εκπαιδεύσαμε μια νέα γενιά παραγωγών και σκηνοθετών που ισχυροποίησαν τη θέση τους στο επάγγελμα και διαθέτουν διεθνή δικτύωση. Το να ζητάς από παραγωγούς από τις Φιλιππίνες, την Ινδονησία, την Κορέα ή την Κίνα να ανταλλάσσουν τις γνώσεις τους, να μοιράζονται αμφιβολίες και φόβους με συναδέλφους τους παραγωγούς από την Ιρλανδία, τη Δανία, την Ιταλία ή την Ισπανία δημιουργεί ισχυρούς δεσμούς, που ενδυναμώνουν την τοπική βιομηχανία και, κατ’ επέκταση, την πολιτισμική διαφορετικότητα».

Η Élise Jalladeau στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του San Sebastien, όπου συμμετείχε η ταινία “Huacho” (2009) του Χιλιανού Alejandro Fernández Almendras, σε παραγωγή της ίδιας και του Bruno Bettati © Photo: Montse Castillo

Σε μια εποχή πολιτικών ανακατατάξεων και κρίσης ταυτότητας για την Ευρώπη, ποια είναι για την Ελίζ Ζαλαντό η μεγαλύτερη πρόκληση για την κινηματογραφική παραγωγή; Η απάντηση είναι άμεση και αυθόρμητη: «Η πιο μεγάλη πρόκληση για το ευρωπαϊκό σινεμά είναι η αφήγηση ιστοριών, δηλαδή η ανάπτυξη του σεναρίου. Αν έχεις ένα καλό σενάριο, τότε σίγουρα θα μπορέσεις να εξασφαλίσεις χρηματοδότηση. Δείτε το παράδειγμα του Λάνθιμου και των ταινιών του. Είχαν δυνατά σενάρια, γι’ αυτό βρήκαν τον δρόμο τους».

Πώς απαντά σε εκείνους που δεν βρίσκουν πια ενδιαφέρον στο ευρωπαϊκό σινεμά και στρέφονται στην τηλεόραση, η οποία συχνά δανείζεται κινηματογραφικά στοιχεία στην αφήγηση προκειμένου να κερδίσει έδαφος στο κοινό; Η απάντησή της είναι κατηγορηματική: «Ο κινηματογράφος διαθέτει σαφώς μεγαλύτερη πρωτοτυπία ως μέσο από την τηλεόραση. Είναι μια βιομηχανία πρωτοτύπων, ενώ η τηλεόραση όχι. Στο σινεμά πάντα μπορείς να παίρνεις ρίσκα και να είσαι δημιουργικός. Η τηλεόραση, αντιθέτως, φοβάται την πρωτοτυπία και την πρόκληση, ενώ συχνά γίνεται πολύ συντηρητική και πολιτικά ορθή. Σίγουρα βέβαια υπάρχουν οι πρωτοπόροι της νέας τηλεόρασης, που προσπαθούν να ενσωματώσουν τεχνικές από τον κινηματογράφο, αλλά είναι ακόμη νωρίς για να ξέρουμε τι θα πετύχουν.

«Το πρόβλημα για μένα είναι ότι καμιά τηλεόραση στην Ευρώπη δεν θέλει να επενδύσει πλέον στον κινηματογράφο· αντιθέτως, τα τηλεοπτικά δίκτυα προτιμούν να χρηματοδοτούν αθλητικές εκπομπές και ριάλιτι, που τους αποφέρουν άμεσα και περισσότερα έσοδα. Δυστυχώς, δεν βλέπω πώς μπορούν να πειστούν οι άνθρωποι της τηλεόρασης να επενδύσουν στην κινηματογραφική παραγωγή», συμπληρώνει.

«Να ξανακάνουμε τα σινεμά ζωντανούς χώρους συνάντησης και ψυχαγωγίας»

Η Ελίζ Ζαλαντό αναφέρεται στη σημασία της προώθησης του ευρωπαϊκού κινηματογράφου μέσα από τη δημιουργία καλλιεργημένου κοινού. «Εκτός από το να χτίσουμε καλές ιστορίες, είναι ανάγκη να δημιουργήσουμε θεατές για το σινεμά και να τους εκπαιδεύσουμε κατάλληλα, εξασφαλίζοντας παράλληλα πλατφόρμες για τη διάδοση των ταινιών. Ο κινηματογραφικός κόσμος οφείλει να εγγυηθεί την πρόσβαση του σινεμά στο κοινό. Κάθε θεατής, σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη, πρέπει να έχει τη δυνατότητα να δει μια ταινία».

Η ίδια βλέπει με συγκρατημένη αισιοδοξία την πορεία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. «Δεν είναι όλα άσπρο-μαύρο. Το κινηματογραφικό τοπίο στην Ευρώπη έχει αλλάξει. Υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη κινηματογράφου, που συνυπάρχουν, αν και εκ πρώτης όψεως μοιάζουν αντιφατικά μεταξύ τους», λέει, φέρνοντας το παράδειγμα του γαλλικού σινεμά, όπου, προσθέτει, «υπάρχει ακόμη χώρος για δημιουργικό κινηματογράφο, καθώς και χώρος για καλές εμπορικές ταινίες».

Η χρηματοδότηση των ταινιών είναι, κατά τη γνώμη της, ένα ζήτημα που παραμένει προβληματικό στην ευρωπαϊκή κινηματογραφική παραγωγή. «Η χρηματοδότηση του κινηματογράφου από την τηλεόραση συνεχώς μειώνεται, σε βαθμό που οι περισσότερες ευρωπαϊκές ταινίες γυρίζονται σήμερα κυριολεκτικά από το τίποτε. Η κινηματογραφική αγορά στην Ευρώπη συρρικνώνεται, οι θεατές μεγαλώνουν, η νέα γενιά (16-25 ετών) δεν πηγαίνει πια στον κινηματογράφο. Όλα αυτά αναμένεται να αλλάξουν τον τρόπο που κάνουμε σινεμά στο άμεσο μέλλον. Το σινεμά μπορεί να μην είναι πλέον μια δημοφιλής τέχνη», παρατηρεί.

Πώς βλέπει η Ελίζ Ζαλαντό τις νέες πλατφόρμες θέασης που επιβάλλει ο καταιγιστικός ρυθμός αλλαγών στη σύγχρονη τεχνολογία (on-line παρακολούθηση, διαδικτυακή τηλεόραση, νέα μέσα); «Σαφώς οι τελευταίες εξελίξεις της τεχνολογίας απειλούν τον κινηματογράφο, τουλάχιστον όπως τον γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Όμως πιστεύω ότι το σινεμά θα επιβιώσει με κάθε τρόπο, όπως ακριβώς συνέβη και με το θέατρο, απλούστατα επειδή ο κινηματογράφος αποτελεί ξεχωριστή εμπειρία, που δημιουργεί μοναδικές συνθήκες: Το να ψυχαγωγείσαι και να μοιράζεσαι συναισθήματα με άλλους ανθρώπους σε πραγματικό χρόνο και χώρο.

 

«Η εκπαίδευση είναι στο DNA του φεστιβάλ»

Ποιος είναι ο ρόλος των κινηματογραφικών φεστιβάλ στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει το σινεμά; «Όλοι εμείς που δουλεύουμε στον κινηματογράφο πρέπει να καταβάλλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε το σινεμά να αποτελεί μοναδική εμπειρία για τους θεατές. Είναι ευθύνη μας να αναλάβουμε δράση για να αλλάξουμε την κατάσταση», υποστηρίζει.

Πολύ καλή γνώστης της ευρωπαϊκής κινηματογραφικής αγοράς, αλλά και του ελληνικού οπτικοακουστικού χώρου, η Ελίζ Ζαλαντό θέτει ως προτεραιότητα την εκπαίδευση του κοινού μέσα από το φεστιβάλ. «Οι κινηματογράφοι σήμερα βρίσκονται σε ύπνωση, καθώς το σινεμά απειλείται από νέες τεχνολογίες και τις διαδικτυακές πλατφόρμες θέασης, που έχουν ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του σινεφίλ κοινού. Γι’ αυτό και στα κινηματογραφικά φεστιβάλ είναι πρωταρχική μας αποστολή η εκπαίδευση των θεατών. Πρέπει να δουλέψουμε σκληρά ώστε να ξανακάνουμε τις αίθουσες ζωντανούς χώρους, που θα καλωσορίζουν το κοινό. Τα σινεμά πρέπει να γίνουν τόποι συνάντησης για τους θεατές».

Η Ελίζ Ζαλαντό με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Ανδρεαδάκη προλογίζουν την υπαίθρια προβολή του “Chinatown” στην Α΄προβλήτα στο λιμάνι

Η Ελίζ Ζαλαντό με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης Ορέστη Ανδρεαδάκη προλογίζουν την υπαίθρια προβολή του “Chinatown” στην Α΄προβλήτα στο λιμάνι

Σε ό,τι αφορά το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, η γενική διευθύντριά του υπογραμμίζει την ανάγκη να δοθεί έμφαση στη δημιουργία κοινού. «Χρειάζεται πολιτική προώθησης, κατάλληλο μάρκετινγκ, καθώς και παράλληλες πολιτιστικές δράσεις, ώστε ο κινηματογράφος να γίνει ελκυστικός στους θεατές, προσφέροντας σε ετήσια βάση πολλά περισσότερα από προβολές ταινιών. Θέλουμε ένα ζωντανό φεστιβάλ για 365 μέρες τον χρόνο. Ένα φεστιβάλ για όλους τους Θεσσαλονικείς και όχι ένα φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης» οραματίζεται η Ελίζ Ζαλαντό για το μέλλον του θεσμού και βρίσκεται ήδη σε συζητήσεις συνεργασίας με φορείς της πόλης.

Εγγενές στοιχείο της ταυτότητας του φεστιβάλ είναι για εκείνη το ζήτημα της κινηματογραφικής εκπαίδευσης. «Δεν πρέπει να προδώσουμε την κληρονομιά του φεστιβάλ, που ήταν εξαρχής και παιδευτική. Αποστολή μας είναι να καλλιεργήσουμε κινηματογραφική συνείδηση στους θεατές. Η εκπαίδευση είναι στο DNA του φεστιβάλ», σημειώνει, και αναφέρεται στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα  Euforia, όπου συμμετέχει το φεστιβάλ, με εταίρους την Κινηματογραφική Σχολή του Lodz (Πολωνία) και το Εθνικό Κινηματογραφικό Αρχείο της Βουδαπέστης (Ουγγαρία), με απώτερο στόχο την ανάδειξη της κινηματογραφικής παιδείας στην εκπαίδευση και την αξιοποίηση του σινεμά ως εκπαιδευτικού εργαλείου. «Δημιουργούμε εκπαιδευτικά πακέτα σχετικά με ζητήματα κινηματογραφικής γλώσσας και αφήγησης, τα οποία θα διατίθενται στους 15.000 μαθητές που επισκέπτονται κάθε χρόνο το Μουσείο Κινηματογράφου, αλλά και σε εκπαιδευτικούς στα σχολεία, προκειμένου να χρησιμοποιούνται και σε εκπαιδευτικές δομές εκτός φεστιβάλ οπουδήποτε στην Ελλάδα», εξηγεί.

Ποια είναι η σχέση του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με το Τμήμα Κινηματογράφου του Α.Π.Θ., τη μοναδική πανεπιστημιακή κινηματογραφική σχολή στην Ελλάδα; «Το Πανεπιστήμιο και το φεστιβάλ συμπλέουν όσον αφορά την αναζήτηση ευκαιριών, πρωτοβουλιών και δράσεων με στόχο την κινηματογραφική εκπαίδευση», αναφέρει η Ελίζ Ζαλαντό. «Το φεστιβάλ αγκαλιάζει όχι μόνο το Τμήμα Κινηματογράφου αλλά και όλη την πανεπιστημιακή κοινότητα, επιδιώκοντας να δώσει κίνητρα σε φοιτητές και εκπαιδευτικούς και να επιτύχει την ενεργό συμμετοχή τους σε διάφορα επίπεδα (σκηνοθεσία, παραγωγή, κινηματογραφική κριτική κ.ά.). Άλλωστε, η εκπαίδευση δεν είναι έννοια παθητική. Το φεστιβάλ αποτελεί κοινό πολιτισμικό αγαθό, όμως ταυτόχρονα και τεράστια ευκαιρία για το Πανεπιστήμιο, που πρέπει να συναισθανθεί την αξία του και να το χρησιμοποιήσει ως εκπαιδευτικό εργαλείο. Το φεστιβάλ ανήκει στην πόλη και εμείς υποστηρίζουμε με όλες μας τις δυνάμεις αυτή την προοπτική» καταλήγει.