Σοφία Καρακώστα | ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ τεύχος 66

 

Όταν λοιπόν εγώ ήμουν μικρή, κανείς δεν ήξερε τι είναι το  bullying. Μήπως αυτό σημαίνει τελικά ότι τότε δεν υπήρχε;

Τότε, τον φιλάσθενο μαθητή τον φώναζαν «αρρωστιάρη», αυτόν που δεν έπαιζε καλό ποδόσφαιρο το έλεγαν «στραβοπόδη» και αυτόν που μιλούσε σαν κορίτσι τον έλεγαν «λουλού». Αλλά αυτά γίνονταν μεταξύ των αγοριών. Εγώ ήμουν κορίτσι. Δεν με αφορούσαν.

Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια… και την ευτραφή συμμαθήτρια την έλεγαν «βαρέλι» και αυτήν με τα γυαλιά «πατομπούκαλη». Εγώ όμως πάλι ήμουν αδυνατούλα και δεν φορούσα και γυαλιά, οπότε δεν πολυέδινα σημασία.

Βεβαία, και τον υπερκινητικό μαθητή που δεν «στρώνονταν  να διαβάσει» τον έλεγαν  «ντουβάρι» και τον δυσλεκτικό που διάβαζε αργά τον έλεγαν «βραδύγλωσσο». Αλλά εγώ πάλι, ήμουν καλή μαθήτρια. Δεν με άγγιζαν όλα αυτά.

Την πρώτη χρονιά που τα γυμνάσια – λύκεια έγιναν μεικτά, αναγκάστηκα να αφήσω το σχολείο που φοιτούσα και να πάρω μεταγραφή για το πιο κοντινό μου λύκειο, που μέχρι τότε ήταν αρρένων. Δεν ήμουν ιδιαίτερα χαρούμενη καθώς άφηνα πίσω μου αγαπημένες συμμαθήτριες, αλλά το γεγονός ότι το νέο σχολείο ήταν σχεδόν δίπλα στο σπίτι μου και χρειαζόμουν όλο και όλο τρία λεπτά για να βρεθώ από την πόρτα μου στον αυλόγυρό του μου έδινε μια παρηγοριά.

«Έχει το όνομα δύσκολου σχολείου», έλεγε σκεφτικά μια βδομάδα πριν τον Αγιασμό η μοναδική συμμαθήτρια, γειτονοπούλα και φίλη που πήρε και αυτή μεταγραφή και που αποφασίσαμε να γίνουμε η μια αποκούμπι της άλλης στη νέα μας αυτή μετάβαση.

«Έλα μωρέ, καλές μαθήτριες είμαστε, τι έχουμε να φοβηθούμε» την αντέκρουσα εγώ, περισσότερο για να πείσω τον εαυτό μου, ότι αυτή η αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος δεν θα έπρεπε να μας φοβίζει.

Γιατί ένας φόβος, όσο να’ ναι, υπήρχε… Πώς θα μας έβλεπαν τα αγόρια; Ήμασταν μονάχα 27 κορίτσια αυτά τις πρώτης χρονιάς. Και δεν ήμασταν και αθλητικές, ενώ το σχολείο είχε ονομαστή ομάδα μπάσκετ. Μήπως θα μας κορόιδευαν; Και δεν ήμασταν και της θετικής κατεύθυνσης, στην οποία ανήκε η πλειονότητα των μαθητών του νέου σχολείου, με επιτυχίες στο πολυτεχνείο και την ιατρική. Μήπως θα μας υποτιμούσαν; Και ούτε πολιτικοποιημένες ήμασταν, σε αντίθεση με τα παιδιά του νέου σχολείου που ακούγονταν ότι ανήκαν σε μαθητικές οργανώσεις «όλου του προοδευτικού χώρου».

Η μέρα του Αγιασμού, η πρώτη μέρα που περάσαμε το κατώφλι του νέου μας σχολειού κύλησε ήρεμα. Ήμασταν βέβαια και οι 27 μαζεμένες σε ένα χώρο ξεχωρισμένο, σχεδόν σε απόσταση από την παράταξη όλου του υπόλοιπου σχολείου. Και αν δεν είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει, ίσως και να μην είχα παρατηρήσει ότι μας ζητήθηκε να μπούμε στις τάξεις  μετά τον παπά, τους καθηγητές και τους άρρενες συμμαθητές μας, που μας κοίταζαν και κρυφογελούσαν.

Ούτε και την επόμενη ημέρα, το ότι μας άφησαν να καθίσουμε στα πιο απομακρυσμένα θρανία στο βάθος της τάξης μου φάνηκε περίεργο. Έτσι κι αλλιώς στα τελευταία θρανία κάθονταν οι πιο άτακτοι άρα και οι πιο ενδιαφέροντες – όπως μας φαίνονταν τότε- συμμαθητές, ενώ στα πρώτα οι απουσιολόγοι και τα «φυτά». Ποιος ήθελε να κάτσει μαζί τους;

Τα πρώτα δείγματα μιας χρονιάς δύσκολης για εμάς τις νεοφερμένες δεν άργησαν να φανούν. Αφορμή η πρώτη σχολική εκδρομή, ακόμη μέσα στον κατακαλόκαιρο, στην παραλία της Θεσσαλονίκης, που τότε ήταν όλη παλιά.

Με τις μαθητικές μας τσάντες φορτωμένες, καθώς το σχολείο είχε την συνήθεια να διώχνει τους μαθητές απευθείας στα σπίτια τους από τον χώρο της εκδρομής, οι τρεις μοναχικές θηλυκές υπάρξεις του Α2 καθόμασταν  στο παγκάκι και κοιτούσαμε αμήχανα τους συμμαθητές μας που κάνανε πηγαδάκια δίπλα μας, αστειεύονταν και γελούσαν, με μια προφανή διάθεση να σπάσουν τον μεταξύ μας πάγο. Να ήταν η θάλασσα που δημιουργεί ένα αίσθημα ελευθερίας; Να ήταν που την ανασφάλεια σου θέλεις να την πάρεις μακριά και να την κρύψεις; Όποιος και να ήταν ο λόγος, οι τρεις συμμαθήτριες αποφασίσαμε να κάνουμε μια βόλτα στο κράσπεδο δίπλα στο νερό. Περπατήσαμε, χαλαρώσαμε, γελάσαμε, μιλήσαμε λίγο και για τους νέους μας συμμαθητές («καλούλης μωρέ φαίνεται εκείνος…»)  και ανακαλύψουμε όταν επιστρέψαμε μετά από καμιά ώρα, ότι όλοι είχαν φύγει. Η εκδρομή είχε λήξει. Οι τσάντες μας ήταν εκεί, παρατημένες στο παγκάκι. Μόνο αυτές έμειναν να μας περιμένουν.

«Καλά έφυγαν έτσι και μας παράτησαν;» ρώτησε αφελώς η γειτονοπούλα.

«Λέτε να ανησύχησαν;» αναρωτήθηκα ως συναισθηματικό κουτορνίθι εγώ.

«Την τσιμπήσαμε την απουσία» αποφάνθηκε η πιο ξύπνια των τριών.

Την άλλη μέρα αποδείχτηκε, μετά από έναν μακροσκελή και πύρινο λόγο εκ της διευθύνσεως, που κατακεραύνωνε την ανυπακοή και την απειθαρχία, ότι εκτός από απουσία τσιμπήσαμε και μονοήμερη αποβολή. Δεν μας άφησαν να απολογηθούμε, δεν μας ρώτησαν καν μήπως κάτι μας συνέβη. Απλά μας ανακοίνωσαν ότι αποβληθήκαμε «για να γίνει σαφές ότι το σχολείο έχει κανόνες». Και αυτό, ήταν μόνο η αρχή από μια μακριά σειρά από προσβολές, ειρωνείες, λεκτική υποτίμηση  και αποβολές που κράτησε όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Και έτσι ο εκφοβισμός, το bullying όπως έμαθα να το λέω αργότερα,  μπήκε για τα καλά στην σχολική ζωή μας. Όχι από τους συμμαθητές μας, όπως ίσως φοβόμασταν, αλλά από τους καθηγητές. Όχι επειδή δεν ήμασταν αθλητικές, πολιτικοποιημένες ή «του πρακτικού», αλλά επειδή ήμασταν αυτό που απέκλινε από την κανονικότητα τους, από αυτό που ήξεραν να διαχειριστούν. Όχι εύσωμες ή αδύνατες, κοντές ή ψηλές, σχολικές ιδιοφυΐες ή αδιάφορες για τα μαθήματα. Απλά κορίτσια. Που όμως δεν τα ήθελαν σε ‘κείνο το σχολείο..

Ο καιρός περνούσε και καθώς η δράση γεννά αντίδραση, το αποτέλεσμα ήταν οι συμπεριφορές εκατέρωθεν, να γίνονται ολοένα και πιο προκλητικές, οδηγώντας καθηγητές και μαθήτριες σε συγκρούσεις, χωρίς προφανείς λόγους. (Μου κόστισε μια δεύτερη αποβολή το ότι βοήθησα συμμαθητή να γράψει τις ασκήσεις του στα γαλλικά, ποιά, εγώ, που επέλεξα, εφόσον ο κανονισμός μου έδινε το δικαίωμα, να εξαιρεθώ από το μάθημα των Γαλλικών στο σχολείο, καθώς προερχόμουν από αγγλομαθές γυμνάσιο, είχα όμως την προσωπική…ατυχία να γνωρίζω αρκετά καλά Γαλλικά καθώς έκανα μαθήματα εκτός σχολείου). Όσο για τους βαθμούς των καλών μαθητριών.. Αυτοί κινούνταν πια σε τροχιά αντίθετη από εκείνη των εκούσιων απουσιών τους. Όσο έπεφταν οι μεν τόσο αυξάνονταν οι δε.

Μοναδική ακτίνα σχολικής χαράς τη χρονιά εκείνη τελικά, τα αγόρια συμμαθητές μας. Που όχι μόνο δεν μας κορόιδεψαν και δεν μας υποτίμησαν, αλλά  μας αποδέχτηκαν με αγάπη και έδειξαν αμέσως τη φιλία τους,  την αλληλεγγύη και τη συμπαράστασή τους. Φτάσανε μάλιστα στο σημείο να μας υπερασπίζονται ανοιχτά, να στέκονται στο πλάι μας σε οποιαδήποτε άδικη συμπεριφορά, να μας στηρίζουν «υψώνοντας» το ανάστημά τους,  ζητώντας από τους καθηγητές το «δίκιο» μας.  Έγιναν οι φύλακες άγγελοι μας, έμαθαν να μας χαλαρώνουν και να μας διασκεδάζουν στα δύσκολα («χτυπάμε ένα μπουρλοτάκι μετά το σχολείο; Τι δεν ξέρετε να παίζετε μπουρλότο; Κι εμάς τι μας έχετε εδώ, εμείς θα σας μάθουμε»), γίνανε ο λόγος  που αισθανόμασταν ανθρώπινα σ’ ένα εχθρικό περιβάλλον.   Και φυσικά ήταν και οι μόνοι που λυπηθήκαν όταν την επόμενη χρονιά τόσο εγώ όσο και η γειτονοπούλα, και κάποιες άλλες συμμαθήτριες, κινήσαμε γη και ουρανό για να αλλάξουμε σχολείο. Και αυτοί ήταν ο μοναδικός λόγος της δικής μας λύπης, όταν τελικά το πετύχαμε.

Ας μην γελιόμαστε. Το bullying υπήρχε πάντα. Μπορεί να προέλθει από κει που δεν το περιμένεις. Και θύμα του μπορεί να γίνει ο καθένας, χωρίς διάκριση, χωρίς προφανή λόγο ή αιτία.

Το μόνο θετικό είναι ότι το  bulling μπορεί να γεννήσει και  αντιbullying συμπεριφορές. Ένας μόνο αν σταθεί με αλληλεγγύη δίπλα σ’ ένα θύμα του bullying,  αρκεί να κάνει τη διαφορά. Ένας μόνο, που θα δείξει ότι το θέμα τον αφορά και τον αγγίζει. Στα επόμενα χρόνια, το σχολείο φυσικά έγινε μεικτό με τα όλα του. Και έβγαλε μαθητριάρες που πρώτευσαν «στις τέχνες και τα γράμματα» και που το έκανα περήφανο. Και οι καθηγητές άλλαξαν.  Και λίγοι πια θυμούνται αυτή την ιστορία.  Εμείς, συναντιόμαστε σταθερά κάθε καλοκαίρι. Μια παρέα αρκετών ανδρών και πολύ λίγων γυναικών. Συζητούμε, γελούμε και θυμόμαστε.  Όταν χωρίζουμε η επωδός είναι μία: «Να βρεθούμε να παίξουμε κανένα μπουρλοτάκι».