του Άρι Γεωργίου

 004Όχι, εγώ δεν περνούσα συχνά από εκεί, τουλάχιστον παλιά, τα πρόφατα χρόνια ναι, τα βήματά μου με έφερναν περισσότερο στα περίχωρα, τώρα τι εννοούμε «πρόσφατα» είναι ένα ζήτημα που αξίζει ―ή μήπως και δεν αξίζει;― να διαλευκανθεί. Eν πάση περιπτώσει, τώρα που η νεότης αρχίζει να προβάλλει δυσδιάκριτη σ’ ένα ομιχλώδες παρελθόν από το οποίο αναδύονται σπαραγματοειδώς εικόνες, οσμές, ήχοι, φωνές και ηχοχρώματα, τόποι όπως η στοά Αγίου Μηνά με σέρνουν σχεδόν τρεκλίζοντα μπρος από τα εκθέματα ενός “μουσείου” του οποίου την ύπαρξη δυσκολεύομαι να δικαιολογήσω αλλά και των οποίων― παντελώς ευάλωτος― αισθάνομαι θύμα.

Ήταν ή δεν ήταν κάποτε λιθόστρωτη η Αγίου Μηνά; Περνούσε ή δεν περνούσε από κει για να κάνει την αναστροφή του το τράμ; Ήταν ή δεν ήταν στην απότμηση της γωνίας με τη Βενιζέλου ο περίφημος «Ερρίκος» με τα ψιλικά και τις φόδρες; Και ακριβώς απέναντί του ο ακόμη περιφημότερος «Λουμίδης»; Ήταν ή δεν ήταν λίγο πιο μέσα, ίσως και στο κτίριο όπου τώρα στεγάζεταιαλάκια και θα προτιμούσες να μην το Εβραϊκό Μουσείο, και μάλιστα ως γευσιγνωστικό επίκεντρο ζαχαροπλαστικής των Βαλκανίων, το ανυπέρβλητο «Φλοκάκι», όπου ανέβαινες με δυό σκαλάκια και θα προτιμούσες να μη χρειαστεί να τα ξανακατεβείς ποτέ; Θολές άλλη μια φορά οι εικόνες από το βάθος της μνήμης, πενιχρή όμως και η πιθανότης σφάλματος.

003

Πολύ θαμπότερα πάντως θυμάμαι το περιβάλλον της στοάς Αγίου Μηνά. Που ξεκινάει περίπου από το μέσον του μήκους της οδού και, στο μέσον περίπου του ύψους του οικοδομικού τετραγώνου, μετανιώνει. Και, αντί να συνεχίσει ευθυγράμμως προς τη Βασιλέως Ηρακλείου, στρίβει αριστερά, για να εκβάλει στην Ίωνος Δραγούμη. Άρχισα να τη συχνάζω όψιμα, ως ενήλιξ, καθόλου συχνά ωστόσο, επισκεπτόμενος αρχικά ένα φωτοτυπείο, μια επαγγελματικού τύπου σχέση, πάνε βέβαια και τρεις δεκαετίες, αλλά είπαμε, αυτά στην ηλικία μας ακούγονται σαν «πρόσφατα». Και, σταδιακά, συνειδητοποίησα την “ποιότητα” του περιβάλλοντος. Που ουδεμία αξίωση ποιότητας προέβαλε αυτεπαγγέλτως. Διότι απλώς υπηρετούσε συγκεκριμένους σκοπούς και υπηρεσίες με τα ευθέως ανάλογα μέσα που η εποχή του διέθετε. Διότι επίσης δεν είχε προλάβει να ολισθήσει στις παραμορφώσεις που επέβαλε ανεπαίσθητα ―και σχετικά ραγδαία― η επέλαση της ανοίκειας νοοτροπίας του «νεόκτιστου». Η απώθηση της οποίας μού έστρεψε ανακουφιστικά το βλέμμα προς όποια χαρακτηριστικά μού εθώπευαν την όραση ταυτόχρονα με την υπόμνηση του κινδύνου ημερομηνίας λήξης.

Η στοά Αγίου Μηνά αποτελείται από ένα ή περισσότερα κτίσματα που “λέγεται” ότι ενέχουν στατική 002επικινδυνότητα, συνεπώς “είναι στο στόχαστρο” ― ο νοών νοείτω. Έτσι κι αλλιώς, ως εμπορική στοά έφθινε, ξεπερασμένη από τις συνθήκες του σύγχρονου ανταγωνισμού. Οι επαγγελματίες την εγκατέλειπαν σιγά σιγά, μερικοί αντικαταστάθηκαν εξάλλου θνησιγενώς από σπασμωδικές μικροεπενδύσεις “ταβερνο-καφε-ζυθ-εστιατοριακού” τύπου. Χρειάστηκε προ ετών να αναζητήσω κάποιον ράφτη στον πρώτο όροφο και να ανακαλύψω έτσι ακόμη πιο κρυφές πτυχές της· ήταν όντως τότε που η στοά είχε πάρει ανεπιστρεπτί την κατιούσα. Και να ξεναγήσω στον απόκοσμο κόσμο της τον φακό της μηχανής μου. Ήταν τον Δεκέμβριο του 2009. Έχω την εντύπωση πως έκτοτε έχουν εγκατασταθεί κιγκλιδώματα που απαγορεύουν την είσοδο στο εσωτερικό της, δεν είμαι όμως απολύτως σίγουρος, θα πάω να ξαναδώ ποια είναι η παρούσα κατάσταση. Εν αναμονή πάντως, ξεναγούμαι τώρα με τη σειρά μου στις εικόνες στις οποίες εκτέθηκε o αισθητήρας μου. Αναπολώντας αμήχανα.