ΤΑΣΟΣ ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ

του Σταύρου Ανδρεάδη

Ξεφυλλίζοντας κάποια παλιά ξεχασμένα βιβλία, έπεσα πάνω στα δύο αυτά κείμενα του Τάσου Χριστίδη που, μαζί με άλλα παρόμοια, περιλαμβάνονται σε ένα μικρό βιβλιαράκι του 1999 με τίτλο «Γλώσσα, πολιτική, πολιτισμός»,
από τις εκδόσεις «Πόλις».

Αναφέρονται σε δύο εμβληματικές προσωπικότητες της πόλης μας, μα και της Ελλάδας ολόκληρης, τον Μανόλη Ανδρόνικο και τον Δημήτρη Μαρωνίτη.

Ο Τάσος, που τους έζησε και τους δύο από πολύ κοντά, τους σκιαγραφεί με τον δικό του μοναδικό τρόπο, με τρυφερότητα, χιούμορ αλλά και σαρκασμό. Η ανεπιτήδευτη αλλά συνάμα βαθυστόχαστη και περίτεχνη γραφή
του είναι μία αληθινή απόλαυση για τον αναγνώστη, που τον μεταφέρει σε εποχές και ήθη που φαίνεται σήμερα να έχουν ξεχαστεί μέσα σε αυτή τη λαίλαπα της πνευματικής  ερήμωσης που ζούμε.

Τάσο, πέρασαν κιόλας 14 χρόνια που λείπεις. Θα θυμάμαι πάντα τα γελαστά σου μάτια…

Δ . Ν . Μ α ρ ω ν ί τ η ς      

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗΣΜε τον Μαρωνίτη με συνδέει μια πρώιμη οφειλή. Και οι πρώιμες οφειλές είναι οι πιο δύσκολες στην αποπληρωμή.
Συναντηθήκαμε το 1965, υφηγητής εκείνος, δευτεροετής φοιτητής εγώ, στο φροντιστήριό του με θέμα τον νόστο στις παρομοιώσεις της Οδύσσειας. Η συνάντηση αυτή με κίνησε, με “συγκίνησε” ― κι αυτό του το οφείλω δια βίου.

Μετά κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Δικτατορία ―κι ό,τι γενναίο σήμανε αυτή η περίοδος για τον Μαρωνίτη―, μεταπολίτευση. Μαλώσαμε και φιλιώσαμε στο διάστημα αυτό, φιλιώσαμε και μαλώσαμε. Δεν γίνεται κι αλλιώς με τον Μίμη.

Ξαναβρεθήκαμε με αφορμή την εκπομπή «Βαβυλωνία» και, οριστικότερα, με τη δημιουργία του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.

Σκεφτόμουν ποια θα ήταν η καταλληλότερη λέξη που θα μπορούσε―έστω και βιασμένη στην τρέχουσα σημασία της― να περιγράψει τον Μαρωνίτη, χωρίς να τον αποστειρώσει ― εν ονόματι του δικαίου επαίνου― από την παθολογία του και κυρίως από τις δημιουργικές όψεις της.

Η μόνη λέξη που βρήκα είναι η λέξη αφόρητος.

Ο Μαρωνίτης είναι ένας αφόρητος άνθρωπος. Αιωρείται ―σε μια σχεδόν μόνιμη κατάσταση “ιλίγγου”― μεταξύ ανοδικής υπεροψίας και καθοδικής αυτοψίας.

Η πρώτη είναι δική του διατύπωση και η δεύτερη θα μπορούσε να είναι δική του, αλλά τον πρόλαβα σε μια πρόσφατη κουβέντα μας ― και μάλλον δεν μου το συγχώρησε. Γιατί δεν μου το συγχώρησε; Μα γιατί τα θέλει όλα δικά του και, ταυτόχρονα, βασανίζεται ―κυριολεκτικά― από την υπόγεια, εναγώνια απορία: τα αξίζω; ή, με τη δική του τριτοπρόσωπη διατύπωση, τα αξίζει; υπάρχει; Πρώτο και τρίτο πρόσωπο, άνοδος και κάθοδος, υπόγειο και ρετιρέ, ξεφάντωμα και απόγνωση, φως και σκοτάδι, όλα και τίποτε.

Η βασανιστική αυτή δίνη ορίζει τη σχέση του Μαρωνίτη με τους ανθρώπους και τα πράγματα, και την αγωνιώδη πορεία του για την κατάκτηση μιας έκφρασης―επιστημονικής και άλλης― που αρνείται να υποτάξει―και να αρνηθεί― αυτή την υπόκωφη βοή, στο όνομα μιας πλαστής, επιφανειακής γαλήνης. Μια έκφραση αμαρτωλή και ενάρετη μαζί, που αγωνίζεται να αναστήσει τον σωματικό, υγρό ιστό της γλώσσας, να μιλήσει σωματικά για το πνεύμα και πνευματικά για την αίσθηση, να μοιράσει και να διαπλέξει ισόποσα τα ύψη και τα σκοτεινά έγκατα, τη ρητή, έλλογη αρετή και την άρρητη, άλογη παράβαση σε όλο το υφαντό της ανθρώπινης Οδύσσειας – μιας Οδύσσειας του λόγου και της έκφρασης, αυτού που πρέπει να μιληθεί κι ας μείνει ανείπωτο, αμίλητο και αμείλικτο.

Του εύχομαι να είναι καλά, να μας βασανίζει βασανιζόμενος και να μας χαρίζει την αδυσώπητη και αδυσώπητα ευαίσθητη αυθεντικότητά του, τόσο δυσεύρετη στους μικρούς, ρηχούς και χυδαία ιδιοτελείς καιρούς μας.

Ομιλία σε εκδήλωση που οργάνωσε το περιοδικό Εντευκτήριο (Θεσσαλονίκη, 11/1/1999).

Μα ν ό λ η ς  Α ν δ ρ ό ν ι κ ο ς

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣΗ νοσταλγία για τους ανθρώπους μας που χάνονται γίνεται ακόμα πιο δυσβάστακτη, όταν τίποτε στους ζωντανούς δεν μπορεί πια να μας ξαναθυμίσει κάποιες από τις χάρες τους.
Οι χάρες του Μανόλη Ανδρόνικου―αυτές που τον έκαναν δάσκαλο και όχι διεκπεραιωτή ή μεταπράτη γνώσης― ήταν οι χάρες μιας μεγάλης εποχής που ξεκινά από τον φωτισμένο «αστισμό» (κατά τη διατύπωση του Μ. Τριανταφυλλίδη) του εκπαιδευτικού δημοτικισμού και συνεχίζεται ατό τις μεγάλες μορφές της αριστερής διανόησης: Δελμούζος, Τριανταφυλλίδης ―Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης― Γληνός, Θεοδωρίδης.

Τον Μανόλη Ανδρόνικο τον γνώρισα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής. Δεν είχα ακόμη ακούσει μαθήματά του και ορισμένες από τις παραδόσεις άλλων, τις οποίες είχα παρακολουθήσει, με είχαν γεμίσει απογοήτευση. Αισθανόμουν ασφυξία και σκεφτόμουν να μεταγραφώ στη Νομική. Το έμαθε ―μέσω ενός κοινού γνωστού― και με φώναξε στο γραφείο του.

Με άκουσε και μου είπε μ’ εκείνη την αξέχαστη, ζεστή, νεανική μέχρι τέλους, φωνή του: «Η άκριτη αποδοχή και συμμόρφωση είναι θάνατος. Η αμφισβήτηση και η άρνηση είναι πηγή ζωής και ανθρωπιάς». Μετά, έβγαλε και μου έδωσε να διαβάσω τα Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή του Ρίλκε.

Έφυγα ανακουφισμένος. Αισθανόμουν ότι είχα ένα δάσκαλο που ήταν με το μέρος μου. Αργότερα κατάλαβα ότι τα λόγια αυτά ήταν αντίλαλος εκείνης της μεγάλης εποχής για την οποία μίλησα παραπάνω, εποχή με την οποία είχε συναντηθεί ―όχι ανώδυνα― η νιότη του Μ. Ανδρόνικου και στην οποία ίσως χρωστούσε τις εφεδρείες ανθρωπιάς και φρεσκάδας που τον συνόδεψαν ως το τέλος. Πολύ αργότερα κατάλαβα και ένιωσα ―μέσα από τα γυρίσματα και της δικής μου ζωής― πόσο δύσκολα συνταιριάζεται ο αισθαντικός ανθρωπισμός του Ρίλκε με τον ανθρωπισμό της ζωογόνας άρνησης.

Στους μικρούς μας καιρούς, όπου ο ψυχρός ακαδημαϊσμός και η υποβαθμισμένη, κατακερματισμένη γνώση που γεννά ρίχνει όλο και πιο βαριά τη σκιά του πάνω στην πνευματική ζωή, η τρυφερή φωνή του Μανόλη
Ανδρόνικου, όπως αντηχούσε στα αμφιθέατρα της δεκαετίας του 1960, παλλόμενη από―εφηβική σχεδόν― αγωνία για σύνθεση, θυμίζει, σ’ όσους έχουν ανάγκη να θυμούνται, τις χάρες ενός αληθινού δασκάλου. Οι πρώτες
γραμμές του πρώτου του βιβλίου (Ο Πλάτων και η Τέχνη, 1951) ας ξαναζωντανέψουν αυτή τη χαμένη φωνή, σ’ ένα άκουσμα που φανερώνει το μυστικό της μελωδίας της:

«Δεν ήταν ούτε η άσκοπη περιέργεια ούτε το πάθος της ιστοριοδιφικής ανατομίας πάνω στο κατατεμαχισμένο κορμί της κλασικής αρχαιότητας, που με οδήγησε στη μελέτη αυτή. Ο κλασικός κόσμος, και ιδιαιτέρα ο αρχαίος ελληνικός, υψώνεται σε κάθε άνθρωπο, την κάθε εποχή, σαν ένα ολοζώντανο πρόβλημα. Για τη λύση του θα ξεκινήσει ο άνθρωπος από τα δικά του προβλήματα, που παλεύει να τ’ αγκαλιάσει, για να δώσει σ’ αυτά την απάντηση που επιταχτικά ζητά η ζωή μας. Ο κλασικός κόσμος μένει ακίνητος κι ανάλλαγος απέναντι στους ερευνητές. Αυτοί είναι που κινούνται κι αλλάζουν θέση και στάση απέναντί του, αντλώντας αδιάκοπα απ’ αυτόν, που μένει ανεξάντλητος σαν τη θάλασσα».

Η μελωδική φωνή μιας ευαίσθητης συνείδησης.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα, 28/3/1993.
Από το βιβλίο με τίτλο Γλώσσα, πολιτική, πολιτισμός», Εκδόσεις Πόλις, 1999.