του Χρίστου Ζαφείρη
δημοσιογράφου – συγγραφέα

Φωτογραφία: Πάρις Πετρίδης

Η ταινία Μάμα μία, που γυρίστηκε στις όμορφες Σποράδες, θάμπωσε τους ανά τον κόσμο  εραστές όμορφων τόπων, με αποτέλεσμα να φρακάρουν και φέτος η Σκόπελος και η Σκιάθος από ξένους τουρίστες. Η ταινία Δύο πρόσωπα του  Ιανουαρίου, με πολλές σκηνές στην Ακρόπολη και την Κρήτη, άνοιξε την όρεξη σε πολλούς θεατές να δουν συναρπαστικά μέρη της Κρήτης και τον Παρθενώνα από μέσα. Τα δύο πρόσφατα παραδείγματα διεθνών ταινιών δείχνουν πόσο καίρια διαφήμιση για τη χώρα μας στο παγκόσμιο τουριστικό κοινό κάνει ο διεθνής κινηματογράφος. Αλλά αυτή η σπουδαία έμμεση καμπάνια προβολής της πολιτιστικής Ελλάδας σκόνταφτε στην παλιά νοοτροπία των κρατικών αρχαιολογικών φορέων να μη χορηγούν άδειες γυρίσματος ταινιών σε σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους. Τελευταία, αυτή η στάση διαφοροποιήθηκε κάπως, αλλά παραμένουν οι αλλοτινές αγκυλώσεις.

Γενικά, έχουμε μια χώρα όπου η πολιτιστική ιστορία της, η μυθολογία και οι διάσημοι αρχαιολογικοί χώροι της, που θα μπορούσαν να προσελκύσουν εκατομμύρια τουρίστες και να κάνουν την Ελλάδα ανταγωνιστική με άλλες προηγμένες χώρες πολιτιστικού τουρισμού, δεν αξιοποιούνται επαρκώς. Οι δράσεις  και το προσωπικό των αρμόδιων φορέων, οι  επικοινωνιακές στρατηγικές και το εύρος των πολιτιστικών προϊόντων, έχουν μένει σε τακτικές και προγραμματισμούς πριν από πενήντα χρόνια.

Αυτήν τη στιγμή υπάρχει μια αναχρονιστική νομοθεσία και νοοτροπία που διέπει τους μηχανισμούς των αρμόδιων υπουργείων Πολιτισμού και Τουρισμού σχετικά με τη διαχείριση του πολιτιστικού τουρισμού, που κατ’ αυτούς περιορίζεται σχεδόν μόνο σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους. Αλλά και εκει οι επιλογές δεν έχουν καμιά σχέση με σύγχρονες μεθόδους διαχείρισης και προβολής τους με στόχο την αύξηση τουριστών, τη διεύρυνση προϊόντων και προπαντός την ένταξή της όλης διαχείρισης στη διαδικτυακή εποχή. Οι κακοσυντηρημένοι αρχαιολογικοί χώροι και η έλλειψη βασικών υποδομών ενημέρωσης και εξυπηρέτησης κοινού προκαλούν άσχημες εντυπώσεις στους επισκέπτες.

Αποτέλεσμα όλων αυτών των θεσμικών καθυστερήσεων και αγκυλώσεων είναι η συρρίκνωση εισιτηρίων και προϊόντων, και η απαξίωσή τους από το εν δυνάμει διεθνές κοινό που δεν γνωρίζει τους χώρους αυτούς μέσα από το ιντερνετικό στίγμα τους. Αλλά και όταν τους επισκεφτεί, απογοητεύεται.

Τι χρειάζεται, λοιπόν; Αλλαγή σε όλα. Οι αρχαιολόγοι να περιοριστούν στα επιστημονικά τους καθήκοντα και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς και να αφήσουν τη διοίκηση και προβολή στους ειδικούς πολιτιστικούς μάναντζερ, όπως το εφαρμόζουν εδώ και δεκαετίες με επιτυχία στην προβολή του πολιτιστικού προϊόντος τους οι «κουτόφραγκοι». Γι’ αυτό  οι τουριστικές μητροπόλεις, η Ρώμη, το Παρίσι, το Λονδίνο, προσελκύουν άπειρους τουρίστες, χωρίς να παρέχουν συγκριτικά σημαντικότερα πολιτιστικά προϊόντα από την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη. Αυτοί θα προτείνουν τον χάρτη του πολιτιστικού τουρισμού στη χώρα μας, που έχει πολλά επιμέρους δίκτυα (θεματικά φεστιβάλ, τοπική κουλτούρα, μοναστηριακός τουρισμός, αρχαίοι και βυζαντινοί περίπατοι, ενιάλιες αρχαιότητες και αρχαιολογικές ανασκαφές, παραδοσιακοί οικισμοί, δίκτυα διάσημων προσωπικοτήτων της αρχαιότητας (Μέγας Αλέξανδρος, Αριστοτέλης, Δημόκριτος), βυζαντινές “πρωτεύουσες”,  ξεναγήσεις πόλεων  κτλ.). Αυτοί, οι επιτροπές ειδικών, θα ιεραρχήσουν τις δυνατότητες αξιοποίησης των πολιτιστικών πυρήνων και θα αναλάβουν την οργάνωση και τη διεθνή διαφήμιση με επαγγελματικά κριτήρια και με βάση τη διεθνή εμπειρία μέσα από το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Δεν λέω, προς Θεού, να ισοπεδωθούν οι αρμοδιότητες των αρχαιολογικών υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού, που έχουν σπουδαία συμβολή και σοβαρό ρόλο στη διαχρονική    διαχείριση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Αλλά δεν μπορούν ακόμη να ποδηγετούν, σχεδόν αποκλειστικά, τις πολιτικές και σύγχρονες επιλογές σε θέματα πολιτιστικής τουριστικής πολιτικής. Οι καιροί άλλαξαν και απαιτούν σύγχρονους διαχειριστές.

Πριν από δύο χρόνια, ο Σύνδεσμος Τουριστικών Επιχειρήσεων Ελλάδας είχε υποβάλει στο υπουργείο Πολιτισμού μια επιστημονική μελέτη με αξιόλογες προτάσεις για την αξιοποίηση και την αναδιοργάνωση των τουριστικών χώρων και μουσείων. Δεν εκδηλώθηκε κάποια θετική αντίδραση ή έστω ένας εποικοδομητικός διάλογος στις προτάσεις. Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο. Ούτε είναι σίγουρο, με αυτές τις συνθήκες που βίωσαν στους πολιτιστικούς προορισμούς, ότι τα μιλιούνια των φετινών επισκεπτών θα μας ξανάρθουν και του χρόνου.