Η ενδοσκόπηση, άλλοτε εξ ανάγκης λόγω κρίσης και άλλοτε από μακρόχρονη συνήθεια, δεν έχει επιτρέψει να αναπτυχθεί ένας διάλογος για τον νέο ρόλο των πόλεων στο διεθνές περιβάλλον.  αι ο ρόλος αυτός έχει μεταβληθεί τόσο καθοριστικά που η μοίρα όποιας πόλης δεν φροντίσει να προσαρμοστεί είναι να παρακμάσει.

Αυτό βεβαίως ισχύει κυρίως για την ελληνική περίπτωση, όπου ο συγκεντρωτικός τρόπος με τον οποίο λειτούργησε και λειτουργεί το ελληνικό κράτος υπονομεύει συνειδητά πλέον την ανάπτυξη της χώρας.

‘ο στοιχείο που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο σ’ αυτήν τη μεταβολή είναι η οικονομία. Μια σύντομη ματιά στην ιστορία οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα πως οι πόλεις που αναπτύχθηκαν ήταν σε κατάλληλες γεωγραφικές θέσεις ή προσαρμόστηκαν αναλόγως στην κυρίαρχη μορφή οικονομικής δραστηριότητας.

Η αρχαία Αθήνα και η —ώμη, οι πόλεις της Χανσεατικής Ένωσης, η Γένοβα, η Βενετία, η Βαγδάτη, το  άιρο, η  ωνσταντινούπολη, όλες τους ήταν στο σταυροδρόμι στρατηγικών δυναμικών της εποχής τους.

’πάρχει όμως μια διαφορά του τότε με το σήμερα: οι πόλεις, και ο κόσμος ολόκληρος, συνδέονται πλέον με πολλαπλά και πολύπλοκα δίκτυα, και αυτό είναι το στοιχείο που επαναπροσδιορίζει τον ρόλο και των πόλεων και των κρατών.

Οι νέες παγκόσμιες πόλεις δεν είναι κατ’ ανάγκην οι ίδιες με τις πάλαι ποτέ βιομηχανικές  που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην εποχή τους.

Οι σημερινές συσσωρεύουν τεράστιες συγκεντρώσεις οικονομικής εξουσίας, ενώ οι πόλεις που κάποτε αποτελούσαν τα κύρια βιομηχανικά κέντρα υφίστανται έντονη υποβάθμιση.

Αναδύεται λοιπόν και πάλι η πόλη ως βασική μονάδα του διεθνούς συστήματος, και η ανάδυση αυτή αποδιαρθρώνει τα εθνικά κράτη όπως τα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.

Οι κρατικές μορφές εξυπηρέτησαν και αυτές, στην ιστορική διαδρομή τους, τις επιταγές της οικονομίας. ‘ο εθνικό κράτος αποτελούσε αναγκαιότητα της καπιταλιστικής εποχής ή, καλύτερα, της βιομηχανικής εκδοχής του καπιταλισμού. Η σημερινή χρηματοοικονική κυριαρχία ασφυκτιά στα εθνικά πλαίσια και απαιτεί ανοικτό παγκόσμιο χώρο.

Όλος ο κόσμος διαμορφώνεται σιγά σιγά, αλλά σταθερά, σε ένα παγκόσμιο δίκτυο, στο οποίο οι κόμβοι δεν θα είναι τα εθνικά κράτη. Θα είναι οι πόλεις, οι μεγάλες επιχειρήσεις και άλλες συσσωματώσεις_ πάντως, ο ρόλος των εθνικών κρατών απομειώνεται.

Δεν βιώνουμε βεβαίως το τέλος των κρατών αλλά τη συνύπαρξη του εθνικού με το υποεθνικό (πόλεις, επιχειρήσεις, άλλοι θεσμοί) αλλά και το υπερεθνικό. Οι παγκόσμιες πόλεις εμφανίζονται ως καταλύτες, ως κομβικά σημεία για τη διείσδυση των παγκόσμιων δυναμικών στην εθνική κλίμακα.

Διαδραματίζουν έναν διασυνοριακό ρόλο και συγκεντρώνουν όχι μόνο τις έδρες διεθνών επιχειρήσεων αλλά και πολλαπλής φύσεως εργαζομένους και λοιπό πληθυσμό. Μέσα σ’ αυτές επαναπροσδιορίζονται μακροχρόνιες ανθρώπινες σταθερές και αναζητούνται νέες και πολλαπλής φύσεως ταυτότητες και κουλτούρες. Διαμορφώνεται μια νέα αντίληψη και επαναπροσδιορίζεται η έννοια του πολίτη.

Μέχρι στιγμής, οι παγκόσμιες πόλεις είναι περίπου σαράντα ― και φυσικά σ’ αυτές δεν περιλαμβάνεται καμιά ελληνική.

Αν μια πόλη συγκεντρώνει, στην ευρύτερη περιοχή μας, κάποιες προϋποθέσεις να διαδραματίσει τον ρόλο παγκόσμιας πόλης ή να τείνει προς αυτόν, δεν είναι η Αθήνα αλλά η  ωνσταντινούπολη.

Η Θεσσαλονίκη λοιπόν βρίσκεται μεταξύ δύο πόλων, της Αθήνας και της  ωνσταντινούπολης, και μάλλον θα επηρεαστεί περισσότερο από τη δυναμική που ενδεχομένως αναπτύξει η δεύτερη, όσο ο ρόλος των εθνικών κρατών εξασθενεί.

Η μακρά πείρα από τη λειτουργία της ελληνικής πολιτείας δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για την εκδήλωση κεντρικού ενδιαφέροντος σχετικά με το μέλλον της Θεσσαλονίκης. Η κατάργηση και η μη επαναλειτουργία θεσμών που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας και της κοινωνίας μιας πόλης επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Η ελληνική πολιτική τάξη δεν φαίνεται να έχει υποψιαστεί τις μεταβολές που συντελούνται και εξακολουθεί να λειτουργεί με την αντίληψη του κυρίαρχου συγκεντρωτικού κράτους.

Η υποβάθμιση όμως της Θεσσαλονίκης και άλλων μικρότερων πόλεων, οι οποίες θα μπορούσαν να διαδραματίσουν συμπληρωματικό ρόλο σε μια αντίληψη διαμόρφωσης μητροπολιτικών κέντρων, υπονομεύει την ανάπτυξη ολόκληρης της χώρας. Για λόγους που μπορούν να ερμηνευτούν με μια σύντομη ιστορική αναδρομή, η ελληνική παρακμή έχει κέντρο της την πρωτεύουσα. Οποιαδήποτε νέα δυναμική προϋποθέτει ενδιαφέρον για την ελληνική περιφέρεια, η οποία μπορεί να πυροδοτήσει τις εξελίξεις και να ταρακουνήσει και την πρωτεύουσα από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει.

αι όσο αυτό δεν γίνεται από τις κεντρικές κυβερνήσεις, θα πρέπει να αναλάβουν πρωτοβουλίες οι ιθύνουσες τάξεις της Θεσσαλονίκης.

Δυστυχώς, η εικόνα της πόλης δεν δικαιολογεί το καλό της ―ακόμη― όνομα. ‘όσο η δημόσια εμφάνιση όσο και η ουσία των διαδικασιών που συγκροτούν αυτό που λέμε αστική (με την έννοια του άστεως) κοινωνία, πρέπει να αποτελέσει μέλημα όλων των πολιτών της. Για να υπάρξουν συγκλίσεις, χρειάζεται ένας δημόσιος, ειλικρινής και σε βάθος διάλογος. Ας τον αρχίσουμε λοιπόν, γιατί η αδυναμία προσαρμογής θα παρατείνει την παρακμή.